Όλα ήταν ένα στοίχημα. Από τότε που έσκυβε πάνω στους σκάμνους και τα εκκλησιαστικά έπιπλα, στα παραβάν και τις ξαπλώστρες, στις βυζαντινές εικόνες, στο καζαντί και τον λαϊκό πολιτισμό, για να ανιχνεύσει τα σημάδια της ιστορίας. Στοίχημα ήταν και η φυγή του από την Κύπρο, κάπου τη δεκαετία του ’60, σε αναζήτηση του «άλλου». Κυρίως εκτός και με μικρά διαλείμματα εντός όλα αυτά τα χρόνια, ο Γλαύκος Κουμίδης επιστρέφει ρίχνοντας άγκυρα στο παλιό, βιομηχανικό υποστατικό του πατέρα του στην Επτανήσου 103, στην καρδιά της πρωτεύουσας.

Παλαιότερα δήλωνες ότι ζούσες εντός και εκτός. Τώρα επιμένεις εντός; Πώς βιώνεις και πάλι την πρωτεύουσα; Στη Λευκωσία το μέσα και το έξω είναι δυσδιάκριτο, αν όχι αδιευκρίνιστο. Βρισκόμαστε, καλή ώρα, στο γεωγραφικό κέντρο του άστεως. Κι όμως δεν τρέχει τίποτα. Η περιστοίχιση του ενετικού τείχους έχει προ πολλού αναιρεθεί. Με τραυματικό τρόπο μάλιστα, από την αιχμηρότητα της νεκρής ζώνης. Η σχηματική εσωστρέφεια δεν έχει πια νόημα. Και φοβούμαι πως τα πράγματα θα γίνουν ακόμα πιο ανισόρροπα, όταν θα τελειώσει η Πλατεία Ελευθερίας. Πολύ πιθανόν ο τσιμεντένιος όγκος να ρουφήξει σαν σφουγγάρι, φυσικώ τω τρόπω, την όποια ικμάδα απέμεινε στα ενδότερα.

Και μάλιστα σε αυτή τη μεριά της Λευκωσίας, τον ομφαλό της Κύπρου, θα έλεγα.  Μπορεί να απορρυθμίσει την πόλη ακόμα περισσότερο, αφού εκτός από τις χωροταξικές αλλαγές θα επιταθούν και οι αρρυθμίες που εδώ και χρόνια επέφερε η αλλαγή στα ωράρια. Η παλιά πόλη ζούσε παραγωγικά, με το φως της ημέρας. Σήμερα κάνει πως χαίρεται τη νύκτα. Ίσως γιατί το σκοτάδι και ο μίζερος φωτισμός κρύβουν τα μαύρα της τα χάλια. Μεταβατικό στάδιο, θα μου πείτε, προς κάτι καλύτερο. Μα πώς; Μέχρι να τελειώσουν τα μεγαλεπήβολα έργα έχει αποδιοργανωθεί η μισή πόλη κι απονεκρώθηκε η άλλη μισή. Καμιά φορά διερωτώμαι ποιους άραγε να εξυπηρετεί αυτό το μακρύ ζεϊμπέκικο.

Άλλαξαν όλα μετά την εισβολή του ’74 και έκτοτε όλοι ζούσαν με τον φόβο της Πράσινης Γραμμής. Σίγουρα δεν φταίνε μόνο οι αρχές. Είναι και οι πιεστικές ανάγκες του κόσμου, οι ανασφάλειες, πολλές φορές η άγνοια, που επέφεραν συχνά ανεπανόρθωτες ζημιές. Προσέξτε τα υπέροχα εσωτερικά των παλιών κατοικιών, που πνίγονται στο πριονίδι. Σημάδια εγκατάλειψης, από τότε που οι ακριτικές συνοικίες γίναν επίφοβες και τα παζάρια στην Ερμού κι αλλού εξέλιπαν ή ατρόφησαν. Με όλη τη συμπάθεια για τους καλούς βιοτέχνες, αυτοί είναι που στη θλιβερή συνέχεια ρήμαξαν ό,τι αξιοθαύμαστο άφησαν ανέπαφο οι ένοπλες συγκρούσεις. Δυστυχώς η κατάσταση ανάγκης επέτρεψε στον κάθε ανίερο βιοπαλαιστή να ασελγήσει ατιμωρητί στις λαξευτές πουρόπετρες. Κι όλα αυτά για να φτιαχτούν εν τάχει τα κάγκελα, οι πόρτες και τα ερμάρια για τις πολυκατοικίες που φύτρωσαν μετά το ’74 στα περίχωρα. Η Λευκωσία έφαγε κυριολεκτικά από τις σάρκες της, για να επιβιώσει. 

Ζώντας την περιοχή πώς νιώθεις για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει; Η Χρυσαλινιώτισσα είναι ένα μοντέλο που λίγο πολύ λειτούργησε. Εδώ, γύρω στην Πλατεία Τυλληρίας, συνεχίζει να επενεργεί καθηλωτικά το χρόνιο γιαπί του δημαρχείου, και λίγο πιο κάτω ο μουσουλμανικός θρησκευτικός βίος, που σε συνδυασμό με τον ηχητικό εκφοβισμό από τους επέκεινα μιναρέδες, τείνει να γίνει εφιαλτικός. Το ζητούμενο είναι να κατοικηθεί κι αυτή η περιοχή ευπρεπώς, χωρίς να πρέπει οι περίοικοι να υπομένουν τις αυθαιρεσίες του κάθε μάγκα που έμαθε να εκμεταλλεύεται την αδιαφορία των δημοτικών αρχών. 

Παρόλα αυτά, εσύ επέλεξες να επιστρέψεις εδώ. Ναι, γιατί εδώ μεγαλώσαμε, στο πήγαινε-έλα, μέσα κι έξω από τα τείχη. Ο χώρος είναι παιδιόθεν οικείος. Εξάλλου, έχω εδώ τη δυνατότητα να δουλεύω σ’ ένα παλιό, βιομηχανικό υποστατικό, που μου επιτρέπει να έχω γύρω μου, ως υπόμνηση, έργα των τελευταίων τριών δεκαετιών. Με δυνατότητα παρουσίασής τους στον επισκέπτη. Ίσως κάποια μέρα να θελήσω να κατοικήσω κιόλας εδώ. Προς ώρας συμμερίζομαι την ανασφάλεια των περαστικών. Η χυδαιότητα των γκραφίτι στους γύρω δρόμους μιλά από μόνη της.     

Ποιες ήταν οι πιο καλές στιγμές; Θυμούμαι τη δεκαετία του ’50, κι ακόμα καλύτερα τα ’60s. Τους μαστόρους, τους καφετζήδες, τον Στέφανο που ξύριζε περιφερόμενος με το βαλιτσάκι του τα αφεντικά μέσα στα γυαλόφρακτα γραφεία τους. Θυμούμαι τα τούρκικα ονόματα κάποιων δρόμων. Ακόμα και την οδό Σούτσου, που έσφυζε τότε ολημερίς από ζωή, με τις γυναίκες της να σφουγγαρίζουν το πεζοδρόμιό τους και ν’ ανάβουν καντήλι προτού περάσουν στη βιοπάλη. 

Πώς βιώνεις την καθημερινότητα εδώ σήμερα; Έχει τη δική της γοητεία. Το φως μέσα στο εργαστήρι μου, ιδίως τέτοια εποχή, γύρω στις πέντε, είναι μαγεία. Όπως και το αεράκι στην ταράτσα. Όμως η καθημερινότητα είναι καμιά φορά σκληρή. Κι επικίνδυνη. Μ’ έχουν απειλήσει πολλές φορές.

Θράσος ή είναι στο γονίδιό μας αυτός ο εγωκεντρισμός; Τι περιμένετε, όταν δεν υπάρχει τιμωρία, όταν οι νόμοι δεν εφαρμόζονται. Βεβαίως πρόκειται για θράσος, αφού οι απειλές προέρχονται παραδόξως από αδικοπραγούντες. Πιστεύω πως οι συμπεριφορές αυτές έχουν τις καταβολές στη δεκαετία του ’60. Τότε έγινε η μεγάλη ζημιά στην κοινωνία μας. Τους τσαμπουκαλήδες εκείνης της περιόδου είναι που μιμείται ο κάθε ανημέρωτος σήμερα.      

Τα πλοκάμια εκείνης της περιόδου φτάνουν μέχρι σήμερα και καθορίζουν εν πολλοίς τα πράγματα. Ήταν μια ψυχοφθόρος δεκαετία. Το λέω με κοινωνιολογική επίγνωση. Οι παρενέργειές της καθορίζουν εν πολλοίς, ακόμα και σήμερα, τη συμπεριφορά πολλών λαϊκών ανθρώπων. Ακόμα και το ήθος του υψηλόβαθμου πολιτικού προσωπικού της χώρας, όπως πολλάκις απεδείχθη τελευταία. Το έθος της ύπουλης βίας, του δόλου και του χρηματισμού. Αυτά.     

Πώς σκέφτεσαι να ριζώσεις, να αξιοποιήσεις τον χώρο εδώ; Θα προσπαθήσω να τον χαρώ δημιουργικά, όσο κρατούν οι δυνάμεις μου, κι όχι μόνο οι σωματικές. Οι περικοπές στα κονδύλια για τον πολιτισμό και η πεσμένη αγορά δοκιμάζουν σήμερα όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες του χώρου. Ελπίζω να τα καταφέρω, με κάποιο εκθεσιακό άνοιγμα. Ίσως το εγχείρημα να μην αποδώσει όσα θα απέδιδε η πιο βολική μετατροπή του χώρου σε πάρκιγκ, αλλά είμαι απ’ εκείνους που ελπίζουν πως μια μέρα τα αυτοκίνητα θα αποκλειστούν από την περιοχή, όπως και τα στρατιωτικά φυλάκια.

Πώς δηλαδή θα χαρείς τον χώρο; Με νέες εικόνες και χρώματα. Και με τη βοήθεια των «εννοιών», που μπορεί να χρειάζονται πιο επίπονο ψάξιμο, όταν όμως συνεργήσουν, η χαρά είναι μεγάλη. Πολλοί νομίζουν πως η εννοιολογική τέχνη είναι κάτι άχαρο. Κάνουν μεγάλο λάθος, ίσως γιατί κρίνουν με γνώμονα τις διακοσμητικές τους ανάγκες. Ελπίζω όμως να δοκιμάσω και κάτι ευρύτερο, από κοινού με κάποιους λογοτέχνες που εκτιμώ ιδιαιτέρως, μπορεί και μουσικούς.

Βλέπεις τη Λευκωσία σαν προοπτική ενωμένης πόλης; Βεβαίως. Είναι μια ζωτική προοπτική… Αλλά έστω κι αν με κάποιο μαγικό τρόπο επέλθει η ενότητα, η από καρδιάς ενοποίηση της πόλης θα είναι δύσκολη. Ακούω πως στην άλλη μεριά έχουν εγκατασταθεί χιλιάδες έποικοι. Ένα πράγμα η «ελεύθερη» διακίνηση κι άλλο η ενοποίηση. Ίσως η πρώτη ν’ αποτελεί προϋπόθεση για τη δεύτερη. Μπορεί όμως και να την παρελκύει υστερόβουλα, αφού το επιλεκτικό άνοιγμα διόδων άρχισε να παίρνει χροιά μεθοριακού διακανονισμού. Όσο επειγόμενος ειρηνιστής και να ’ναι κάποιος, δεν μπορεί να το παραβλέψει αυτό. Συμπαθώ όσους απαιτούν λύση τώρα, και δεν νομίζω πως είναι τόσο αφελείς να πιστεύουν πως ο Ακιντζί θα μπορούσε μια μέρα να αυτονομηθεί. Μάλλον για ακραίους ρεαλιστές θα πρόκειται, που διεκδικούν το πρακτικώς αδύνατο. Βe realistic, demand the impossible, είπε ο Τσε. Let them be, λέω εγώ.    

Έχεις πάει; Πώς βλέπεις την κατάσταση; Δεν πήγα. Παρακολουθώ όμως και προβληματίζομαι.

Δεν θέλεις να έχεις ιδίαν άποψη; Και ιδίαν άποψη έχω, και πολιτική στάση πήρα, αλλά είναι κυρίως οι ψυχικές ενστάσεις που δεν μου επιτρέπουν να συμπεριφέρομαι σαν σκυλάκι στο λουρί, που πάει ν’ αφήσει τα υγρά του οξέα στα κατεχόμενα. Προτιμώ να πίνω τις μπύρες μου χωρίς τον πειθαναγκασμό της όποιας «επαναπροσεγγιστικής» ιδεολογίας.

Προτιμάς να ζεις με την ανάμνηση; Προτιμώ. Η άσκηση στην αποδοχή τετελεσμένων δεν με ενδιαφέρει.

Θα ήταν καλύτερα να γυρίσουμε την πλάτη και να εκχωρήσουμε τα πάντα; Η επιλογή ήταν εξαρχής κάτι πολύ προσωπικό, από τότε που ο Ντενκτάς μάς έπιασε εξαπίνης. Στη συνέχεια όμως αφέθηκε με ανεύθυνο τρόπο στην κρίση των οπορτουνιστών και των τζογαδόρων. Η διαμόρφωση μιας συλλογικής στάσης θα ήταν αυτονόητη σε μια καλύτερα οργανωμένη κοινωνία, με στοιχειώδη αυτοσεβασμό.

Ασκούμαστε υπό συνθήκες κατοχής στον ατομικισμό. Θυμούμαι τη δική μου αμηχανία το 2003, όταν μου ζητήθηκε από κάποιο γερμανικό έντυπο να γράψω κάτι. Δυσκολεύτηκα πολύ να αποδώσω τους καθοδηγητικούς γρίφους που ψέλλισαν τότε οι πολιτικοί μας ταγοί. Τελικά άφησαν τον κόσμο αβοήθητο, έρμαιο των περιστάσεων.

Δεν ήταν πάντα ανώριμη η πολιτική ηγεσία μας. Ανώριμοι είμαστε εμείς που την ανεχόμαστε. Έπαψα από καιρό να παρακολουθώ τα ευρήματα των κομματικών αναλυτών, φοβάμαι όμως πως ανά πάσα στιγμή μπορεί να γίνει μια άλλη ξαφνική κίνηση, που θα μας αποτελειώσει. Η δημογραφική υποτέλεια είναι έτσι κι αλλιώς προδιαγεγραμμένη.

Στον αγώνα για επίλυση αφήσαμε πολλά άλλα πράγματα πίσω και λειτούργησε και σαν άλλοθι. Ίσως γι’ αυτό να υπάρχει η ανάγκη μιας λύσης, για να ξέρουμε πού σταματά το πράγμα και πώς πάμε παρακάτω. Μα δεν νομίζω πως αυτοί που καθοδηγούν αυτόν τον «αγώνα για επίλυση» θα άφηναν ποτέ τα ηνία να ξεφύγουν από τα χέρια τους. Θα φροντίσουν το κοστούμι της όποιας λύσης να είναι στα μέτρα τους.

Γιατί έφυγες από την Κύπρο; Δεν είναι ότι αισθάνθηκα ανεπιθύμητος. Έμεινα έξω μάλλον από περιέργεια.

Για να αναζητήσεις άλλες προοπτικές; Σε αναζήτηση του «άλλου», αυτού που ο καθένας μας μπορεί να εξηγήσει όπως φαντάζεται. Εξάλλου δεν πήγα και πολύ μακριά, στην Ευρώπη ζούμε όλοι σήμερα.

Τι ανακάλυψες μέσα από αυτή τη φυγή; Την απόλαυσες τουλάχιστον; Κάποτε ναι, κάποτε όχι. Τα ανεβοκατεβάσματα όμως δεν τελείωσαν. Κυριολεκτικά, γιατί πρέπει να σου πω πως στη Γερμανία κατοικώ εδώ και τρεις δεκαετίες στον τρίτο όροφο ενός διατηρητέου του 1899, χωρίς ασανσέρ. Ογδόντα σκαλοπατάκια πάνω κάτω, καθημερινά. Κι ομολογώ πως άρχισα να δυσκολεύομαι. Τέτοια μικρά, πρακτικά κωλύματα έρχονται και με βρίσκουν τελευταία. Είμαι βέβαιος πως κάποια στιγμή η ποσοτική συσσώρευση θα κάνει και τη μεγάλη ποιοτική διαφορά. Οψόμεθα.

Τα εικαστικά στην Κύπρο βλέπεις να έχουν αλλάξει από τη δεκαετία του ’80; Αλίμονο αν δεν άλλαζαν. Τα νέα παιδιά λειτουργούν σήμερα πιο συλλογικά, κι αυτό είναι καλό. Οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις είναι πιο χαλαρές, παρόλο που πληθαίνουν και οι ακραίες χαζομάρες. Ένα άλλο φαινόμενο είναι η υπέρμετρη χρήση της αγγλικής και η συνεπακόλουθη δυσκολία επικοινωνίας με το ευρύτερο κοινό.

Είναι δικαιολογία. Δεν είναι; Βολεύει, αφού η αγγλική είναι γλώσσα σπουδών και γενικότερα χρήσιμη για τη μετέπειτα ενημέρωση και επικοινωνία με τα μητροπολιτικά κέντρα.

Εσύ φοίτησες στο English School. Ήταν δική σου επιλογή; Ήταν επιλογή του πατέρα μου. Eίμαι ευγνώμων για τα καλά αγγλικά που μας έμαθαν εκεί, παρά το γεγονός πως για μένα προσωπικά το τελικό, πρακτικό τμήμα υπήρξε περίοδος πνευματικής ξηρασίας. Αβέρτα μαθηματικά και φυσική. Art; Νo way! 

Παρόλα αυτά, χειρίζεσαι την ελληνική άριστα. Δούλεψα τη γλώσσα μόνος μου αργότερα, στη Γερμανία. Παράγγελνα  βιβλία με το ταχυδρομείο, δεν είχε τότε internet, τα μάρκα έπρεπε να γίνουν δραχμές, κι αυτό κράτησε μερικά χρόνια. Το είχα ανάγκη όμως, γιατί κατάλαβα πως η γλώσσα δεν είναι μόνο ένα εργαλείο.

Είχες καλή σχέση με τον πατέρα σου; Τελικά νομίζω ναι. Αλλιώς δεν θα βρισκόμουν εδώ σήμερα, κάτω απ’ αυτούς τους τέσσερις τσίγκινους θόλους, τα λεγόμενα Νisset huts. Ο πατέρας ήταν ένας ευφυής άνθρωπος, δεξιοτέχνης, κι έγραφε σωστή καθαρεύουσα, παρόλο που δεν πήγε στο γυμνάσιο. Δραστήριος σε επαγγελματικές οργανώσεις, κι αν κρίνω από παλιές φωτογραφίες, μοδάτος. Δήλωνε δε εμφατικά αυτοδημιούργητος, όπως οι πλείστοι νεότεροι επιχειρηματίες της εποχής του. Έχω υπόψη μου μια φωτογραφία από την πρώτη διεθνή εμπορική έκθεση που έγινε στην τάφρο, απέναντι από το Ελένειο, δεκαετία του ‘60, όπου υποδέχεται τον Μακάριο στο περίπτερο της συρματουργίας του. Η λάμψη στο πρόσωπό του εκφράζει με εντυπωσιακό τρόπο την ανάταση που σήμαιναν τότε γι’ αυτούς τους ανθρώπους οι απαρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Νιώθεις την παρουσία του εδώ; Βεβαίως, όχι μόνο του ιδίου, αλλά και των εργατών που δούλεψαν εδώ μέσα. Στην ακμή του εργοδοτούσε είκοσι άτομα.

Θέλεις να ριζώσεις ξανά εδώ; Ίσως. Ο χρόνος θα δείξει.