Μια εκτενή απάντηση σε άρθρο γνώμης του Γιώργου Σαββινίδη με τίτλο «Ομόσπονδα θεατρικά μικροσύμπαντα» που δημοσιεύτηκε την Κυριακή στον Φιλελεύθερο κοινοποίησαν τα έξι παλιότερα ιδιωτικά θέατρα, που συνέστησαν πρόσφατα την Ομοσπονδία Θεατρικών Φορέων Κύπρου.
Στην κοινή τους τοποθέτηση, τα θέατρα Σατιρικό, Ένα, ΕΘΑΛ, Σκάλα, Διόνυσος και Ανεμώνα απαντούν στους προβληματισμούς του συντάκτη και δίνουν τη δική τους εκδοχή για τους λόγους που τους οδήγησαν στην ίδρυση της Ομοσπονδίας.
Η τοποθέτησή τους αναλυτικά:
Επιθυμούμε αρχικά να τονίσουμε ότι σε καμιά περίπτωση δεν είναι ούτε στις προθέσεις μας, αλλά ούτε και στη φιλοσοφία που διέπει τις αρχές και τους στόχους της δημιουργίας της Ομοσπονδίας αυτής, η σύγκρουση ή αντιπαράθεση είτε η ανάπτυξη δημόσιας διαφωνίας με συναδέλφους και άλλους συνοδοιπόρους στο θεατρικό τοπίο, όπου όλοι δραστηριοποιούμαστε μετά πολλών εμποδίων και βασάνων και φυσικά ούτε και με τους εκπροσώπους των μέσων και πολιτιστικούς συντάκτες, που στηρίζουν με άλλους τρόπους την ανάπτυξη θεατρικής παιδείας στον τόπο μας.
Δεν μπορούμε όμως παρά να εκφράσουμε δυσάρεστη έκπληξη για όσα αναγνώσαμε σε άρθρο γνώμης (σ.σ. του Γιώργου Σαββινίδη με τίτλο «Ομόσπονδα θεατρικά μικροσύμπαντα»), αφού διαπιστώσαμε την εξαγωγή αυθαίρετων συμπερασμάτων, ενώ θα μπορούσε να είχε προηγηθεί μία τηλεφωνική επικοινωνία με οποιοδήποτε από τα μέλη μας, μέσα από την οποία θα μπορούσαν να διευκρινιστούν τα σημεία που ίσως κρίνονται ασαφή στην ανακοίνωση και σε κάθε περίπτωση να αποσαφηνιστούν οι προθέσεις και οι σκοποί της δημιουργίας αυτής της ένωσης δυνάμεων.
Θα περιμέναμε ακριβώς από έναν άνθρωπο που νοιάζεται γνήσια για την ανάπτυξη του θεάτρου και του Πολιτισμού ευρύτερα, ότι θα στήριζε και δεν θα απαξίωνε μια τέτοια προσπάθεια. Ας προβούμε λοιπόν στις απαραίτητες διασαφηνίσεις.
Καταρχάς το γιατί δεν ονομάστηκε το «σώμα» αυτό «σύλλογος» ή «όμιλος» ή «σωματείο» ή ό,τι άλλο παρεμφερές, είναι μία ερώτηση που θα έπρεπε να θέσετε στους νομικούς μας συμβούλους, που ανέλαβαν το έργο της εγγραφής της Ομοσπονδίας αυτής στον αρμόδιο έφορο, αφού όπως ίσως μπορεί κανείς να αντιληφθεί, μέσα από το ίδιο το καταστατικό απορρέει η αναγκαιότητα μιας τέτοιας και όχι μιας άλλης ονομασίας. Εκείνο που θεωρούμε εξόφθαλμα άδικο να μας καταλογίζεται, είναι αυτό που αναφέρεται στο άρθρο: «Ας μην παίζουμε όμως με τις λέξεις: αυτό που ‘ομοσπονδοποίησε’ τα έξι σχήματα είναι τα κοινά τους συμφέροντα, αλλά και η νοσταλγία -τουλάχιστον των τεσσάρων απ’ αυτά- για το πάλαι ποτέ Σχέδιο Γ’ και τις παροχές του».
Θέλουμε να καταστήσουμε σαφές, ότι η απόφαση για την ίδρυση αυτού του σώματος λήφθηκε κατά τη δεύτερη σεζόν της πανδημικής κρίσης και αφού όλοι βιώναμε την ίδια αγωνία για το μέλλον των θεάτρων, μοιραζόμασταν τις ίδιες ανησυχίες και κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε εμπόδια που φάνταζαν ανυπέρβλητα, σε μια περίοδο που η πολιτεία παρουσιαζόταν απρόθυμη να θέσει ως προτεραιότητα τα προβλήματα που ο πολιτισμός και ο κόσμος του θεάτρου αντιμετώπιζε και όλοι αδυνατούσαμε να διαχειριστούμε τα προβλήματα αυτά, χωρίς τη συνδρομή των αρμοδίων αρχών και την αρωγή του κράτους.
Οι ανησυχίες όλων μας για το σχέδιο Θυμέλη και κατά πόσον αυτό και ο τρόπος διαχείρισης του θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά τα θέατρα «διαρκείας» και να συντελέσει στη συνέχιση της δραστηριοποίησης τους ή να τα οδηγήσει -όλα ή κάποια εξ αυτών- σε κλείσιμο, εκφράστηκαν κατά καιρούς από όλους ανεξαιρέτως τους φορείς που απαρτίζουν την Ομοσπονδία.
Είναι απολύτως φυσικό λοιπόν να τεθεί ως προτεραιότητα μας ένα θέμα, που σχετίζεται άμεσα πια με την επιβίωση των ιστορικών αυτών σχημάτων. Καμία «νοσταλγία» όπως ατυχώς αναφέρεται στο άρθρο για τις παροχές του σχεδίου Γ’ για τα 4 διαχρονικά θέατρα, παρά μόνο φόβος για πιθανές θλιβερές και καταστροφικές συνέπειες που θα έχει η συνέχιση του σχεδίου Θυμέλη για τους: «καλλιτεχνικούς οργανισμούς με τεράστια προσφορά στη θεατρική ανάπτυξη από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα. Τους χρωστάμε πολλά» όπως αλλού γράφτηκε στο άρθρο.
Ούτε και ανταποκρίνεται στην αλήθεια η αναφορά στα δύο νεότερα θέατρα-με εικοσαετή συνεχή προσφορά: «τα δύο νεότερα από αυτά τα έξι σχήματα, το Διόνυσος και το Ανεμώνα, ήταν κάποτε στη θέση που είναι σήμερα τα υπόλοιπα και είχαν χαιρετίσει το Θυμέλη επειδή πλέον μπορούσαν να διεκδικήσουν μεγαλύτερο κομμάτι. Εις βάρος των τεσσάρων ‘παλιών’, βέβαια. Τώρα τα συμφέροντά τους συμπίπτουν». Επειδή πολύ απλά, τα δύο αυτά σχήματα είχαν φροντίσει από της ίδρυσής τους να συστηθούν στο κοινό ως θέατρα που διατηρούσαν δική τους στέγη.
Εάν η ίδια η πολιτεία κώφευε στις δραματικές εκκλήσεις όλων μας για αύξηση του κονδυλίου ώστε να μπορούν όλοι να βοηθηθούν και κανένα θέατρο να μην κινδυνεύσει με λουκέτο αλλά ούτε και να επικρατήσει «βίαια» η αρχή του «διαίρει και βασίλευε», είναι μία άλλη υπόθεση. Δεν είναι τα συμφέροντα μας που συμπίπτουν πια, είναι τα προβλήματα και οι αγωνίες μας κοινές, είναι οι παρατηρήσεις όλων που συμπίπτουν πάνω στο θέμα της δυσλειτουργικότητας ενός σχεδίου που χρόνο με τον χρόνο περίτρανα αποδεικνύεται αδυσώπητο για τους έξι παλαιότερους θεατρικούς οργανισμούς.
Ένας από τους πρωταρχικούς στόχους της Ομοσπονδίας μας είναι και η σημαντική αύξηση του κονδυλίου. Μία αύξηση που αφενός θα διασφαλίζει την απρόσκοπτη συνέχιση των διαχρονικών σχημάτων, αφετέρου θα επιτρέπει τη δημιουργία νεοσύστατων ομάδων και θα ενθαρρύνει την προσπάθεια μετεξέλιξης των θεατρικών ομάδων «διαρκείας». Έχουμε ήδη συναντήσει τους τρεις υποψηφίους προέδρους της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφού προχωρήσαμε σε ενημέρωσή τους για τα χρόνια προβλήματα που ταλανίζουν το θέατρο και στη βάση ανταλλαγής απόψεων και προβληματισμών, αποσπάσαμε την υπόσχεση τους για αύξηση του κονδυλίου στα θέατρα. Ακριβώς για να μπορούν όλοι να ενισχυθούν στην προσπάθεια τους και το καλλιτεχνικό έργο όλων, παλαιότερων και νεότερων, θεάτρων και θεατρικών ομάδων, να επιβραβεύεται.
Ουδέν λοιπόν αναληθέστερο του: «προκύπτει το άκομψο μήνυμα ότι το μεγάλο και παλιό ψάρι θέλει να φάει το μικρό και νεότερο. Αν είναι έτσι, να κάνουν και οι μικρότερες ομάδες μια ομοσπονδία κι ύστερα όλοι μαζί μια συνομοσπονδία να ζουν ειρηνικά, μακριά κι αγαπημένοι και με ξεχωριστά κονδύλια».
Και δεν χρειάζεται εδώ να επαναλάβουμε τα έξοδα που ένα θέατρο με στέγη και προσωπικό επιφορτίζεται, ενώ καλώς ή κακώς τέτοια έξοδα δεν πονοκεφαλιάζουν μία θεατρική ομάδα. Ούτε και τις οικονομικές υποχρεώσεις σε ταμεία του κράτους και δημαρχεία και σε άλλες αρμόδιες υπηρεσίες στις οποίες αδιαλείπτως και ανεξαρτήτως του ύψους της εγκριθείσας προς αυτό χορηγίας, ένα θέατρο καλείται να ανταποκριθεί. Είναι απολύτως φυσικό να διεκδικήσουμε τρόπους εξασφάλισης αυτών των επιπλέον για εμάς κονδυλίων και σε καμία περίπτωση κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι ζητούμε «να λιγοστέψουν τα κομμάτια», όπως αυθαίρετα διαπιστώνεται στο άρθρο.
Επιπλέον, επειδή τέθηκε και το ερώτημα: «γιατί να τίθεται ως προϋπόθεση τα μέλη να έχουν απαραιτήτως ελάχιστη διάρκεια λειτουργίας τα 20 έτη; Δεν είναι ‘φωτογραφική’ αυτή η διάταξη; Μήπως λοιπόν αυτή η «κίνηση των έξι» δεν είναι παρά μια δυναμική δήλωση ότι διαχωρίζουν τα συμφέροντά τους από τους υπόλοιπους;» να πληροφορήσουμε ότι υπάρχουν «διαχρονικές πια» ομάδες που σε 2-3 χρόνια από σήμερα θα συμπληρώνουν 20 χρόνια παρουσίας. Οπότε μέχρι αυτή η νεοσύστατη Ομοσπονδία να μπορέσει να επιτύχει τους πρωταρχικούς της στόχους και να «ψηθεί» ως ένα καινούργιο σώμα στο θεατρικό μας σύμπαν, θα έχει φτάσει και η στιγμή που νέα μέλη θα την εμπλουτίσουν και θα συνδράμουν στην ενδυνάμωση της. Γιατί η ενσωμάτωση από το ξεκίνημα της και άλλων Φορέων, θα αποδυνάμωνε ίσως την προοπτική. Μα ό,τι μπορέσουμε σύντομα να επιτύχουμε τα έξι παλαιότερα θέατρα θα είναι σίγουρα ένα κέρδος για όλους αργότερα.
Σε ό,τι αφορά το προσβλητικό σχόλιο για τα περιφερειακά θέατρα: «που δεν κατάφεραν να αγκαλιαστούν από την τοπική κοινωνία»: Τα περιφερειακά θέατρα δραστηριοποιήθηκαν μέσα στις πλέον αντίξοες συνθήκες, σε καιρούς αντιθεατρικούς και αντιπνευματικούς και λειτούργησαν μέσα σε «χέρσο» πολιτιστικό περιβάλλον αναπτύσσοντας θεατρικά τις παραμελημένες περιφέρειες. Δημιούργησαν υποδομές, λειτούργησαν τρεις σκηνές, με απόλυτο πλουραλισμό στη ρεπερτοριακή πολιτική τους. Προσέφεραν όλα αυτά τα χρόνια εκατοντάδες θέσεις εργασίας σε καλλιτέχνες του θεάτρου, λειτούργησαν επιτυχώς θεατρικά εργαστήρια με καταλυτική τη συμβολή τους στη θεατρική επιμόρφωση παιδιών και ενηλίκων ενώ μέσα από την έντονη αποκεντρωτική τους δράση συνέβαλαν τα μέγιστα στην πνευματική ανάπτυξη της επαρχίας. Και δεν μπορεί παρά να ομολογούμε ότι πέτυχαν ήδη πάρα πολλά αφού ΕΘΑΛ και Σκάλα συμπληρώνουν 34 και 26 χρόνια λειτουργίας αντίστοιχα μέσα σε τόσο δυσμενείς συνθήκες. Εάν τα δύο αυτά θέατρα δεν είχαν αγκαλιαστεί από την τοπική κοινωνία, δεν θα είχαν κλείσει προ πολλού;
Θα αναμέναμε τον ελάχιστο σεβασμό στην ιστορία και την προσφορά τους κι όχι ένα τέτοιο λόγο απαξιωτικό.
Και τέλος, σε ό,τι αφορά τον ατυχώς προσβλητικό επίλογο του άρθρου: Την ιστορία μας φυσικά εμείς τη σεβόμαστε, άλλοι επιλέγουν να την υποτιμούν, να τη ξεχνούν ή να την αγνοούν. Τη σεβόμαστε τόσο πολύ που παλεύουμε με νύχια και με δόντια για τη συνέχιση της. Δεν έχουμε υποθηκεύσει μόνο τα ελάχιστα περιουσιακά μας στοιχεία για το θέατρο μα και τις ζωές μας ακόμα. Το τί είναι «περιεκτικό και ποιοτικά αναβαθμισμένο» το κρίνει ο τελικός αποδέκτης που δεν είναι άλλος από το κοινό που θεατρίζεται καθώς και κάθε καινούργιος, «δόκιμος» στα θέατρα θεατής.
«Καινοτόμο»; καινοτόμα λοιπόν είναι για εμάς, που αποτελούμε τους δυνητικούς θεατρικούς εργοδότες στην Κύπρο και σε εμάς πρωτίστως στηρίζεται η βαριά θεατρική βιομηχανία του τόπου, αυτή ακριβώς η εναγώνια προσπάθεια για βιώσιμους θεατρικούς οργανισμούς που θα συνεχίσουν τη μακρόχρονη ιστορία τους προχωρώντας στο αύριο και αξιοποιώντας το ταλέντο των Κύπριων δημιουργών, δίνοντας βήμα ταυτόχρονα στο καινούργιο αίμα του θεάτρου πάντα μέσα σε υγιείς επαγγελματικές βάσεις. Δείγμα αυτού η προσπάθειά μας να επιτύχουμε τη διασφάλιση και προστασία των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων καλλιτεχνών θεάτρου με όρους κοινά αποδεκτούς. Πριν την καινοτομία στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, ιεραρχούμε την πάταξη της όποιας εκμετάλλευσης αυτής καθαυτής της ανάγκης του καλλιτέχνη να δημιουργήσει!
Για εμάς δεν είναι και ούτε πρέπει να είναι αυτοσκοπός, το «πραγματικά καινοτόμο». Όλα αυτά παραμένουν άκρως υποκειμενικά και είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο για να το συμπυκνώσει κανείς ανέξοδα σε μερικές γραμμές. Εκείνο που για εμάς παραμένει βασικό ζητούμενο στο θέατρο, πέρα από τις τάσεις και τα ρεύματα της εποχής, τις φόρμες και τις εναλλακτικές προτάσεις, είναι: η προαγωγή και η διάδοση της τέχνης του θεάτρου στον τόπο μας, η αύξηση των θεατών στις θεατρικές αίθουσες και να μπορούμε πάντα να κάνουμε ένα θέατρο που να λέει την αλήθεια στον κόσμο, νάχει ψυχή, να επιτρέπει στους ανθρώπους να ονειρευτούν ένα καλύτερο κόσμο και ένα πιο φωτεινό αύριο, ένα θέατρο που να γεννάει τη ζωή.
«Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας». Τα λόγια αυτά δεν είναι παλιά, είναι πιο επίκαιρα από ποτέ, είναι πέρα και παραμένουν πάνω από τις όποιες καινοτομίες..
Ομοσπονδία θεατρικών Φορέων Κύπρου: Σατιρικό Θέατρο, Θέατρο Ένα, ΕΘΑΛ, Θέατρο Σκάλα, Θέατρο Διόνυσος, Θέατρο Ανεμώνα