Ο αγώνας της εθνικής μας παλιγγενεσίας ήταν έργο ολόκληρου του ελληνικού λαού και ήταν αγώνας πανεθνικός. Γιατί αν οι ψυχές όλων των Ελλήνων -μικρών και μεγάλων, ανδρών και γυναικών-, δεν είχαν προετοιμασθεί μυστικά για τον Αγώνα που θα ‘κρινε για ζωή και θάνατο, αν οι δοκιμασίες τετρακοσίων χρόνων δεν είχαν γίνει ισοδύναμη λαχτάρα στις ψυχές των για ελευθερία, τα λόγια και τα έργα των ολίγων δεν θα μπορούσαν να είναι η φλόγα η αναστάσιμη που ξεχύθηκε και έστησε ορθόν, έτοιμο για τις πιο απίθανες θυσίες τον Ελληνισμό.
«Το να σου παραδώσω την Πόλη ούτε από μένα εξαρτάται ούτε από κανένα άλλο απ’ όσους κατοικούν μέσα σ’ αυτήν. Γιατί είμαστε όλοι αποφασισμένοι με μια γνώμη να πεθάνουμε και δεν θα νοιαστούμε καθόλου για τη ζωή μας». Με αυτή τη γενναία απάντηση του Παλαιολόγου έκλεινε τον χιλιετή βίο της η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το Έθνος συντρίβεται κάτω από τα σιδερένια πέλματα βάρβαρων κατακτητών. Η Φυλή σπαράζεται από άγρια σμήνη φανατισμένων αλλόθρησκων. Τα φαινόμενα μαρτυρούσαν πλήρη καταστροφή, ολοκληρωτικό όλεθρο, οριστικό τέλος του ιστορικού μας βίου. Ο Ελληνισμός όμως έχει ζώπυρα αθάνατα στους μυχούς της ψυχής του. Κάτω από την ασφυκτική πίεση της αμείλικτης πραγματικότητας συνθλίβει κάθε άλλη μορφή ομαδικής εκφράσεως και συσπειρώνεται σ’ ότι πιο πυρηνικό υπάρχει: στο Γένος. Και του Γένους η Ψυχή, ασύλληπτη, ανυπόταχτη, αδάμαστη δεν παραδίνεται στον κατακτητή. Μένει όχι μόνο ζωντανή αλλά και ελεύθερη, όχι μόνο ελεύθερη αλλά και ενεργή! Αυτή η Ψυχή με αστραπιαία επιδεξιότητα ξανάδεσε την ιστορική μας συνέχεια στο ίδιο μέρος που την έκοψε το σπαθί του Μωάμεθ. Αυτή με καταπληκτικά εύστοχη ετοιμότητα πρόβαλε στο άπειρο το αστραφτερό όραμα της Μεγάλης Ιδέας, που έγινε για τον Ελληνισμό το οξύ που συντηρούσε την ελπίδα.
Το πονεμένο ερωτηματικό του Ρήγα Φεραίου «ως πότε παλικάρια» πήρε απάντηση καταφατική στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. «Πότε πια σκλάβοι!». Μα και το «Ελευθερία ή Θάνατος» δεν ήταν σύνθημα πολιτικό ή απλή πολεμική κραυγή. Ήταν όρκος, δοσμένος ενώπιον Θεού και ανθρώπων με αποφασιστικότητα αμετάκλητη. Κάθε ξεσηκωμένος ραγιάς αποτελούσε την ώρα εκείνη συνειδητή ενσάρκωση της πιο Μεγάλης Ιδέας του ανθρώπινου πολιτισμού, της Ιδέας της Ελευθερίας. Και η ιδέα αυτή δεν ήταν μόνο πνεύμα, ήταν και πράξη δεν ήταν μόνο λόγος ήταν και ξίφος. Ήταν απόφαση θανάτου.
Τέτοια και τόση δοκιμασία άλλο λαό θα τον είχε τσακίσει για πάντα. Τους Έλληνες όμως τους κράτησε στητούς και σ’ αυτή τη χιλιοβασανισμένη αλλά πάντα ορθή ψυχή τους στηρίχτηκαν για να κάνουν τη μεγάλη τους «τρέλα» -την Επανάσταση- με τα μάτια τους γεμάτα από το «φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και τον Χάρο». Τόλμησαν να τα βάλουν μια χούφτα άνθρωποι με την απέραντη Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιατί έκριναν ότι είναι ένα έθνος που τους αξίζει και ζει ισότιμα με όλα τα ελεύθερα κράτη, να ζει και να δημιουργεί μέσα στον αέρα της Ελευθερίας.
Η Εθνεγερσία του ’21 ας γίνει αφορμή όχι μόνο για πανηγυρισμούς και τυμπανοκρουσίες αλλά πρώτιστα αφορμή για περισυλλογή και ανάληψη ευθυνών. Και τότε μόνο θα δικαιωθούν οι αγώνες και οι θυσίες των ηρώων, όταν ερμηνεύσουμε και εμείς με πράξεις ανδρείας το νόημα της θυσίας τους.
Σήμερα, σ’ αυτή την ακριτική γωνιά του Ελληνισμού, καλούμαστε μετά από 50 χρόνια να αγωνιστούμε ενάντια στον ίδιο κατακτητή που με αδιαλλαξία και αλαζονεία κατέχει παράνομα τις από αιώνες ελληνικές πόλεις μας.
Ο αγώνας μας προβλέπεται μακρύς και δύσκολος, αλλά ανένδοτος.
Μας παραστέκουν σ’ αυτόν οι ήρωες της Σαλαμίνας και των Πλαταιών, η εποποιία του 1821, ο Αγώνας της ΕΟΚΑ αλλά και ο Τάσος Ισαάκ και ο Σολωμός Σολωμού. Μας ενδυναμώνουν οι στίχοι του Ποιητή:
Η γης δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν, μήτε μπορούν όσο κι αν είναι διψασμένοι να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι. Και τούτα τα κορμιά πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν, έχουν ψυχές. Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν, δεν θα μπορέσουν∙ μόνο θα τις ξεκάμουν, αν ξεγίνονται οι ψυχές.
*Φιλόλογος