«Το να γράψεις ένα βιβλίο είναι πιο εύκολο απ’ όσο νομίζουν όσοι δεν το έχουν επιχειρήσει. Το να γράψεις ένα πραγματικά καλό βιβλίο είναι πιο δύσκολο απ’ όσο νομίζουμε όσοι το έχουμε επιχειρήσει».
Πώς ξεκίνησε η ιδέα του νέου σας βιβλίου, «Οι τυφλοί»; Δεν μπορώ να προσδιορίσω κάποιο σημείο εκκίνησης για την ιδέα του βιβλίου. Ήθελα από πολλά χρόνια να ασχοληθώ με το είδος του λογοτεχνικού λαβύρινθου που θαύμαζα σε παλιότερους, γνωστούς συγγραφείς, και σιγά σιγά μάζευα στοιχεία και αφηγηματικές ψηφίδες. Όταν ένιωσα ότι είχα συγκεντρώσει αρκετά, άρχισα να τα βάζω σε τάξη, και αργότερα συνειδητοποίησα ότι η μορφή που τους ταίριαζε περισσότερο ήταν αυτή μιας «οργανωμένης αταξίας».
Ποιο χαρακτήρα απ’ το βιβλίο σας, αν σας δινόταν η ευκαιρία, θα θέλατε να συναντήσετε; Τους έχω συναντήσει όλους στις σελίδες του βιβλίου μου, και αυτή είναι για μένα η πιο σημαντική συναναστροφή που θα μπορούσαμε να έχουμε. Κάποιους δε (σε άλλες μορφές και εκδοχές τους) τους έχω παρατηρήσει και εκτός βιβλίου, σε ανύποπτες περιπλανήσεις μέσα στην πόλη, σε ταινίες του σινεμά ή σε φωτογραφίες που έπεσαν τυχαία στα χέρια μου.
Ποιο είναι το αγαπημένο κομμάτι της ιστορίας σας;
Νομίζω η αναζήτηση της Σοφίας, γιατί είναι ο κεντρικός καμβάς του έργου και γιατί ο Ισίδωρος είναι ένα ευάλωτο πλάσμα που αγαπώ πολύ.
Είναι εύκολο το να γράψεις ένα βιβλίο;
Το να γράψεις ένα βιβλίο είναι πιο εύκολο απ’ όσο νομίζουν όσοι δεν το έχουν επιχειρήσει. Το να γράψεις ένα πραγματικά καλό βιβλίο είναι πιο δύσκολο απ’ όσο νομίζουμε όσοι το έχουμε επιχειρήσει.
Τα βραβεία που κερδίσατε για τα δυο τελευταία σας βιβλία έβαλαν, έστω και στιγμιαία, φρένο στην έμπνευση και τη δημιουργία; Όχι, ίσα ίσα. Είναι πάντα όμορφο να νιώθεις την αποδοχή των ανθρώπων που απαρτίζουν τον χώρο και στην περίπτωσή μου επιδρούν ως καύσιμη ύλη για να δώσω πιο επεξεργασμένα δείγματα. Δεν ξέρω πώς θα συμπεριφερόμουν αν δεν είχα ακούσει ποτέ καλό λόγο από κανέναν. Ίσως και να τα είχα παρατήσει.
Όταν γράφετε, πώς είναι ο περιβάλλοντας χώρος σας; Γράφω σχεδόν αποκλειστικά στο γραφείο του σπιτιού μου, στο λάπτοπ που έχω εδώ και δέκα περίπου χρόνια, με θέα στο πίσω μπαλκόνι και σ’ έναν ακάλυπτο. Ωστόσο κατά καιρούς έχω γράψει και αλλού, με την προϋπόθεση να υπάρχει υπολογιστής και ένα έπιπλο για να στηρίζεται. Δεν αντέχω τον γραφικό μου χαρακτήρα, γι’ αυτό και η γραφή με το χέρι αποκλείεται.
Ποιο βιβλίο υπάρχει αυτή την περίοδο στο κομοδίνο σας; Αυτή την περίοδο αναπαύομαι από την αναμέτρηση με τα «Χίλια οροπέδια» των Ντελέζ – Γκουαταρί. Όταν επουλωθούν οι αναγνωστικές πληγές μου, σκέφτομαι να αρχίσω το «Γύρνα πίσω άγγελέ μου» του Τόμας Γουλφ.
«Οι τυφλοί», Εκδόσεις Καστανιώτη, Μάιος 2017, Επιμέλεια: Μαρία Μαυροματάκη, Σελίδες: 608
Νίκος Α. Μάντης
Ο Νίκος Λαμπρόπουλος, όπως είναι το πραγματικό όνομα του Νίκου Α. Μάντη, γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε νομικά και ασχολήθηκε με το θέατρο. Το βιβλίο “Το μάτι του άνθους” ήταν η πρώτη του ποιητική συλλογή. Με το ψευδώνυμο Νίκος Α. Μάντης, εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων “Ψευδώνυμο” (2006), καθώς και δύο μυθιστορήματα, “Το χιόνι του καλοκαιριού” (2010) και “Άγρια Ακρόπολη” (2013), όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Έχει μεταφράσει από τα αγγλικά το “Βαθέκ” του William Beckford, τα “Χίλια χρόνια καλές προσευχές” της κινέζας Yiyun Li.