Η δημοκρατία δεν συνεπάγεται μόνο δικαιώματα, αλλά και ευθύνες. Ενόψει των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών, η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς καλούμαστε όχι απλώς να συμμετάσχουμε στην εκλογική διαδικασία, αλλά να το πράξουμε με επίγνωση και κρίση.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η ιδέα της άμεσης δημοκρατίας επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, ενισχύοντας τις προσδοκίες για ένα πιο ανοιχτό και συμμετοχικό πολιτικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν την απόσταση ανάμεσα στον πολίτη και την εξουσία, δίνοντας φωνή σε όλους.
Ως προς τον τρόπο λήψης αποφάσεων μέσω ενός πιο άμεσου και συμμετοχικού συστήματος, αξίζει να θυμηθούμε, μέσα από την ιστορική εμπειρία της αρχαίας Αθήνας, ότι η άμεση δημοκρατία δεν αποτελούσε απλώς μια διαδικασία συμμετοχής, αλλά προϋπέθετε πολίτες με παιδεία, κρίση και αίσθηση ευθύνης. Η συμμετοχή στην Εκκλησία του Δήμου ήταν άμεσα συνυφασμένη με την αντίληψη του κοινού συμφέροντος, ενώ ο πολίτης δεν καλείτο μόνο να εκφράσει άποψη, αλλά να σταθμίσει συνέπειες, να ακούσει επιχειρήματα και να αποφασίσει για ζητήματα που αφορούσαν την πορεία της πόλης.
Η σύγκριση αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σήμερα. Αν η άμεση δημοκρατία στην αρχαία Αθήνα απαιτούσε ενεργούς και πεπαιδευμένους πολίτες, τότε η σύγχρονη συμμετοχική δημοκρατία, μέσα σε ένα περιβάλλον ταχύτητας και ψηφιακής υπερέκθεσης, απαιτεί ακόμη περισσότερο ενημερωμένους και υπεύθυνους πολίτες.
Φθάνοντας στο σήμερα, η άνοδος νέων σχηματισμών στις δημοσκοπήσεις, όπως της «Άμεσης Δημοκρατίας» και του κινήματος «Άλμα», αποτυπώνει την αναζήτηση ενός διαφορετικού τρόπου πολιτικής έκφρασης και ανανέωσης του πολιτικού συστήματος.
Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι απλώς αν θα εισέλθουν στη Βουλή νέοι σχηματισμοί ή νέα πρόσωπα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποια ποιότητα θα προσδώσουν στον δημόσιο βίο και κατά πόσο η παρουσία τους θα ενισχύσει τη σταθερότητα και την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.
Η ανανέωση είναι σαφώς αναγκαία, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση προόδου. Η είσοδος νέων προσώπων στην πολιτική έχει αξία μόνο όταν συνοδεύεται από πολιτική παιδεία, σοβαρότητα και ικανότητα λήψης σημαντικών αποφάσεων.
Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς νέα πρόσωπα, αλλά άτομα που αντιλαμβάνονται το βάρος της δημόσιας ευθύνης και μπορούν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Διότι, στο τέλος της ημέρας, η σταθερότητα και η ποιότητα του πολιτικού συστήματος επηρεάζουν άμεσα την πορεία της χώρας.
Η εμπειρία, άλλωστε, τόσο εντός όσο και εκτός Κύπρου, δείχνει ότι ο δημόσιος διάλογος δεν διαμορφώνεται πάντοτε με όρους τεκμηρίωσης, αλλά ενίοτε με όρους εντυπώσεων. Και όταν ο φανατισμός, που μετατρέπει τη διαφωνία σε αντιπαλότητα, μεταφέρεται στην πολιτική κρίση, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι αποφάσεις που δεν βασίζονται σε γνώση, αλλά σε στιγμιαία συνθήματα και συναισθήματα.
Το πραγματικό διακύβευμα, λοιπόν, δεν είναι μόνο η αύξηση της συμμετοχής, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή ασκείται. Χρειαζόμαστε περισσότερη συμμετοχή, αλλά με περισσότερη ενημέρωση. Χρειάζεται να δώσουμε φωνή στους πολίτες, χωρίς όμως να παραβλέπεται η ευθύνη στον τρόπο με τον οποίο αυτή η φωνή εκφράζεται.
Η λύση βρίσκεται στην ενίσχυση της πολιτικής παιδείας, στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, στη σοβαρή και αξιόπιστη ενημέρωση, αλλά και σε θεσμικές ασφαλιστικές δικλείδες που δεν θα φιμώνουν τη λαϊκή βούληση, αλλά θα την προστατεύουν από τη χειραγώγηση, την παραπληροφόρηση και τον στιγμιαίο θυμό.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι να φοβηθούμε τον ενεργό πολίτη, αλλά να διαμορφώσουμε έναν πολίτη ενημερωμένο, απαιτητικό και συνειδητοποιημένο. Γιατί μόνο τότε η συμμετοχή γίνεται δύναμη προόδου και όχι πεδίο εκμετάλλευσης.
Αν θέλουμε, λοιπόν, μια δημοκρατία ουσιαστική και ανθεκτική, οφείλουμε να επενδύσουμε όχι μόνο στη συμμετοχή, αλλά και στην ποιότητά της. Διότι τελικά, η δύναμη της δημοκρατίας δεν βρίσκεται μόνο στο ότι δίνει φωνή σε όλους, αλλά στο πώς αυτή η φωνή χρησιμοποιείται.