Του Michael Lynch

Οι τιμές του πετρελαίου παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις ως αντίδραση στις πολιτικές δηλώσεις, αλλά η μεγαλύτερη επίδραση στην ενέργεια θα προέλθει από τη στρατιωτική δράση στο Ιράν και εν γένει στη Μέση Ανατολή — και ιδίως υπό την απειλή για τα δεξαμενόπλοια στο Στενό του Ορμούζ.

Ακόμη και αν οι ΗΠΑ κηρύξουν νίκη επί του Ιράν και σταματήσουν τις επιθέσεις τους, οι εξαγωγές πετρελαίου θα περιοριστούν έως ότου διασφαλιστεί ότι οι Ιρανοί δεν θα προκαλέσουν διαταραχές στη ναυτιλία και στην εφοδιαστική αλυσίδα του πετρελαίου. Οι τιμές θα υποχωρήσουν μεν μόλις οι ΗΠΑ ανακοινώσουν το τέλος των επιθέσεών τους, αλλά δεν θα επανέλθουν στα προπολεμικά επίπεδα μέχρι να σταματήσουν οι Ιρανοί να απειλούν τη ναυτιλία.

Η απώλεια 20 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου την ημέρα που διέρχονται από το Στενό του Ορμούζ είναι ένα βραχυπρόθεσμο πρόβλημα. Μέρος αυτού του πετρελαίου αποθηκεύεται και θα είναι διαθέσιμο όταν επανέλθει η κανονικότητα στη ναυτιλία. Τι είναι πιο ανησυχητικό; Οι γεμάτες δεξαμενές αποθήκευσης στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες σημαίνουν διακοπή της παραγωγής, η οποία δεν μπορεί να αναπληρωθεί μετά. Εάν η σύγκρουση συνεχιστεί για τρεις εβδομάδες ή περισσότερο, το προηγούμενο παγκόσμιο πλεόνασμα θα εξαντληθεί, θέτοντας ένα κατώτατο όριο στις τιμές, οι οποίες αναμενόταν να μειωθούν πριν από τον πόλεμο.

Η νέα πετρελαϊκή κρίση θυμίζει την αρχή της “Άννας Καρένινα” του Τολστόι: “Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο”.

Υπάρχει η τάση να θεωρούμε τις πετρελαϊκές κρίσεις ως μια απλή αλλαγή στην ισορροπία προσφοράς/ζήτησης, ειδικά όταν η πολιτική διαταράσσει την προσφορά, με τον αντίκτυπο να σταθμίζεται με όρους βαρελιών. Ευτυχώς, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

Αγνοώντας προς το παρόν το ζήτημα της ψυχολογίας των traders και της αγοράς και την επίδρασή της στις τιμές του πετρελαίου, οι άμεσες επιπτώσεις αφορούν τα αποθέματα που υπήρχαν πριν τον περιορισμό της παραγωγής, τις διαθέσιμες “εφεδρείες” σε περίπτωση πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας (OPEC), τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου (ΟΟΣΑ, Κίνα και άλλες κράτη) και, κυρίως, την προθυμία των χωρών αυτών να τα χρησιμοποιήσουν.

Σε συνδυασμό με το κλίμα αβεβαιότητας, τις εκτιμήσεις και την ψυχολογία των traders, η πορεία των τιμών του πετρελαίου είναι δύσκολο να προβλεφθεί με ακρίβεια, αλλά σίγουρα θα είναι ανοδική. 

Κύριες οικονομικές επιπτώσεις: Πληθωρισμός και δαπάνες

Η κύρια οικονομική επίπτωση μιας πετρελαϊκής κρίσης φαίνεται στον πληθωρισμό, στο εισόδημα και στις δαπάνες των καταναλωτών. Οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου οδηγούν σε αύξηση του πληθωρισμού. Σύμφωνα με έναν εμπειρικό κανόνα, κάθε 5% που κερδίζουν οι τιμές πετρελαίου ο πληθωρισμός ανεβαίνει κατά 0,1%. Το ράλι της τάξης του 50% που παρατηρούμε αυτές τις μέρες θα προσθέσει περίπου 1% στον πληθωρισμο. Μπορεί να μην είναι εντυπωσιακή αύξηση, αλλά προκαλεί ανησυχία και σίγουρα θα κάνει την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ πιο διστακτική στο να μειώσει περαιτέρω τα επιτόκια.

Από την άλλη, η εκτροπή κεφαλαίων από επενδύσεις και καταναλωτικές δαπάνες προς τις αγορές πετρελαίου έχει σημαντικό αποπληθωριστικό αποτέλεσμα. Έρευνες στο παρελθόν έδειξαν ότι ο διπλασιασμός των τιμών πετρελαίου θα μείωνε το ΑΕΠ των ΗΠΑ κατά 1%, αλλά το νούμερο αυτό φαίνεται υπερβολικά υψηλό σήμερα.

Στις ΗΠΑ η κατανάλωση βενζίνης στα 9 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα ισοδυναμεί με περίπου 400 εκατομμύρια γαλόνια την ημέρα, που σημαίνει ότι μια αύξηση της τιμής κατά 0,50 δολάρια/γαλόνι κοστίζει 200 εκατ. δολάρια την ημέρα στους καταναλωτές.

Το ποσό αντιστοιχεί στο 0,1% των καταναλωτικών δαπανών, αν υποθέσουμε ότι οι τιμές θα μείνουν σταθερές. Δεν είναι υπερβολικό, αλλά σίγουρα θα είναι επώδυνο για όσους έχουν μεγαλύτερα οχήματα και κάνουν μεγαλύτερες διαδρομές. Ακόμη και μια μικρή αύξηση της τιμής της βενζίνης θα έχει αποπληθωριστικό αντίκτυπο σε μεγάλο μέρος των ΗΠΑ, ενώ οι νοτιοδυτικές πολιτείες θα ευημερούν. Αν η βενζίνη φτάσει τα 5 δολάρια/γαλόνι, αυτό ισοδυναμεί με σχεδόν το 0,5% των καταναλωτικών δαπανών, ένα επίπεδο στο οποίο οι καταναλωτές περιορίζουν τις προαιρετικές δαπάνες. Αν η αύξηση στην αντλία παραμείνει, η περίοδος των καλοκαιρινών διακοπών θα μπορούσε να αποδειχθεί, στην καλύτερη περίπτωση, αναιμική.

Η κατανάλωση πετρελαίου στις ΗΠΑ ανέρχεται σε 19 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Αυτό σημαίνει κόστος στο 1% του ΑΕΠ, εφόσον οι τιμές του πετρελαίου εκτιναχθούν από τα 60 στα 120 δολάρια το βαρέλι. Αν οι ΗΠΑ εισήγαγαν όλο το πετρέλαιο που καταναλώνουν, θα μιλάγαμε για τεράστιο οικονομικό πλήγμα. Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ είναι καθαρός εξαγωγέας, η μεταφορά δεν γίνεται από τις ΗΠΑ προς ξένους παραγωγούς πετρελαίου, αλλά από τους καταναλωτές —ιδιώτες και επιχειρήσεις— προς τους παραγωγούς. Αυτό περιορίζει την οικονομική ζημιά, αλλά δεν την αποτρέπει.

Δευτερογενείς επιπτώσεις: Η γενική οικονομία

Οι δευτερογενείς οικονομικές επιπτώσεις εμφανίζονται καθώς οι αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου επηρεάζουν τη γενική οικονομία. Εκτός από τα υψηλότερα έξοδα μεταφοράς λόγω της ραγδαίας αύξησης των τιμών του ντίζελ, ο αγροτικός τομέας πρόκειται να εισέλθει στην περίοδο της σποράς και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο ντίζελ για τον εξοπλισμό του. H τρέχουσα αύξηση των τιμών θα προσθέσει περίπου 2-3 δισ. δολάρια στα έξοδά του. Η σπορά θα μειωθεί και οι τιμές των τροφίμων θα αυξηθούν εντός του έτους.

Οι αεροπορικές εταιρείες θα πληγούν επίσης σοβαρά, καθώς τα καύσιμα των αεροσκαφών αντιπροσωπεύουν το 20-30% των λειτουργικών τους εξόδων και μια αύξηση 50% της τιμής των καυσίμων θα εξαλείψει τα κέρδη τους, εκτός αν αυξήσουν τις τιμές των εισιτηρίων. Ωστόσο, με την οικονομία να εξασθενεί, αυτό θα είναι δύσκολο. Ακόμα και έτσι, τα υψηλότερα έξοδα για ταξίδια θα περικόψουν τις διακοπές αυτό το καλοκαίρι, πλήττοντας τους τομείς της φιλοξενίας.

Το δολάριο δείχνει σημάδια αντοχής, δεδομένου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου, θα υποστούν λιγότερες επιπτώσεις από τους εμπορικούς εταίρους τους που εισάγουν πετρέλαιο. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τόσο τη μείωση του πληθωρισμού όσο και τη μείωση των εξαγωγών εκτός του τομέα της ενέργειας, με αποπληθωριστικό αποτέλεσμα.

Τρίτου βαθμού επιπτώσεις

Οι τριτογενείς επιπτώσεις είναι σημαντικές, καθώς τα εμπόδια στον εφοδιασμό δημιουργούν έμμεσες επιπτώσεις. Η εμπειρία του παρελθόντος από τις πετρελαϊκές κρίσεις δείχνει ότι αυτές μπορεί να είναι εξίσου σημαντικές με τις πρωτογενείς επιπτώσεις της αύξησης των τιμών του πετρελαίου. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πετρελαϊκή κρίση του Ιράν το 1979-80, κατά την οποία ο Καναδάς, που ήταν καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου, εισήλθε σε ύφεση. Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στις επιπτώσεις της ύφεσης.

Τώρα, αν οι ασιατικές οικονομίες, που εξαρτώνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις εισαγωγές πετρελαίου, βυθιστούν σε ύφεση, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες θα δουν τις εξαγωγές τους να μειώνονται. Και η Κίνα ενδέχεται να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τις αποπληθωριστικές επιπτώσεις αυξάνοντας τις εξαγωγές της, βλάπτοντας τους κατασκευαστές και παραγωγούς σε όλο τον κόσμο.

Τέλος, ο αντίκτυπος των υψηλότερων και ασταθών τιμών του πετρελαίου στο επιχειρηματικό κλίμα και στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών θα μπορούσε να ενισχύσει τις πιέσεις στην οικονομία, αυξάνοντας την πιθανότητα ύφεσης. Αυτό θα μπορούσε να επιδεινωθεί από μια επιθετική στάση της Fed, η οποία ανταποκρίνεται στον άμεσο πληθωριστικό αντίκτυπο των υψηλότερων τιμών του πετρελαίου, αγνοώντας την πιθανότητα να αποδυναμωθεί η οικονομία στο μέλλον.

Έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στο γεγονός ότι η αμερικανική οικονομία δεν παρουσίασε τις αρνητικές επιπτώσεις που πολλοί είχαν προβλέψει από τους δασμούς και τους “εμπορικούς πολέμους” του περασμένου έτους, αλλά αυτό εντείνει την αβεβαιότητα που είναι εγγενής σε μια πολύπλοκη οικονομία, και όχι τον υπερβολικό πεσιμισμό. Οι περισσότερες επιπτώσεις από τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου θα είναι αρνητικές και όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση με το Ιράν, τόσο χειρότερες θα είναι.

Forbes