«Το παρελθόν είναι ο καθρέφτης μας κι έχει σημασία το τι θα επιλέξεις απ’ αυτό όταν προσπαθείς να συμπλέξεις τη μυθοπλασία, την ιστορία και την πραγματικότητα.»
Πώς ξεκινάτε να γράφετε ένα βιβλίο; Στην περίπτωση του «Η Αλεξάνδρεια σε ακολουθεί» τι συνέβηκε; Υπάρχει η βασική ιδέα, οι χαρακτήρες που είναι απαιτούμενοι για την πλοκή, οι τόποι, οι εποχές κι η αναγκαία ιστορική πλαισίωση. Ύστερα όλος αυτός ο κεντρικός πυρήνας πρέπει να απλώσει, να πλεχτεί, να γίνει έκφραση και έτσι ξεκινά το γράψιμο, μια διαδικασία ριψοκίνδυνη και κοπιώδης, τουλάχιστον για μένα. Με παρόμοιο τρόπο ξεκίνησε και το βιβλίο «Η Αλεξάνδρεια σε ακολουθεί».
Μελετώντας και ερευνώντας για το βιβλίο σας τι είναι αυτό που ανακαλύψατε που σας έκανε εντύπωση; Το γεγονός πως η Belle Epoque, η εποχή μέσα στην οποία στήνεται η πλοκή και κινούνται οι ήρωες, ενώ τελειώνει σ’ ολόκληρη την Ευρώπη με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην Αλεξάνδρεια παρατείνεται για τουλάχιστον μια δεκαετία ακόμη. Το πιο αξιοσημείωτο όμως ήταν η ποικιλία και η ευελιξία της πόλης, μιας πόλης καταφύγιο απ’ τους περιορισμούς της εθνικότητας και της θρησκείας. Εκεί οι άνθρωποι, ακόμα κι αν παρέμεναν στα κλειστά όρια της κοινότητάς τους, μπορούσαν ν’ αλλάζουν ταυτότητα το ίδιο εύκολα, όπως άλλαζαν και γλώσσα, περισσότερο από κάθε άλλη λεβαντίνικη μητρόπολη του διεθνισμού. Κι επίσης το ότι αυτή η διχασμένη στην ουσία κοινωνία, η οποία κατόρθωνε να συνυπάρχει θαυμάσια κάτω απ’ το σκήπτρο του Κερδώου Ερμή, μπορούσε να εμφανίζει μ’ έναν τρόπο μοναδικό τον κοσμοπολιτισμό της, ενώ παράλληλα ήταν ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Έτσι έγινε με την εθνικιστική επανάσταση του Οράμπι, όπως φαίνεται στο προηγούμενο βιβλίο, το «Αγχιάτ Ανχάρ», έτσι γίνεται στο «Η Αλεξάνδρεια σε ακολουθεί» με το κίνημα Ζαγλούλ κι έτσι θα συνεχιστεί στο επόμενο, με τον Νάσερ.
Και σε αυτό το μυθιστόρημα, όπως και στο «Αχγιάτ Ανχάρ», τοποθετείτε την πλοκή στο παρελθόν. Γιατί σας αρέσει να ταξιδεύετε στον χρόνο μέσα απ’ τα βιβλία σας; Το παρελθόν είναι ο καθρέφτης μας κι έχει σημασία το τι θα επιλέξεις απ’ αυτό όταν προσπαθείς να συμπλέξεις τη μυθοπλασία, την ιστορία και την πραγματικότητα. Πέρα απ’ το ότι δημιουργεί μια γοητευτική ατμόσφαιρα και δείχνει έως και τη ρομαντική εκδοχή μιας ζωής που πέρασε ανεπιστρεπτί, βοηθά να κατανοείς καλύτερα την εποχή σου και να ερμηνεύεις τη συλλογική μοίρα και τις ανθρώπινες αντιδράσεις, οι οποίες παραμένουν μέχρι σήμερα αναλλοίωτες, καθώς και τον ίδιο πάντα τρόπο που οι άνθρωποι εθελοτυφλούν στα σημάδια των καιρών, αλλά και επιβιώνουν κάθε φορά σε εκρηκτικές ιστορικές περιόδους, συναισθηματικά και υλικά. Ακόμα, το παρελθόν σε προϊδεάζει πολύ καλύτερα γι’ αυτό που πρόκειται να συμβεί στο μέλλον, όταν μέσα απ’ την πλοκή περνάς τις δεκαετίες για να το συναντήσεις και να το φέρεις στον δικό σου χρόνο.
Ποιο βιβλίο διαβάζετε αυτή την περίοδο και το προτείνετε ανεπιφύλακτα; Αυτή την περίοδο δυστυχώς ο χρόνος για λογοτεχνία δεν επαρκεί. Θα πρότεινα ωστόσο το «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά», του Λεονάρδο Παδούρα, το τελευταίο βιβλίο που διάβασα.
«Η Αλεξάνδρεια σε ακολουθεί», Εκδόσεις Τόπος, Οκτώβριος 2016, σελίδες 512
Η Μαρώ Κάργα
H Μαρώ Κάργα γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1963 στην Αθήνα και μεγάλωσε στη Μύρινα (Κάστρο) της Λήμνου. Οι δικοί της πήγαν εκεί από τη Σμύρνη, το Αϊβαλί, την Πόλη και την Αλεξάνδρεια. Τελειώνοντας στη Θεσσαλονίκη τις σπουδές της στα παιδαγωγικά, προχώρησε σε συστηματική σπουδή σχεδίου και ζωγραφικής. Διδάχτηκε την τέχνη της νωπογραφίας δίπλα στον Τηνιακό Νικόλαο Γαΐτη, μαθητή και συνεργάτη του Φώτη Κόντογλου, και στη συνέχεια ασχολήθηκε με τη συντήρηση οροφογραφιών για μικρό διάστημα στη Σύρο. Επίσης έκανε γλυπτική σε μάρμαρο στο εργαστήρι του γνωστού γλύπτη Πέτρου Δελλατόλα. Έργα της έχουν εκτεθεί σε δημοτικούς χώρους και γκαλερί σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Άνδρο, Λέσβο, Σύρο, Χίο, Νάξο, Μύκονο και Λήμνο. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται και ως εκπαιδευτικός σε δημοτικά σχολεία της Τήνου. Το “Αχγιάτ Ανχάρ” αποτέλεσε το πρώτο της μυθιστόρημα.