Οι διοικήσεις των τραπεζών παρακολουθούν τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και αγωνιούν ποια θα είναι η επίδρασή τους στα επιχειρησιακά πλάνα της ερχόμενης τριετίας, τα οποία ανακοινώνονται αυτήν την περίοδο.

Όπως ανέφερε τραπεζική πηγή στον Φιλελεύθερο, είναι ακόμη πολύ νωρίς για τη διατύπωση οποιασδήποτε εκτίμησης, γιατί όλα θα εξαρτηθούν από τον χρόνο που θα απαιτηθεί για αποκλιμάκωση της έντασης και τον αντίκτυπό της στην οικονομία, ειδικά στον τομέα του τουρισμού, αλλά και σε επίπεδο πληθωρισμού. Το θετικό είναι ότι η νέα γεωπολιτική κρίση βρίσκει τις τράπεζες με ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας και με επίπεδα κερδοφορίας που είναι ικανοποιητικά να απορροφήσουν τους κραδασμούς.

Το σχόλιο της Κεντρικής

Να δούμε πώς βλέπει η Κεντρική Τράπεζα  την κλιμάκωση  στη Μέση Ανατολή και πώς θα μπορούσε αυτή να επηρεάσει αρνητικά την οικονομία, με επιβράδυνση της ανάπτυξης και ενίσχυση του πληθωρισμού. Η Κεντρική Τράπεζα, ως γενικό σχόλιο, ανέφερε στον Φιλελεύθερο  ότι «παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, αξιολογώντας όλες τις παραμέτρους. Οι όποιες επιπτώσεις πάνω στην κυπριακή οικονομία και τον μεσοπρόθεσμο πληθωρισμό στην Ευρωζώνη θα εξαρτηθούν από το εύρος και τη διάρκεια της σύρραξης». Η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει επίσης ότι «ο τραπεζικός τομέας της Κύπρου δεν έχει ουσιαστική έκθεση στις χώρες της Μέσης Ανατολής».

Στην περίπτωση του ελληνικού ομίλου Eurobank, που έχει παρουσία στην Κύπρο μέσω της Eurobank Ltd, είναι γνωστό ότι το επενδυτικό του πλάνο έχει σχέση με παρουσία στη Μέση Ανατολή και την Ασία, όπως το Άμπου Ντάμπι, το Ισραήλ, Σαουδική Αραβία και τη Βομβάη (Ινδία). Λόγω του ότι οι περιοχές στην Μέση Ανατολή είναι στο επίκεντρο του πολέμου, ζητήθηκε από τον Φιλελεύθερο η πρώτη αντίδραση της Eurobank Ltd στις γεωπολιτικές αναταραχές και αν θα επηρεαστούν τα επενδυτικά σχέδια. Πηγές της τράπεζας έδωσαν μια λακωνική απάντηση: «παρακολουθούμε με ιδιαίτερη προσοχή τις εξελίξεις στην Μέση Ανατολή, αξιολογώντας όλα τα δεδομένα, όμως είναι πολύ νωρίς για την εξαγωγή οποιωνδήποτε  συμπερασμάτων».

Είναι γνωστό, επίσης, ότι και ο ελληνικός όμιλος Alpha Bank στοχεύει στην αξιοποίηση των αναπτυξιακών προοπτικών στη Μέση Ανατολή.

Ακάθεκτη η Τράπεζα Κύπρου

Χθες, ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Κύπρου, Πανίκος Νικολάου, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης ενημέρωσης επενδυτών (Investor Update ) στην Αθήνα, παρουσίασε τις στρατηγικές προτεραιότητες, τους επικαιροποιημένους χρηματοοικονομικούς στόχους, καθώς και τη διαχείριση κεφαλαίου του συγκροτήματος.  Στα επενδυτικά σχέδια της Τράπεζας Κύπρου δεν περιλαμβάνονται οι χώρες της Μέσης Ανατολής.

Σε περαιτέρω ενίσχυση του μοντέλου επιβράβευσης των μετόχων της αναμένεται να προχωρήσει η Τράπεζα Κύπρου από τα κέρδη χρήσης 2026, ανεβάζοντας το συνολικό payout στο 90% για φέτος και μέχρι το 100% για το 2027 – 2028. Ο όμιλος στοχεύει ουσιαστικά σε συνήθη διανομή ύψους 70%, στο ανώτατο όριο δηλαδή της πολιτικής διανομών που έχει θέσει, καθώς και σε πρόσθετο μέρισμα μέσω ανάλωσης πλεονάζοντος κεφαλαίου ύψους μέχρι 20% το 2026 και μέχρι 30% το 2027 – 2028.

Το πλαίσιο θα αξιολογείται ετησίως, εφόσον ο δείκτης CET1 παραμένει σε βιώσιμα υψηλότερα του 15%. Η Τράπεζα Κύπρου αναμένει απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων, ROTE, σε επίπεδα mid – teens, η οποία αντιστοιχεί σε ROTE άνω του 20% υπολογισμένη σε δείκτη CET1 ύψους 15%. Η κερδοφορία αυτή αναμένεται να υποστηρίξει οργανική δημιουργία κεφαλαίου μεταξύ 350 με 400 μονάδων βάσης ετησίως για την περίοδο 2026 – 2028.

Οι στόχοι για τα καθαρά έσοδα από τόκους βασίζονται στην αύξηση των δανείων κατά μέσο όρο περίπου 4% ετησίως για την περίοδο 2026υποστηριζόμενη από την αύξηση του εγχώριου δανεισμού στους τομείς της λιανικής και των επιχειρήσεων, υποστηριζόμενη από την αναμενόμενη οικονομική ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας, καθώς και από την επιλεκτική και συνετή επέκταση του χαρτοφυλακίου δανείων στον τομέα διεθνών εργασιών σε περίπου €2 δισ. έως το τέλος του 2028 (από €1.4 δις τον Δεκέμβριο 2025).

Στη συνετή αύξηση του χαρτοφυλακίου ομολόγων, σε περίπου 22% του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων μέχρι το 2028, ανάλογα με τις συνθήκες αγοράς και στη διατήρηση των καταθέσεων και του κόστους των καταθέσεων στα σημερινά επίπεδα. Έχει ως στόχο την περαιτέρω αύξηση των επαναλαμβανόμενων μη επιτοκιακών εσόδων με χαμηλότερες απαιτήσεις κεφαλαίου, τα οποία περιλαμβάνουν τα καθαρά έσοδα από προμήθειες και δικαιώματα, τα καθαρά κέρδη από ασφαλιστικές εργασίες και τα καθαρά κέρδη από διαπραγμάτευση συναλλάγματος πελατών.

Τα επαναλαμβανόμενα μη επιτοκιακά έσοδα αναμένεται να αυξάνονται κατά μέσο όρο περίπου 4% ετησίως για το 2026-2028. Το καθαρό αποτέλεσμα από ασφαλιστικές εργασίες για την περίοδο 2026-2028 αναμένεται να αυξηθεί με υψηλό μονοψήφιο ποσοστό.