Αυτό λέει, πως «όποιος ζήσει θα δει». Ακόμα κι αν οι εξαίσιες μουσικές της έχουν χαρακτηριστεί «ακούσματα για την αιωνιότητα», η σπουδαία Ελληνίδα συνθέτης παραμένει μια σεμνή υπηρέτης του ταλέντου της. Τα μελαγχολικά ηχοτοπία της απλώνονται ανάμεσα στην ατμοσφαιρική τζαζ και τον έντεχνο λυρισμό χαρίζοντας μοναδικές συνθέσεις που καθηλώνουν.
Ακούτε μουσική στο σπίτι; Τι ακούσατε σήμερα το πρωί; Ακούω συνήθως το βράδυ. Τα πρωινά παίζω πιάνο, αυτοσχεδιάζω, και το βράδυ, όταν είμαι σπίτι, ακούω μουσική αναλόγως τι μου κάνει κέφι.
Όπως; Ακούω καλή μουσική. Δεν ακούω atonal, θέλω κάτι που να με αγγίζει. Μου αρέσει η κλασική μουσική, η jazz, η προκλασική και έχω ιδιαίτερη αδυναμία στον Mahler.
Κάνετε αυτό που θέλατε να κάνετε πάντα στη ζωή σας; Νιώθω ότι είμαι μουσικός από τότε που γεννήθηκα. Από 7 χρονών νομίζω έγινε πιο συνειδητά. Άκουγα τον παππού μου που έπαιζε μαντολίνο και η μουσική του είχε κάτι το λεβέντικο… Μου άρεσε να φτιάχνω ήχους με διάφορα αντικείμενα, ενώ όταν είδα το πιάνο, κατάλαβα ότι αυτό με ενδιέφερε μόνο.
Πώς ήταν το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώσατε; Γεννήθηκα σε ένα μικρό, ορεινό χωριό της Φωκίδας, το Τείχιο. Το γράφει αυτό το χωριό μάλιστα και ο Θουκυδίδης στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Εκεί έζησα πολύ ωραία χρόνια ελευθερίας, ήμουν ξυπόλητη μες στο δάσος, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς νερό –το κουβαλάγαμε καθημερινά–, είχαμε λάμπες πετρελαίου, τζάκι. Είχε μια ταλαιπωρία, αλλά ήταν πολύ γραφικό.
Αυτά σας έχουν καθορίσει; Δεν γίνεται αλλιώς. Όπως και το δάσος με έχει καθορίσει. Ανάμεσα στους δρύες και τα έλατα πήρα μπόλικο οξυγόνο και είχα μεγάλες δόσεις ελευθερίας. Ήμουν κοντά στη φύση και στα ζώα. Τα ζώα είναι πολύ ωραία παρέα για παιδιά.
Τι ήχους είχε η παιδική σας ηλικία; Άκουγα το θρόισμα του ανέμου στα φυλλώματα των αιωνόβιων δέντρων, τον ήχο του νερού, τα σκυλιά που γαύγιζαν τρέχοντας ελεύθερα, τις κατσίκες που είχαμε, τις ψαλμωδίες της εκκλησίας που ήταν κολλητά με το σπίτι μας… Άκουγα επίσης τα υπέροχα τραγούδια που έλεγαν οι γυναίκες την ώρα που μάζευαν καλαμπόκι, τους ήχους απ’ τα κλαρίνα στα πανηγύρια, τον παππού μου που είπα πιο πριν…
Η μετάβαση από ένα τέτοιο περιβάλλον, με δρύες, έλατα και ψαλμωδίες, στην Αθήνα πώς ήταν; Στα 7 μου ήρθαμε στην Αθήνα, γιατί έπρεπε να πάμε σχολείο. Ο πατέρας μου ήταν μαθηματικός, διορισμένος εδώ, και τον έβλεπα πολύ λίγο στο χωριό, δεν ζούσε μαζί μας. Μας έφερε εδώ και γνώρισα τη μεγαλούπολη με τη μυρωδιά της βενζίνης και του μπετόν, είδα ηλεκτρισμό, σινεμά. Είχαμε σινεμά απέναντι απ’ το μέρος που μέναμε. Βλέπαμε τις ταινίες μια και δυο φορές τη μέρα. Το να βλέπεις την Άννα Καρένινα στα οκτώ σου, και μάλιστα δυο φορές, κάτι κάνει. Τώρα είναι στο νευρικό σύστημα, είναι κάπου αλλού, δεν ξέρω. (γέλια)
Είναι σύμπτωση το γεγονός ότι γράφετε μουσική για τον κινηματογράφο; Ή εκείνα τα πρώτα χρόνια άφησαν κάτι; Είδα πολλές ταινίες απ’ το παράθυρο του σπιτιού μας. Και όχι μόνο τις παρακολουθούσα, αλλά έπεφτα για ύπνο το βράδυ και ερχόταν στα αυτιά μου η μουσική. Δεν ψαχνόμουν όμως σε αυτή την κατεύθυνση. Άλλωστε, μόλις ήρθα στην Αθήνα, πέθανε η μάνα μου.
Τη θυμάστε καθόλου; Πολύ λίγο.
Αυτή ήταν η πρώτη ανατροπή στη ζωή σας; Η πρώτη ανατροπή ήταν που έφυγα απ’ το χωριό. Ήταν ο χαμένος παράδεισος. Η μεγάλη ανατροπή όμως ήταν ο θάνατος της μαμάς μου. Εκείνη τη στιγμή όμως ανακάλυψα το πιάνο.
Ήταν διέξοδος; Φαντάζομαι πως ήταν.
Φωτο: Πέπη Λουλακάκη
Πώς το ανακαλύψατε; Μας παραχώρησαν ένα υπόγειο στο σχολείο όπου δίδασκε ο πατέρας μου, μιας και ήμασταν πολύ φτωχοί. Μια μέρα, ανέβηκα την εσωτερική, ξύλινη σκάλα και σε μια τάξη είδα ένα πιάνο με ουρά. Απ’ εκείνη τη μέρα ξεκίνησα να το γρατζουνάω συνέχεια. Είδε κι απόειδε ο καημένος ο μπαμπάς μου και με πήγε στη δασκάλα, για να παίζω πιο ανθρώπινα. Μέχρι τότε νόμιζα ότι μεγαλουργούσα. Έβλεπα μια ταινία και μετά πήγαινα και έπαιζα τη μουσική που άκουγα και νόμιζα ότι ήταν η ίδια. Πλήρης άγνοια!
Η απώλεια της μητέρας σας επηρέασε στο πώς φτιάχνετε μουσική σήμερα; Είναι πολύ υποθετική ερώτηση αυτή. Σίγουρα οι απώλειες επηρεάζουν.
Η μητρότητα, τότε, έπαιξε ρόλο στη μουσική σας; Έπαιξε, ναι. Όχι αυτή καθεαυτή η γέννα, αλλά η ευθύνη που αποκτάς για τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου. Ήταν πρωτόγνωρο, τρομερό συναίσθημα αυτό για μένα. Γέννησα 19 χρονών, παιδί ήμουνα κι εγώ. Σήμερα ο γιος μου είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο διδάσκοντας πολιτική φιλοσοφία. Μάλιστα, όταν ο ίδιος περίμενε το πρώτο του παιδάκι, μου είπε το εξής: «ποτέ πια ίδιος» εννοώντας ότι όλα αλλάζουν απ’ τη μέρα που αποκτάς το δικό σου παιδί.
Γίνατε μητέρα πολύ μικρή. Είχατε επίγνωση της ευθύνης; Πάντα ήμουν υπεύθυνη. Ήμουν εκεί στον πατέρα μου και τον φρόντισα μέχρι τα 90 του. Ήμουν δίπλα στη μητριά μου μέχρι τα 99 της. Το να κάνεις παιδί είναι διαφορετικό, γιατί εσύ το επιλέγεις αυτό. Σε δυναμώνει και σε ωριμάζει μέσα σου. Αυτό με βοήθησε να είμαι πιο ολοκληρωμένο άτομο.
Υπήρξατε τυχερή στη ζωή σας; Ξέρω ότι είμαι τυχερή, αλλά απ’ την άλλη αντιλαμβάνομαι ότι έκανα σωστές επιλογές. Πέρα από την τύχη πρέπει να ξέρεις ποια είναι τα βήματά σου, να μη δίνεις με τα μούτρα, να είσαι αυστηρός για το τι θα κάνεις και πώς.
Είμαστε οι επιλογές μας λοιπόν; Μα φυσικά! Όλα επηρεάζουν. Είμαι ένας άνθρωπος που πάντα είχε μια έφεση στη γνώση. Όλα όσα ασχολήθηκα έφτιαξαν την προσωπικότητά μου. Είχα και έχω μεγάλη μανία με τη μουσική. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έκανα άλλα πράγματα. Είχα μπροστά μου τη ζωή και έπρεπε να ζήσω. Στο σχολείο ήμουν πρώτη μαθήτρια, μου άρεσε πολύ η λογοτεχνία, η ιστορία, έγραφα ποιήματα από μικρή. Η μουσική ήταν ένα κομμάτι της ζωής μου, αλλά όχι η ζωή μου. Μετά ανακάλυψα ότι μου άρεσε η σύνθεση, αυτοσχεδίαζα. Παράλληλα όμως φτιαχνόταν η προσωπικότητά μου. Τέλειωσα Ιστορία-Αρχαιολογία στο πανεπιστήμιο, έκανα μάλιστα και ανασκαφές, ενώ μεγαλύτερη έκανα και διδακτορικό στην Εθνομουσικολογία.
Ισχύει στην περίπτωσή σας το όσο ζω μαθαίνω; Γάντι ταιριάζει! Ήθελα πάντα να είμαι ένας άνθρωπος που μαθαίνει, να είμαι ένας αιώνιος φοιτητής. Μπήκα στο ωδείο, έκανα ενορχήστρωση, διεύθυνση ορχήστρας. Αυτό μου πήρε πολλά χρόνια, αλλά παράλληλα έκανα και άλλα πράγματα συνεχώς. Δεν υπάρχει μέρα στη ζωή μου που να μην παίξω πιάνο, να μη σκεφτώ, να μην αυτοσχεδιάσω. Πάντα μου άρεσε η μουσική και πάντα έκανα αγώνα για να την εξελίξω.
Και τι γίνεται όταν δεν σας βγαίνει μια μουσική, μια μελωδία; Δεν υπάρχει αυτό σε μένα. Όταν παθιαστώ με κάτι, θα μου βγει. Και επιλέγω δουλειές που θέλω να κάνω. Δεν μου συνέβηκε ποτέ κάτι να μη μου βγει απ’ τη στιγμή που μου αρέσει και το θέλω. Αν δεν μου μιλήσει μια συνεργασία, ένας σκηνοθέτης, ένα σενάριο, δεν το κάνω, απλά. Πιο πολλά είναι τα όχι μου παρά τα ναι.
Στο «Πόθοι κάτω απ’ τις λεύκες», την παράσταση που παρουσιάζεται αυτή την περίοδο στο Εθνικό Θέατρο και γράψατε τη μουσική, τι σας ιντρίκαρε; Είναι ένα έργο που εμένα μου άρεσε πάρα πολύ. Έχει μεγάλες εντάσεις και συγκρούσεις. Είναι αυτή η πρόκληση…. Ο Κάμποτ στο έργο είναι ένας μετανάστης. Οι πρόσφυγες αντιμετώπισαν τρομακτικές συνθήκες εκεί που πήγαν. Όλα αυτά τους έχουν σκληρύνει. Είδες ο Κάμποτ, που είναι ένας αυταρχικός, σκληρός άντρας, και αυτό γιατί έκτιζε τη ζωή του πέτρα πάνω στην πέτρα; Εγώ του είχα μια συμπάθεια.
Δεν θα πω ότι σας συμμερίζομαι. Είχε μια αναλγησία που τον έκανε αντιπαθητικό. Εγώ είδα έναν άνθρωπο βασανισμένο, που έπρεπε να στεριώσει εκεί που τον βάλανε. Μου θύμιζε λίγο το «Λιβάδι που δακρύζει» που κάναμε μαζί με τον Θόδωρο (σ.σ. Αγγελόπουλο). Εκεί οι ξεριζωμένοι Έλληνες απ’ την Οδησσό ήρθαν στην Ελλάδα, τους υποσχέθηκαν ότι θα τους δώσουν ένα μέρος για να ξαναστήσουν τις ζωές τους και αυτό το χωριό πλημμύρισε. Ξεριζωμένοι και ταλαιπωρημένοι. Αυτό είχε γίνει και με τους Ιρλανδούς τότε. Ξεριζώθηκαν και ταλαιπωρήθηκαν.
Έχω προσέξει πάντως ότι σας αρέσουν οι πολύχρονες συνεργασίες. Με τον Αντύπα κάνατε δεκάδες έργα στο θέατρο, με τον Αγγελόπουλο υπήρξατε συνεργάτης επί σειρά ετών στον κινηματογράφο. Με τον Αντώνη έχουμε κάνει περισσότερα από 30 έργα.
Και του έχετε και μια αδυναμία. Του έχω, ναι… (γέλια)
Πώς γνωριστήκατε, αλήθεια; Μου είχε ζητήσει το 1986 να κάνω τη μουσική για τη «Νίκη» της Λούλας Αναγνωστάκη. Τότε γνωριστήκαμε. Αγαπηθήκαμε και είμαστε μαζί από τότε. Ήμασταν ώριμοι, είχαμε καταλάβει πως ταιριάξαμε. Αυτό συμβαίνει, εξ ου και είμαστε μαζί και κάνουμε και δουλειές. Έτσι κι αλλιώς, με όποιον άνθρωπο δουλέψεις πολλά χρόνια και σε πολλές συνεργασίες, μαθαίνεις βαθύτερα τον ψυχισμό του. Αυτό συμβαίνει με τον Αντώνη, αυτό συνέβηκε και με τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, που κάναμε οκτώ ταινίες μαζί.
Κάθε φορά που πρέπει να δουλέψετε πάνω σε ένα κινηματογραφικό σενάριο ή σε μια θεατρική παράσταση, αυτό δεν σας θέτει κάποιους περιορισμούς; Κανένας περιορισμός δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει καν στο λεξιλόγιό μου αυτή η λέξη. Είμαι ένα άτομο που δεν μπορεί να λειτουργήσει εάν δεν αισθάνεται απολύτως ελεύθερο. Η μουσική άλλωστε είναι κάτι αφηρημένο, κάτι που δεν περιγράφεται, ούτε ορίζεται. Για μένα είτε κινηματογράφος είτε θέατρο, έχει να κάνει με την προσέγγιση που κάνω στο έργο ή στο σενάριο, στον συγγραφέα και στον σκηνοθέτη. Έχει να κάνει το πώς θα με αγγίξει κάτι, και τι θα υποκινήσει εσωτερικά.
Τότε ξεκινάτε να συνθέτετε; Αυτό θα ενεργοποιήσει την έμπνευση και ναι, θα γράψω μουσική. Δεν υπάρχουν όμως συνταγές για το πώς θα κάνεις για το θέατρο και πώς για τον κινηματογράφο. Αυτό είναι μια διαισθητική εργασία και ενστίκτου. Απ’ εκεί και έπειτα, δουλεύεις διαφορετικά κάθε φορά, ανάλογα με το μέσο.
Είχα διαβάσει κάπου να λέτε πως πριν γράψετε μουσική για μια ταινία, ζητούσατε απ’ τον Αγγελόπουλο να σας διηγείται το σενάριο και όχι να σας το διαβάζει. Ο Θόδωρος είχε έναν πολύ ωραίο τρόπο να λέει ιστορίες, ήταν φοβερός παραμυθάς… Στο θέατρο θα δω πρόβες, κάθε φορά θα δω τους ηθοποιούς που ενσαρκώνουν τον κάθε ρόλο. Δεν είναι όπως ένα ωραίο φαγητό, που θα πεις βάζω 200 γραμμάρια απ’ αυτό και 100 απ’ το άλλο και το ψήνω. Αυτό δεν είναι μουσική. Ο κάθε καλλιτέχνης έχει τις δικές του μυστικές διεργασίες, που ακόμα και ο ίδιος δεν είναι εύκολο να τις ανιχνεύσει.
Πότε τελειώνει ένα έργο για σας; Βάζω τελεία και δεν το ξαναπιάνω ποτέ. Κανένα μου έργο! Ό,τι έχω γράψει δεν το αλλάζω μετά. Έτσι βγήκε απ’ την ψυχή μου, δεν το αλλάζω.
Αυτό βέβαια δεν έγινε στην τελευταία σας δουλειά. Στο «Δαβίδ» έγινε διαφορετικά, γιατί είναι μια δουλειά που ξεκίνησε πριν από 36 χρόνια! Ήταν μια ιδέα του Σπύρου Ευαγγελάτου, που σκηνοθετούσε αυτό το έργο που μόλις είχε βρεθεί. Αυτό το θεατρικό ήταν για να μελοποιηθεί, όπως τα παλιά μεσαιωνικά μυστήρια. Τα τραγούδια τα έλεγαν οι ηθοποιοί, συμμετείχε η χορωδία του Τρίτου Προγράμματος, που την είχε οργανώσει ο Μάνος Χατζιδάκις. Ήταν μια υπέροχη συνεργασία.
Από τότε όμως το παρουσιάσατε ξανά, αποσπασματικά, σε συναυλίες σας. Όλο και κάπου παρουσιαζόταν, ναι. Το ’93, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου, στο αρχαίο θέατρο, έκανα μια μεγάλη συναυλία και έβαλα δυο μεγάλα αποσπάσματα από το «Δαβίδ», που άρεσαν πάρα πολύ. Ο Manfred Eicher, ιδρυτής και διευθυντής της εταιρίας ECM, που με είχε ανακαλύψει ήδη από το 1984, μετά το «Ταξίδι στα Κύθηρα», είχε έρθει στην Επίδαυρο, άκουσε το απόσπασμα και είπε ότι είναι «masterpiece»! Λέγαμε να το δισκογραφήσουμε κάποτε, αλλά πέρασαν 36 χρόνια! Έπρεπε να το ξαναδουλέψω, γιατί θα το λέγανε κλασικοί τραγουδιστές, προσθέσαμε τη χορωδία της ΕΡΤ ξανά, είχαμε την Καμεράτα ενισχυμένη.
Γιατί δεν το κάνατε πιο πριν; Δεν είχα χρόνο. Για να καταλάβεις, πριν 19 χρόνια είχα πρόταση απ’ τον σπουδαιότερο μουσικό οίκο της Αγγλίας, το Chester Music, για να εκδώσω όλα μου τα έργα σε παρτιτούρες. Πέρασαν 19 χρόνια και δεν έχω καταφέρει να απαντήσω. Κάθε μέρα λέω θα το κάνω αύριο. Πολλά από τα έργα μου, τουλάχιστον το 1/5, τα έχω στο κομπιούτερ. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να εκδοθούν αύριο. Θέλουν διόρθωση, επιμέλεια, να δω τα δοκίμια. Είμαι τελειομανής και δεν θα μπορούσα να το κάνω απλά για να το κάνω. Φοβάμαι ότι δεν θα προκύψει αυτός ο χρόνος και θα εκδοθούν όταν θα είμαι στα ουράνια. Δεν πειράζει…
Ο θάνατος σας απασχολεί; Ποτέ δεν με απασχόλησε, ούτε περνά απ’ το μυαλό μου. Είμαι συμφιλιωμένη μαζί του, όπως κάθε άνθρωπος οφείλει να είναι.
Οφείλει; Ακριβώς! Ειδικά αυτός που αγαπάει τη ζωή πρέπει να είναι ακόμα πιο συμφιλιωμένος. Είναι ένας κύκλος που γίνεται. Δεν έχω λοιπόν το άγχος του θανάτου. Αυτό που είναι στο πίσω μέρος του μυαλού μου είναι να φύγω χωρίς να βασανιστώ ή να βασανίσω κανέναν γύρω μου. Είναι κι ένα τραγούδι που είπε ο Χορν, που λέει: «Ποιος το ξέρει τι μας έγραψε η μοίρα, ποιος το ξέρει, κι αν μας βρει μαζί και τ’ άλλο καλοκαίρι, ποιος το ξέρει, ποιος το ξέρει αν θα ζήσει ο έρωτάς μας, ποιος το ξέρει, κι αν το χέρι σου χαϊδέψει άλλο χέρι, ποιος το ξέρει». Η ζωή προχωράει και το σημαντικό είναι να γευόμαστε τα πάντα, να αγαπάμε, να βλέπουμε τα παιδιά και τα εγγόνια μας να μεγαλώνουν. Για μένα υπάρχουν πράγματα πολύ πιο σημαντικά, πάντα υπήρχαν. Αυτό ήμουν πάντα, δεν έτρεχα πίσω απ’ την καριέρα.
Kαι πώς εξηγείτε το γεγονός ότι κάποια μουσικά έργα αντέχουν στον χρόνο; Ποιο είναι το συστατικό που περιέχουν και τα κάνει να διαρκούν; Για τα δικά σας έργα έχουν γραφτεί διθύραμβοι που κάνουν λόγο για «μουσική της αιωνιότητας». Ξέρεις τι λένε οι Γάλλοι; Qui vivra verra, που σημαίνει αυτός που θα ζήσει θα δει. Είναι κολακευτικά όλα αυτά, αλλά πρέπει να γράψω τα έργα μου σε χαρτί για να μείνουν. Απ’ την άλλη, δεν υπάρχουν συστατικά. Κανείς δεν το ξέρει, αλλιώς όλοι θα γράφαμε έργα για να αντέξουν στον χρόνο. Έχω δει ανθρώπους και τους έχω ακούσει να λένε πόσο τους έχει βοηθήσει η μουσική μου να ανακαλύψουν πράγματα μέσα τους. Και αυτό συμβαίνει απ’ την Κίνα μέχρι τη Σικελία και τη Σκωτία, όπου παρουσίασα τη δουλειά μου. Το βλέπω στα μάτια των ανθρώπων που έρχονται να μου σφίξουν το χέρι. Βλέπω νέα παιδιά, μοντέρνα στην εμφάνιση, και να μου λένε ότι η μουσική τούς άλλαξε τη ζωή. Στην Ταϊβάν είχα μείνει τέσσερις ώρες να υπογράφω αυτόγραφα και να βγάζω φωτογραφίες με τον κόσμο που ήρθε να μας δει. Αυτό απέδειξε ξανά ότι η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα.
Info: To νέο cd της Ελένης Καραΐνδρου κυκλοφορεί απ’ την ECM. H παράσταση «Πόθοι κάτω απ’ τις λεύκες» του Ευγένιου Ο’Νηλ παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου Τετάρτη–Κυριακή. Πληροφορίες: n-t.gr