Ο Ηρακλής Παπαχρίστου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο αρχιτέκτονας των φοιτητικών εστιών. Από την αρχή κιόλας της καριέρας του σχεδίασε (μαζί με τον Χρύσανθο Χρυσάνθου) τις εστίες του πανεπιστημίου Κύπρου κι έπειτα μεγάλο μέρος των εστιών του πανεπιστημίου Λευκωσίας. Πλέον υπογράφει και τις εστίες του ΤΕΠΑΚ στη Λεμεσό.

Οι εστίες του ΤΕΠΑΚ θα ανεγερθούν στον χώρο όπου βρισκόταν ο οικισμός Βερεγγάρια που είχε δημιουργηθεί από τους Άγγλους. Πρόκειται για μια μεγάλη έκταση στα Πολεμίδια, μέρος της οποίας θα αξιοποιηθεί πλέον για τις ανάγκες του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου. Όπως είχε αποφασιστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο εκεί θα δημιουργηθούν εκτός από εστίες για τη στέγαση φοιτητών, αθλητικές εγκαταστάσεις οι οποίες θα χρησιμοποιούνται και από το κοινό και τους γειτονικούς δήμους, καθώς και εργαστηριακοί και ερευνητικοί χώροι για το Πανεπιστήμιο. Η αρχή γίνεται με τις εστίες, για τον σχεδιασμό των οποίων έγινε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός και στον οποίο επικράτησε, ανάμεσα σε 41 άλλες, η πρόταση του γραφείου του Ηρακλή Παπαχρίστου (E. Papachristou LLC). Η υλοποίηση του έργου αναμένεται να αρχίσει άμεσα με στόχο να ολοκληρωθεί σε τρία χρόνια. Με την ολοκλήρωση του έργου, θα αποδεσμευτούν ενοικιαζόμενα κτήρια που χρησιμοποιούνται ως εστίες, ενώ από φέτος λειτουργούν και οι εστίες που ανέγειρε η αρχιεπισκοπή στην περιοχή Τσιρείου, χωρητικότητας 200 κλινών. Να σημειωθεί ότι η ζήτηση για στέγαση φοιτητών στη Λεμεσό αυξάνεται σταθερά ανά έτος, ενώ η προσφορά διαθέσιμων κλινών προς ενοικίαση παραμένει χαμηλή. Αυτή τη στιγμή φοιτούν 2800 φοιτητές στο Πανεπιστήμιο, ενώ το 2025 αναμένεται ότι ο αριθμός θα φτάσει τις 3500. 

 

 

Το κτηριολογικό πρόγραμμα για τις φοιτητικές εστίες στο Βερεγγάρια αφορά τον σχεδιασμό τόσο 485 νέων διαμερισμάτων, τριών διαφορετικών τύπων, όσο και κοινοχρήστων και δημόσιων χώρων, συνολικού εμβαδού περίπου 27 000 τ.μ. και εκτιμώμενης αξίας περί τα €40.000.000. Όπως εξηγεί ο Ηρακλής Παπαχρίστου, με την κατεδάφιση του οικισμού Βερεγγάρια, ο χώρος επανέκτησε στοιχεία φυσικού τοπίου διαγράφοντας την προηγούμενη αστικότητα του, με αποτέλεσμα η χωροθέτηση των φοιτητικών εστιών να βρίσκεται στο μεταίχμιο του αστικού ιστού και του φυσικού περιβάλλοντος. 

Το κτήριο των εστιών αποτελεί την πρώτη κτηριακή υποδομή στον χώρο, για αυτό και αναμένεται να ενεργοποιήσει ξανά τον χώρο δίνοντας του μία αστική ταυτότητα. Η κεντρική δε χωροθέτηση του κτηρίου το κάνει να λειτουργεί ως ένα στοιχείο που συνδέει το φυσικό με το αστικό τοπίο. 

 

 

«Το κτήριο, σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα του, αντιμετωπίστηκε ως ένας ενιαίος λειτουργικά χώρος στο επίπεδο των δημόσιων χρήσεων και λειτουργιών με στόχο την κοινωνικοποίηση της φοιτητικής και ακαδημαϊκής κοινότητας και ταυτόχρονα το πρόγραμμα των δωματίων επιμερίστηκε σε εννέα μικρότερα κτίρια σε δύο μεγαλύτερες ομάδες επεξεργασίας, παρέχοντας την απαιτούμενη ιδιωτικότητα». 

Η κεντρική είσοδος ορίζεται στην ανατολική πλευρά, ενώ μια δευτερεύουσα τοποθετείται στα δυτικά, δημιουργώντας έτσι μια ενιαία εσωτερική πορεία. Στη νότια πλευρά, χωροθετούνται σε επιμήκη διάταξη το 50% των δωματίων. Η μεγάλη απόσταση από το νότιο σύνορο (10 έως 13 μέτρα) παρέχει τη δυνατότητα βύθισης ενός επιπέδου και διαμόρφωσης μιας γραμμικής αυλής. Στη βόρεια πλευρά της πορείας συναντιούνται όλοι οι χώροι δημόσιας λειτουργείας αλλά και άμεσες προσβάσεις προς τους πέντε ‘αιωρούμενους διαγώνιους όγκους’, οι οποίοι καλύπτουν το υπόλοιπο 50% των δωματίων.

Σημαντικό στοιχείο της πρότασης είναι η κεντρική πλατεία, η οποία λειτουργεί τόσο στην κλίμακα του έργου όσο και στην κλιμάκα της πανεπιστημιάκης κοινότητας, καθιστώντας την κεντρικό άξονα της μελλοντικής ανάπτυξης του ΤΕΠΑΚ. Προτείνεται η αναδίπλωση της πλατείας έτσι ώστε να είναι συγχρόνως κέλυφος κτηρίου και επέκταση του πλατειακού χώρου, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η επιφάνεια του κοινωνικού χώρου.  

 

 

«Κύριο άξονα του σχεδιασμού αποτέλεσε, σύμφωνα με τον Παπαχρίστου, ο στόχος της κοινωνικότητας και αλληλεπίδρασης. Το κτήριο δημιουργεί επιμέρους χώρους για συναθροίσεις και δραστηριότητες τόσο στον εσωτερικό όσον και στον εξωτερικό χώρο. Στον εξωτερικό χώρο η οριζόντια πλατεία επεκτείνεται και ενοποιείται υπό ελαφριά βατή κλίση με επιφάνειες, πρασίνου, σκαλοπατιών, στάσεων και κίνησης. Επιπλέον, οι όγκοι των εστιών “αιωρούνται” παρέχοντας τη δυνατότητα καλυμμένων χώρων για χρήση. Ο κοινωνικός χώρος επεκτείνεται καθ’ ύψος με το σύστημα κλιμακοστασίων, που ενώνουν την πλατεία με τους χώρους κατοικίας διαμέσου του χώρου της κουζίνας και των εξωτερικών καθιστικών χώρων. Εν ολίγοις, η πρόταση μας λειτουργεί ως αστική και πανεπιστημιακή υποδομή, προσθέτοντας χωρικές εμπειρίες. Το συγκρότημα αποκτά κτηριακά χαρακτηριστικά δημόσιου κτηρίου στο οποίο όμως είναι ευδιάκριτη η σχέση δημόσιου και ιδιωτικού».

Την ομάδα μελέτης συνθέτουν, εκτός από τον Ηρακλή Παπαχρίστου, οι Γιώργος Χαραλάμπους, Παναγιώτης Χατζησέργης, Τιμόθεος Αλέξη, Κυριάκος Μέσσιος και Ελένη Θεοφάνους. Το β’ βραβείο απονεμήθηκε στη μελέτη των Παύλου Φεραίου, Fereos Architects και Tsampikos Petras. Το γ’ στη μελέτη των Χρύσανθου και Χριστίνας Χρυσάνθου και έπαινος στην πρόταση του Χάρη Γρηγορίου με συνεργάτες τους Νέστορα Σκαντζούρη, Κωνσταντίνο Κοσμά και Οικονόμου Αρχιτέκτονες-Μηχανικοί. Δόθηκε επίσης εύφημη μνεία σε πέντε μελέτες. 

Φιλελεύθερα, 13.9.2020.