Συγγραφέας. Πρόκειται για έναν απ’ τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες, με πολλά βραβεία και διακρίσεις. Έχει την τυρρανία του ανικανοποίητου, αλλά ξέρει ότι αυτό είναι ένας παιδεμός μέχρι την τελευταία πνοή, γιατί πάντα θα σκέφτεται αν έδωσε τον καλύτερό του εαυτό και αν ατό που έγραψε μπορεί να αντέξει στον χρόνο.

Γεννήθηκα το 1964 και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή γύρω από το τούρκικο προξενείο. Εκείνο που θυμάμαι βέβαια πιο έντονα απ’ τα παιδικά μου χρόνια είναι τις διακοπές του καλοκαιριού. Ήταν η ευκαιρία για ένα παιδί της πολυκατοικίας, όπως εγώ, να έρθει σε επαφή με τη φύση. Από δυο χρονών περίπου, για τρεις μήνες το καλοκαίρι, παραθερίζαμε στο χωριό του πατέρα μου, στο Ασβεστοχώρι. Και τότε, στα μέσα του ’60, τα χωριά ήταν πραγματικά χωριά, με διαφορετικά παιχνίδια, στους δρόμους και στις αλάνες. 

Θυμάμαι τον εαυτό μου απ’ τα 15 μου να έχω ως όραμα να δουλέψω σε ένα εργαστήριο πανεπιστημίου του εξωτερικού, όπου αφοσιωμένος στην επιστήμη θα περνούσα ένα κομμάτι της ζωής μου στην αναζήτηση της γνώσης. Αργότερα, συνειδητοποίησα ότι εγώ και οι θετικές επιστήμες δεν ήμασταν οι καλύτεροι φίλοι. Το δεύτερο που κατάλαβα είναι ότι ο κόσμος είναι κάτι πολύ πιο ευρύ και ενδιαφέρον από ένα εργαστήρι επιστημονικής έρευνας, όσο κι αν σε αυτά οφείλουμε ένα σωρό πράγματα. Αποφάσισα, ύστερα από μια παρατεταμένη σχέση με την ανάγνωση, να απλωθώ στον ωκεανό της γραφής, ο οποίος μου έδινε την αίσθηση μιας απίστευτης ευρύτητας. 

Ένα μεγάλο κομμάτι της εφηβείας μου το πέρασα ασκούμενος στην ποίηση. Η εφηβεία είναι μια περίοδος στη ζωή του ανθρώπου που συχνά έχει εσωστρέφεια. Η άσκηση στην ποίηση εκείνα τα χρόνια ήταν μια καλή συνδρομή στην αναζήτηση ταυτότητας. Στα 18 λοιπόν δημοσιεύτηκε στον «Ταχυδρόμο», σε μια στήλη που ονομαζόταν «Το κλαμπ των νέων», ένα δικό μου ποίημα. Όταν το είδα, ένιωσα ένα συναίσθημα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Είναι σαν να ακουμπάς για πρώτη φορά ένα όνειρο. 

Το πρώτο βιβλίο το κυκλοφόρησα το 1995. Για τέσσερα χρόνια όμως εκκρεμούσε το θέμα της έκδοσης. Το είχα καταθέσει σε διάφορους εκδοτικούς οίκους της Αθήνας, γιατί δεν με ενδιάφερε κάποιος επαρχιακός οίκος. Εκείνα τα τέσσερα χρόνια που περίμενα ήταν μια καλή άσκηση υπομονής. Το να μάθεις να περιμένεις είναι ένα γενικότερο μάθημα, που όσο πιο νωρίς το μάθει ο δημιουργός, τόσο καλύτερα. 

Ποια σκέψη γίνεται βιβλίο; Εκείνη που συνήθως γίνεται εμμονή σε θεματικό επίπεδο ή στην ατμόσφαιρα της γραφής. Όσο αυτή μένει μέσα και δεν φεύγει, καταλαβαίνω ότι είναι το έναυσμα ενός καινούριου βιβλίου. Είναι το σύμπτωμα που επιμένει και δηλώνει ότι πρέπει να γίνει μια χειρουργική πράξη. Και αυτή η χειρουργική πράξη είναι η συγγραφή του βιβλίου. 

Το μυθιστόρημα, αν θέλει να έχει κάποιες απαιτήσεις και φιλοδοξίες, πρέπει να αντιμετωπίζεται με επαγγελματισμό. Είναι ένα είδος γραμματειακό, με πολλές απαιτήσεις, θέλει συνέπεια, αφοσίωση και μια μακροχρόνια σχέση, για να αποφέρει κάποια στιγμή καρπούς. 

Η ιστορία υπάρχει στα περισσότερα απ’ τα βιβλία μου. Είναι πολύ εύκολο να παρασυρθεί κανείς από ενδιαφέρουσες πτυχές, από γεγονότα ελκυστικά ή άγνωστα. Η εισδοχή στον κόσμο των αρχείων πρέπει κάποια στιγμή να τελειώνει, με θέληση του συγγραφέα. Να λέει ότι φτάνουν τα ντοκουμέντα, γιατί ήρθε η ώρα για επινόηση και μυθοπλασία. Όταν η ιστορία είναι εις βάρος της μυθοπλασίας, ο συγγραφέας έχει χάσει το στοίχημα. Μπορεί να υπάρχει ιστορικός διάκοσμος, αλλά η βασική δουλειά του είναι να πλάθει ιστορίες.

Η γραφή δεν είναι η αποκλειστική μου ενασχόληση. Κάθε πρωί πηγαίνω στη δουλειά –είμαι δάσκαλος εδώ και 30 χρόνια– και επιστρέφω το μεσημέρι. Αυτό σημαίνει ότι τα μυθιστορήματα γράφονται με ένα περίσσευμα χρόνου που το εξοικονομεί κανείς δύσκολα. Το εκ πρώτης όψεως μειονέκτημα της καθημερινής δουλειάς στο σχολείο είναι ότι μου κόβει ένα κομμάτι δύναμης και χρόνου. Απ’ εκεί και πέρα έχει πολλά πλεονεκτήματα, που πέρασαν χρόνια για να τα συνειδητοποιήσω. Το να πηγαίνει ένας συγγραφέας κάθε πρωί στη δουλειά του, του δίνει μια επαφή με την πραγματικότητα και τους ανθρώπους. Αποτρέπει λοιπόν τον δημιουργό από το να βρίσκεται μέσα στον ελεφάντινο πύργο του. Είναι στη ζωή, στις αγωνίες των ανθρώπων. Αυτή τη σχέση με τη ζωή η πεζογραφία τη χρειάζεται. 

Παράλληλα, είμαι πιο πειθαρχημένος. Έχω οικογένεια, την καθημερινή υποχρέωση στη δουλειά και στο σχολείο ως δάσκαλος. Τα Σαββατοκύριακα ξυπνώ ξημερώματα, για να εκμεταλλευτώ ώρες. Λίγες είναι οι φορές που μπορώ να πω ότι τεμπέλιασα, ότι χαλάρωσα. 

Η εποχή της συγγραφής μου δίνει μια φοβερή ευεξία. Η ώρα της δημιουργίας είναι μια αναγέννηση ψυχής, πνεύματος, που σου δίνει την ψευδαίσθηση της αθανασίας και της νεότητας Η δημιουργία έχει αυτή την ευδαιμονία, αλλά και την τυραννία του ανικανοποίητου. Είναι ένας παιδεμός μέχρι την τελευταία πνοή. Πάντα θα σκέφτεσαι αν έδωσες τον καλύτερο σου εαυτό ή αν αυτό που έχεις γεννήσει μπορεί να αντέξει στον χρόνο. 

Όποιος θέλει να πιστεύει ότι δεν γράφει απλά βιβλία, αλλά ότι είναι συγγραφέας, ότι είναι λογοτέχνης, και θα αφήσει κάτι στους ανθρώπους, αναπόφευκτα βασανίζεται. Πολλές φορές περνάω εσωτερικές κρίσεις. Είναι κι ένας άλλος εφιάλτης το να μην επαναλαμβάνεσαι. Αυτό με καταπιέζει ιδιαίτερα και προσπαθώ, όσο είναι δυνατόν, τα βιβλία μου να έχουν μια ιδιοπροσωπία. Να έχουν από μακριά την ακτινοβολία μιας ξεχωριστής ταυτότητας. Το αν το καταφέρνω ή όχι δεν μπορώ να το κρίνω όμως εγώ.

Για έναν ανέμελο νέο του ’80, όπως υπήρξα, υπήρχε ο φόβος ότι η οικογένεια ή ένα παιδί θα μου κόψει την έμπνευση. Η αλήθεια είναι ότι σου φρενάρει την ελευθερία των κινήσεων. Το να είσαι όμως υπεύθυνος για ένα μικρό παιδί ταυτόχρονα σε σπρώχνει στην πειθαρχία. Πιστεύω πολύ στην πειθαρχία. Και σου δίνει πολλές ώρες στο σπίτι, που αλλιώς θα ήταν άλλοι πειρασμοί, για να γυρνάς δεξιά και αριστερά. Πιστεύω πως έγινα καλύτερος συγγραφέας αναλαμβάνοντας οικογενειακές ευθύνες. 

Ο άνθρωπος μεγαλώνοντας χάνει κάτι απ’ τη ζωτική ορμή. Χάνει επίσης την ψευδαίσθηση της αθανασίας που έχει όταν είναι νέος. Γίνεσαι πολύ πιο υποψιασμένος απέναντι στη φθορά και τη θνητότητα όσο περνάνε τα χρόνια. Απ’ εκεί και έπειτα, εκείνο που κερδίζεις –και είναι η μεγάλη αποζημίωση– είναι ότι μπορείς και καταλαβαίνεις τη σχετικότητα των ιδεολογιών, μπορείς να καταλαβαίνεις τι είναι σημαντικό και τι ασήμαντο στη ζωή σου και μαθαίνεις να κερδίζεις τον χρόνο και να τον σέβεσαι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι όταν ήσουν μικρός. 

Δεν θα διάβαζα ποτέ ένα βιβλίο με ροζ περιεχόμενο. Αυτό δεν είναι σνομπισμός. Βαριέμαι όλα αυτά τα διαβάσματα που δεν έχουν μια φιλοδοξία μέσα τους. Είναι ένα αναμάσημα μιας γλώσσας καθημερινού, τηλεοπτικού σίριαλ. Όσες φορές επιχείρησα να διαβάσω κάτι light, κατάλαβα ότι δεν μου ταιριάζει καθόλου. Μπορώ να διαβάσω μια περιπέτεια, ένα αστυνομικό, αλλά η εύπεπτη λογοτεχνία της παραλίας μού προκαλεί χασμουρητά. 

Θα ήθελα να συνεχίσω να είμαι δημιουργικός μέχρι το τέλος, όποτε είναι αυτό. Να είμαι συγγραφέας. Αυτό δεν είναι αυτονόητο, διότι πολλοί συγγραφείς συνειδητοποιούν ότι αυτά που είχαν να πουν τα είπαν ή ότι αυτά που λένε δεν ενδιαφέρουν τους άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι μια δύσκολη ώρα. Με τρομάζει αυτό. Θέλω να πιστεύω ότι αν συμβεί, με μια αξιοπρέπεια θα αποτραβηχτώ και θα παρακολουθώ τα βιβλία μου και τις αντοχές τους στον χρόνο. 

Το νέο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού «Λίγες και μία νύχτες» κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Πατάκης.