Του Ariel Cohen
Μετά τη δραματική σύλληψη του πρώην προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο τον περασμένο μήνα, η κυβέρνηση Τραμπ επιταχύνει τις προσπάθειές της για τη μεγαλύτερη παρουσία των δυτικών εταιρειών στον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας. Μέσω του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC), έχει δημοσιευθεί μια σειρά νέων γενικών αδειών για τη Βενεζουέλα (GL), συμπεριλαμβανομένης της GL 50, η οποία εξουσιοδοτεί εταιρείες, όπως η BP, η Chevron, η Eni, η Repsol και η Shell, να ξεκινήσουν δραστηριότητες παραγωγής πετρελαίου στη Βενεζουέλα. Αυτές οι νέες άδειες εκδόθηκαν αμέσως μετά την επίσκεψη του υπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ σε ορισμένες από τις εγκαταστάσεις παραγωγής πετρελαίου της χώρας της Νότιας Αμερικής, συνοδεία της αναπληρώτριας προέδρου Delcy Rodríguez, η οποία ήταν οπαδός του Τσάβες.
Η πρόθεση του Τραμπ να ανασυγκροτήσει τη βιομηχανία πετρελαίου της Βενεζουέλας έχει οδηγήσει εταιρείες, όπως η Phillips 66 και η Citgo Petroleum, να επιδιώξουν την αγορά αργού απευθείας από την κρατική εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας, την PDVSA. Ωστόσο, είναι απίθανο αυτό το εγχείρημα να αποφέρει σημαντικά κέρδη για τις ΗΠΑ ή να επηρεάσει σημαντικά τις ενεργειακές τιμές προς το παρόν. Όπως έχουν τα πράγματα στην PDVSA, δεκαετίες κακοδιαχείρισης, επενδύσεων που δεν έγιναν ή καθυστέρησαν και πολιτικών εκκαθαρίσεων έχουν αποκόψει ουσιαστικά τη Βενεζουέλα από την παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Οποιαδήποτε προσπάθεια ανασυγκρότησης της βιομηχανίας της χρειάζεται χρόνια και επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η πετρελαϊκή πτώση της Βενεζουέλας
Η Βενεζουέλα διαθέτει τεράστια αποθέματα πετρελαίου, 300 δισ. βαρέλια, ή περίπου το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων. Ξεπερνά ακόμη και τη Σαουδική Αραβία που τα αποθέματά της εκτιμώνται σε 268 δισ. βαρέλια. Ωστόσο, τα αποθέματα δεν είναι το παν. Η Βενεζουέλα εξήγαγε μόλις 4 δισ. δολάρια πετρελαίου το 2023, ενώ η Σαουδική Αραβία 181 δισ. δολάρια την ίδια περίοδο. Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας είναι βαρύ, πιο ρυπογόνο και πιο δύσκολο να εξορυχθεί και να διυλιστεί σε σύγκριση με το ελαφρύ πετρέλαιο. Η κακή απόδοση του αργού από τη Βενεζουέλα ίσως οφείλεται στην πρόσφατη ιστορία της καταστροφικής διαχείρισης που έγινε στον ενεργειακό κλάδο της χώρας και στις πολιτικές εκκαθαρίσεις που απομάκρυναν το έμπειρο προσωπικό από τον τομέα.
Η Βενεζουέλα έφτασε στο αποκορύφωμα της παραγωγής πετρελαίου με περίπου 3,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα το 1998, χάρη στην αύξηση των ξένων επενδύσεων. Την ίδια χρονιά ανέλαβε την εξουσία ο αυταρχικός Ούγκο Τσάβες. Ακολούθησαν δεκαετίες πολιτικής και οικονομικής παρακμής, υποεπένδυσης και κακοδιαχείρισης του ενεργειακού τομέα της χώρας, υπήρξαν συγκρούσεις με την PDVSA, κακώς εκτελεσμένες απαλλοτριώσεις ξένων εταιρειών όπως η ExxonMobil και η ConocoPhillips, ραγδαία αύξηση του χρέους και περαιτέρω βύθιση στον αυταρχισμό μετά την εκλογή του Νικολάς Μαδούρο το 2013.
Με την πάροδο του χρόνου, το εργατικό δυναμικό της PDVSA αποδυναμώθηκε μετά από μια απεργία του κλάδου το 2002-2003. Η βασική τεχνική της εμπειρογνωμοσύνη διαλύθηκε. Στο μεταξύ, οι συχνές διακοπές ρεύματος συνέχισαν να επιβραδύνουν την παραγωγή πετρελαίου. Οι κυρώσεις που επέβαλε η Ουάσιγκτον στο Καράκας τις τελευταίες δύο δεκαετίες εμπόδισαν τις προσπάθειες της Βενεζουέλας να αποκτήσει πρόσβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ. Όπως το Ιράν δεν επέστρεψε ποτέ στο επίπεδο παραγωγής πετρελαίου που είχε επιτύχει υπό τον Σάχη πριν από την ισλαμική επανάσταση του 1979, έτσι και η χώρα της Νότιας Αμερικής δεν κατάφερε να επαναφέρει την παραγωγή πετρελαίου στο επίπεδο-ρεκόρ του 1998, στα 3,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα.
Σήμερα, η πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας έχει υποβαθμιστεί σε τέτοιο βαθμό που στερείται την απαιτούμενη λειτουργική ευελιξία για να διοχετεύσει σημαντικές ποσότητες αργού στην αγορά εντός χρονικού πλαισίου που θα είχε πραγματικό αντίκτυπο βραχυπρόθεσμα στις τιμές.
Η αμερικανική ενέργεια ανταγωνίζεται τη Βενεζουέλα
Η παραγωγή πετρελαίου στις ΗΠΑ ανήλθε σε περίπου 13.700.000 βαρέλια την ημέρα το 2025, καθιστώντας τη χώρα τον μεγαλύτερο παραγωγό στον κόσμο. Οι εξαγωγές ενέργειας των ΗΠΑ βρίσκονται επίσης σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Οι εξαγωγές αργού ανέρχονται πλέον κατά μέσο όρο πάνω από τα 4,1 εκατ. βαρέλια την ημέρα σε ετήσια βάση. Το 2024, περίπου το 1/3 της εγχώριας πρωτογενούς παραγωγής ενέργειας των ΗΠΑ εξήχθη στο εξωτερικό, κυρίως ορυκτά καύσιμα. Την ίδια χρονιά, οι ΗΠΑ εξήγαγαν 10,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως αργού πετρελαίου και υγρών φυσικού αερίου (NGPL), που αντιστοιχούν στο 55% της εγχώριας παραγωγής. Καθώς η χώρα συνεχίζει να παράγει περισσότερη ενέργεια από ό,τι χρειάζεται, οι εξαγωγές αργού και NGPL αυξάνονται ραγδαία, ενώ οι εισαγωγές παραμένουν σταθερές.
Το μεγαλύτερο μέρος των αυξανόμενων εξαγωγών αργού και προϊόντων πετρελαίου των ΗΠΑ την τελευταία δεκαετία έχει πωληθεί στην Ευρώπη και στην Ασία. Διάφοροι παράγοντες συνέβαλαν σε αυτό, όπως η άρση των αμερικανικών περιορισμών στις εξαγωγές αργού πετρελαίου το 2016, η επανάσταση του σχιστολιθικού πετρελαίου στα τέλη της δεκαετίας του 2000 και της δεκαετίας του 2010, η επέκταση της εγχώριας υποδομής εξαγωγών λόγω της αυξανόμενης παγκόσμιας ζήτησης και η ευρωπαϊκή απαγόρευση των εισαγωγών φυσικού αερίου και αργού πετρελαίου από τη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Η βιομηχανία σχιστολιθικού πετρελαίου συνέβαλε στο να καταστεί η Αμερική ενεργειακή υπερδύναμη. Από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο του 2025, η χώρα εξήγαγε συνολικά 5.000 δισεκατομμύρια κυβικά πόδια υγροποιημένου φυσικού αερίου, επίδοση-ρεκόρ. Οι αμερικανοί παραγωγοί σχιστολιθικού πετρελαίου και φυσικού αερίου ανταποκρίνονται άμεσα στις διακυμάνσεις των τιμών, καθώς οι σταθερές τιμές στην κλίμακα των 50 έως 82 δολαρίων το βαρέλι δικαιολογούν τη συνέχιση των γεωτρήσεων. Πέρυσι, οι αμερικανικές εταιρείες παροχής υπηρεσιών σε πετρελαϊκά πεδία Baker Hughes και Halliburton προειδοποίησαν ότι η μείωση των τιμών του αργού θα μείωνε τα έσοδα και θα επιβράδυνε τις γεωτρήσεις. Επιπλέον, το γεγονός ότι τα κράτη-μέλη του OPEC αύξησαν το μερίδιό τους στην αγορά πετρελαίου και η μείωση της τιμής του “μαύρου χρυσού” θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ, μειώνοντας ενδεχομένως την παραγωγή κατά 400.000 βαρέλια την ημέρα για το 2026.
Επιπλέον, υπάρχει η πιθανότητα πολέμου στο Ιράν. Εάν αυτό συμβεί, πιθανότατα θα οδηγήσει στην κατάρρευση της ισλαμιστικής σιιτικής θεοκρατικής δικτατορίας ή, τουλάχιστον, σε μια συμφωνία με την κυβέρνηση Τραμπ, με αποτέλεσμα την άρση των κυρώσεων. Το Ιράν διαθέτει πετρέλαιο υψηλότερης ποιότητας από αυτό της Βενεζουέλας και πιστεύεται ότι είναι σε θέση να αυξήσει την παραγωγή πετρελαίου κατά 500.000 βαρέλια την ημέρα εντός 6-12 μηνών. Σύν τοις άλλοις η χώρα της Μέσης Ανατολής βρίσκεται πιο κοντά στις ευρωπαϊκές και ασιατικές αγορές από τη μακρινή Βενεζουέλα.
Η αφθονία πετρελαίου στις αγορές και η προοπτική αύξησης των αμερικανικών εξαγωγών ενέργειας σημαίνουν ότι όχι μόνο το πετρέλαιο της Βενεζουέλας δεν είναι απαραίτητο για την ανακούφιση των περιορισμών στην προσφορά, αλλά, μακροπρόθεσμα, η αύξηση της παραγωγής πετρελαίου της Βενεζουέλας θα μπορούσε να βλάψει τους Αμερικανούς παραγωγούς.
Παρά τις δηλώσεις της κυβέρνησης Τραμπ που στέλνουν σήμα ότι το άνοιγμα του ενεργειακού τομέα της Βενεζουέλας στις αμερικανικές εταιρείες θα αλλάξει τη δυναμική των τιμών, είναι απίθανο αυτό να αποδειχθεί κερδοφόρο για τις ΗΠΑ ή να επηρεάσει σημαντικά τις παγκόσμιες τιμές βραχυπρόθεσμα. Αν και οι πόροι βαρέος αργού πετρελαίου της νοτιοαμερικανικής χώρας φαίνονται εντυπωσιακοί στα χαρτιά, οι εξαγωγές πετρελαίου θα ανακάμψουν αργά λόγω της καθυστέρησης των επενδύσεων, των επιπτώσεων από την πολιτική διαφθορά που κυριάρχησε στη χώρα και την έλλειψη σε εξειδικευμένο προσωπικό.
