Πάντοτε ήταν τολμηρή: Στις αποφάσεις που αφορούσαν στη ζωή της, στον τρόπο γραφής της, στα όνειρα και στα εκπληρωμένα απωθημένα της. Κι αν αναρωτιέται στο τελευταίο της βιβλίο αν «Μπορεί», συμβαίνει τελικά ως κατάφαση και με πλήρη επίγνωση των ορίων της.
 

Μπορείς; Τι μπορείς; Γιατί δεν «θέλεις», αλλά «μπορείς»; Μπορώ να ταξιδεύω. Μπορώ να ερωτεύομαι. Μπορώ να κάνω νέους φίλους χωρίς να ξεχνάω τους παλιούς. Κυρίως, μπορώ να διαβάζω. Και να ξαναδιαβάζω. Όταν θέλω, μπορώ. Αλλά επίσης, όπως ο περισσότερος κόσμος, μπορώ όταν πρέπει, άσχετα αν με πιέζει.

Δεν μ’ αρέσει το «πρέπει», δεν είσαι εσύ, δεν σου πάει, δεν είναι η Έρση που ξέρω μέσα σ’ αυτό… Θυμάσαι πόσο «διέλυσες» τη Ρώμη, εκεί όπου εργαζόσουν σε «μόνιμη» και «σταθερή» δουλειά, για να γίνει το «πρέπει» «θέλω»; Το «πρέπει» είναι ζήτημα ήθους και όχι ηθικής. Αφορά τις σχέσεις με γονείς, παιδιά, φίλους που σε χρειάζονται. Παράλληλα με την Έρση που μπορεί να τα διαλύσει όλα ή να φύγει για ένα μακρινό ταξίδι αποφασίζοντας την τελευταία στιγμή, υπάρχει μια Έρση υπεύθυνη και πειθαρχημένη, που ξαφνιάζει όσους δεν τη γνωρίζουν. Δεν είναι εύκολο. Η ζωή μου ζογκλάρει ανάμεσα στα δύο, ακροβατώντας επικίνδυνα. Άλλωστε, για να δημιουργήσεις ομορφιά χρειάζεται πειθαρχία, αφοσίωση. Τίποτα δεν χαρίζεται, τίποτα δεν έρχεται ουρανοκατέβατο.

Αλήθεια, πόσες φορές έχασες την ισορροπία σου ακροβατώντας επικίνδυνα; Πόσες φορές διακινδύνευσες; Και μήπως είναι ωραίο το ζην επικινδύνως τελικά; Πολλές φορές, στη διάρκεια της ημέρας, νιώθω ότι φτάνω σ’ ένα όριο, ότι αρκεί μια μικρή κίνηση, μια απειροελάχιστη κίνηση, για να χάσω την ισορροπία και ν’ αρχίσω να πέφτω σαν να με ρουφάει ο στρόβιλος ενός σκοτεινού ιλίγγου. Αλλά το γράψιμο είναι η χειρονομία που αποκαθιστά την ισορροπία, την αρμονία. Όταν άρχισα να γράφω, είχα στο μυαλό μου την εικόνα κάποιου με μια γραφομηχανή που γράφει ενώ βρίσκεται στο κενό. Σήμερα, μετά από πολλά χρόνια, σκέφτομαι το ίδιο. Το γράψιμο είναι η ισορροπία στο κενό.

Το κατάλαβα από το «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές», το συνειδητοποίησα στη «Φάρσα» –αντίστροφα τα διάβασα. Πλέον ήμουν βέβαιος για το «Μπορείς;». Πρωτότυπη φόρμα… Εντύπωση μου έκανε… Στο βιβλίο δεν υπάρχει αφήγηση, παρακολουθούμε την ιστορία μέσα από τα e-mail και τα μηνύματα viber των δυο εραστών. Το ηλεκτρονικό μέσο επιβάλλει μια νέα γλώσσα και στον έρωτα. Είναι ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα την ψηφιακή εποχή, όπου όλα φαίνονται προσβάσιμα, αλλά δεν είναι.

Πώς βιώνεται ο έρωτας χωρίς να αγγίζεται; Χωρίς το φιλί να είναι φιλί, αλλά emoji από το κινητό που υποδηλώνει το φιλί; Δεν υπάρχει έρωτας χωρίς άγγιγμα, χωρίς φιλί. Οι εραστές του βιβλίου συναντιούνται, όχι όμως όσο θα ήθελαν. Η σχέση τους πρέπει να παραμείνει κρυφή. Έρχονται στιγμές που η ανάγκη για τον άλλο γίνεται μαρτυρική κι αυτός ο πόθος που δεν εκπληρώνεται, από τη μια εντείνει την επιθυμία κι από την άλλη δημιουργεί ένα αίσθημα ματαίωσης, στέρησης. Και φυσικά εδώ το ηλεκτρονικό μέσο επιδεινώνει τη στέρηση. Ζούμε σε μια εποχή υψηλής ταχύτητας, όπου το τοπίο γύρω μας αλλάζει, οι επαφές μας αλλάζουν, οι αποστάσεις έχουν εκμηδενιστεί κι όλα μοιάζουν προσβάσιμα μ’ ένα κλικ online. Αυτό το κλικ στον έρωτα δεν ισχύει. Η κλασική επιστολογραφία, για παράδειγμα, είχε άλλους χρόνους, επέτρεπε στα αισθήματα να ωριμάσουν, στους δισταγμούς ή και στην απόρριψη να βρουν μια φόρμα ευγενέστερη, λιγότερο μπρουτάλ, για να εκφραστούν. Εδώ το μέσο επιβάλλει την αμεσότητα και μια αίσθηση κατεπείγοντος. Αμεσότητα και απουσία είναι ένα κοκτέιλ που μπορεί να δυναμιτίσει μια ερωτική σχέση.

Πώς έχεις στο μυαλό σου την ιδανική ερωτική σχέση –αν αυτή μπορεί να υπάρξει και να ονομαστεί «ιδανική»; Τι σημαίνει «ιδανική ερωτική σχέση»; Ο έρωτας χρειάζεται πάθος! Το πάθος φέρνει σύγκρουση. Δεν μπορώ να φανταστώ μια ερωτική σχέση σαν την αρυτίδιαστη επιφάνεια μιας λίμνης. Νομίζω ότι εκείνο που δίνει ένα ιδιαίτερο χρώμα σε μια ερωτική κατάσταση και την κάνει μοναδική είναι όταν η έντονη ερωτική έλξη συνδυάζεται με την πνευματική χημεία, και δεν εννοώ μια επαφή διανοουμενίστικη, αλλά τα τρελά παιχνίδια του μυαλού.  

Μπορεί αυτό να γίνει επικίνδυνο; Μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο. Τα παιχνίδια του μυαλού οδηγούν σε απάτητες ζώνες. Στο «Μπορείς;» όταν οι εραστές πλησιάζουν ο ένας τον άλλο, ανασύρονται αναμνήσεις από την παιδική τους ηλικία. Μικρά στιγμιότυπα ή και γεγονότα τραυματικά, που έχουν ξεχαστεί ή πίστευαν ότι έχουν ξεχαστεί. Καθώς ερωτεύονται πετάνε τα περιττά, τα διάφορα φτιασίδια που ωραιοποιούσαν τη ζωή τους μέχρι τότε. Αφού περάσει η πρώτη φάση της κατάκτησης, όπου ο άντρας προσπαθεί να γοητεύσει τη γυναίκα κι εκείνη παίζει το δικό της παιχνίδι, αλλά υπάρχει πάντα ένα κράτημα, μια συστολή ανάμεσά τους, μοιάζει να πυροδοτείται μια διαδικασία ανεξέλεγκτη. Οι αναστολές πέφτουν, οι μύθοι τους γκρεμίζονται. Η σχέση της ηρωίδας με τη μητέρα της αλλάζει, γίνεται πιο σκληρή, αλλά και πιο ειλικρινής. Αυτή η ειλικρίνεια πονάει. Η ίδια δεν καταλαβαίνει τον λόγο. Όσο περισσότερο δίνεται στον εραστή της, η σχέση με τη μητέρα της γίνεται ανταγωνιστική. 

Παράξενο… Αυτό συμβαίνει γιατί στον έρωτα είμαστε γυμνοί. Γινόμαστε πάλι παιδιά, ξεροκέφαλα, ανυπεράσπιστα παιδιά, αλλά χωρίς την αθωότητα.

Εσύ έζησες πολλούς παθιασμένους έρωτες; Ή αυτό δεν έχει να κάνει με την ποσότητα, αλλά με την ένταση που σου προκάλεσαν; Kάθε έρωτας είναι μοναδικός. Η ποσότητα δεν μετράει.

Ποια είναι η ματαίωση στον έρωτα, Έρση; Πότε, δηλαδή, οι εραστές δεν «συναντιούνται»; Η ματαίωση είναι η πικρή γεύση στο στόμα, οι ατέλειωτες παρεξηγήσεις, η εντύπωση ότι ο άλλος δεν σε καταλαβαίνει ή δεν ανταποκρίνεται όσο θέλεις. Στο «Μπορείς;» δεν είναι μόνο η γεωγραφική απόσταση, το γεγονός ότι ζουν σε διαφορετικά μέρη που εμποδίζει τους εραστές να συναντηθούν. Και οι δυο ταξιδεύουν πολύ, θα μπορούσαν να κλείνουν ραντεβού σε άλλους τόπους. Όμως το βασικό εμπόδιο είναι αυτό που ονομάζουμε κοινωνικές συμβάσεις, οι προϋπάρχουσες οικογενειακές δεσμεύσεις, οι απαγορεύσεις που συνοδεύουν μια σχέση που πρέπει να παραμείνει μυστική. Είναι κι οι δυο παντρεμένοι. Όσο τολμηρή κι αν είναι η σχέση τους, κανείς δεν τολμάει να κάνει το μεγάλο βήμα. Ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί γιατί. Νομίζω ότι κάπου υπάρχει ο φόβος ότι αν η σχέση τους γινόταν «κανονική», μια νορμάλ ερωτική σχέση στο φως της ημέρας, θα ξεφούσκωνε. Θα γινόταν μια σχέση σαν όλες τις άλλες.

Πιστεύεις ότι είναι ανακουφιστικό για τους συγγραφείς, όσα δεν ζουν στην πραγματικότητά τους να τα αποτυπώνουν στις λέξεις; «Ανακουφιστικό» δεν είναι ο σωστός όρος. Ως αναγνώστης, χάρη στα βιβλία των άλλων συγγραφέων, μπορώ να γλιστρήσω στις ζωές των ξένων, να τους παρακολουθήσω στον δρόμο, ακόμα και να τους μυρίσω, κι αυτό είναι μεγάλος πλούτος. Ως συγγραφέας, ό,τι μπορώ να ζήσω το ζω. Ποτέ ένα βιβλίο που γράφω δεν μπορεί να γίνει υποκατάστατο της αληθινής εμπειρίας. Ή, για να το πω αλλιώς, γράφοντας το προηγούμενο μυθιστόρημά μου, το «Τι μένει από τη νύχτα», και ιδιαίτερα ύστερα από τα πολλά διαβάσματα και τα χρόνια τεκμηρίωσης που απαιτούσε αυτό το βιβλίο, ένιωσα τη γοητεία της Μπελ Επόκ, είχα την αίσθηση ότι περπατούσα στους δρόμους του Παρισιού εκείνης της εποχής, ότι έμπαινα σ’ ένα καφέ στην Πλας Πιγκάλ τον ζεστό Ιούνιο του 1897, ότι το ζούσα. Αλλά αυτή η αίσθηση πραγματικότητας για κάτι που δεν έχεις ζήσει ανήκει στη σφαίρα της τέχνης του συγγραφέα και δεν έχει καμιά σχέση με τις προσωπικές μου επιθυμίες.
«Κινδύνευσες» ποτέ, Έρση, η φαντασία σου να αντικαταστήσει τον ρεαλισμό και την πραγματικότητα και όσα έχεις μόνο στο μυαλό σου να τα ονομάζεις «αλήθεια»; Αυτά που έχω στο μυαλό μου είναι «αλήθεια». Έχω μεγάλη φαντασία κι ενώ το μυαλό μου τρέχει κάνοντας τους πιο τρελούς συνειρμούς, υπάρχει πάντα μια βαλβίδα ασφαλείας, θα την έλεγα διαύγεια, που ξεχωρίζει το επινοημένο από το πραγματικό. Όμως συχνά τα όριά τους συγχέονται κι επίσης πολύ συχνά το επινοημένο μπορεί να γίνει πραγματικό. Όπως στην κβαντική φυσική, που η συμπεριφορά ενός σωματιδίου επηρεάζεται από τον παρατηρητή, έτσι η πραγματικότητα αλλάζει χάρη στο βλέμμα μας. Όταν παρατηρούμε κάτι ή κάποιον, επιδρούμε πάνω του. Το ίδιο δεν συμβαίνει και στην καθημερινή ζωή; Προβάλλουμε στους άλλους αυτά που περιμένουμε απ’ αυτούς σύμφωνα με τα δικά μας συναισθήματα και τις προκαταλήψεις μας. Αν κάποιος περιμένει εχθρότητα, απόρριψη ή αδιαφορία από τους άλλους, σαν παρατηρητής θα έλκει ακριβώς αυτά, θα εισπράττει την επιθετικότητα ακόμα κι όταν δεν υπάρχει. Άρα ο κίνδυνος, η απόρριψη, ξεκινάει από μέσα μας. 

«Βασανίζεσαι» συχνά από το «επόμενο βιβλίο», από το «επόμενο έργο», την «επόμενη έμπνευση» που προσκαλείς να ‘ρθει; Η έμπνευση υπάρχει. Κάθε μέρα φέρνει νέες ιδέες. Μία, ίσως δύο από αυτές μπορούν να γίνουν ολοκληρωμένο έργο. Οι άλλες θα σβήσουν ή μπορεί να γίνουν υπόστρωμα σε κάποιο βιβλίο τελείως διαφορετικό. Εκείνο που μετράει είναι πόσο επίμονη είναι μια ιδέα, πόσο συχνά επανέρχεται στο μυαλό σου, πόσο σε βασανίζει. Ο Έζρα Πάουντ έλεγε, και είναι αλήθεια, ότι δεν μας ενδιαφέρει ποια είναι η ιδέα, αλλά πόσο βαθιά είναι ριζωμένη. Το γράψιμο είναι μια εμμονή, ξεκινάς από κάποιο μικρό θραύσμα κι αρχίζεις να σκάβεις. Σκάβεις, σκάβεις, πετάς τα μπάζα και συνεχίζεις. Υπάρχουν εκπλήξεις σ’ αυτή τη διαδρομή. Είναι μια διαδικασία μύησης και για τον ίδιο τον συγγραφέα. Αν ήξερα από την αρχή πώς θα είναι το βιβλίο που αρχίζω να γράφω, αν μπορούσα να φανταστώ την πλοκή του, όλες τις ανατροπές και την αληθινή διάσταση των χαρακτήρων του, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα το έγραφα. Θα βαριόμουν. 

Ποιο είναι το πιο σημαντικό που σου έχουν μάθει ως σήμερα τα βιβλία; Διαβάζω από πολύ μικρή. Δεν θα ήμουν αυτή που είμαι χωρίς τα βιβλία. Οι συγγραφείς με διαμόρφωσαν και με προφύλαξαν σε άσχημες εποχές. Η αξία ενός βιβλίου πάει πέρα από το διδακτικό, πέρα από το να σου μάθει κάτι. Υπάρχουν πολλά σύγχρονα μυθιστορήματα που τα παραφορτώνουν με επιστημονικές ή άλλες πληροφορίες –αυτά με κουράζουν και πηδάω τις σελίδες. Ένα καλό βιβλίο, ένα καλό μυθιστόρημα, σου ανοίγει τον ορίζοντα με πολλούς τρόπους. Όταν είμαστε παιδιά, είμαστε ανοιχτοί, φιλοπερίεργοι, με τις αισθήσεις σε εγρήγορση, διάτρητοι στα νέα ερεθίσματα, και γι’ αυτόν τον λόγο ευάλωτοι. Αλλά όσο μεγαλώνουμε, μοιάζει να καθηλωνόμαστε μέσα σε ένα κέλυφος που είναι η ιδιοσυγκρασία του καθενός μας. Διαβάζοντας μπορούμε να σπρώξουμε τα τοιχώματα αυτού του κελύφους. Είναι σαν να διευρύνουμε την προσωπική φυλακή μας, να φωτίζουμε τη γεωγραφία μας. Διαβάζοντας ξεπερνάμε τον εαυτό μας. Και μ’ αρέσει η ερωτική διάσταση της ανάγνωσης. Η αίσθηση του χαρτιού, να γυρίζω τις σελίδες, νομίζω είναι κάτι που το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν μπορεί να το αντικαταστήσει. Συχνά μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του Ίταλο Καλβίνο, που τα αναφέρει ένας από τους εραστές του «Μπορείς;»: «Εκείνο που κάνει τον έρωτα και την ανάγνωση να μοιάζουν τόσο μεταξύ τους είναι γιατί μέσα και στα δύο ανοίγουν χώροι κι εποχές που δεν έχουν τίποτα κοινό με τον χώρο και τον χρόνο που μετράμε».

Ρισκάρεις στον τρόπο που γράφεις, στα θέματα και στους ήρωές σου –γενικά, δεν είσαι η «συμβατική» συγγραφέας, αλλά πάντοτε κολυμπάς έξω από τα στεγανά. Έτσι είσαι και στη ζωή, στην καθημερινότητά σου; Τα «εκ του ασφαλούς» δεν ταιριάζουν με την ιδιοσυγκρασία σου; Υπάρχει μια ρουτίνα που σέβομαι όταν γράφω. Ξυπνάω γύρω στις 3:30–4.00 το πρωί, φτιάχνω έναν καφέ και πηγαίνω κατευθείαν στο γραφείο μου. Αυτό είναι ένα πλαίσιο για τη δουλειά μου που διαμορφώθηκε με τα χρόνια και που τώρα χωρίς αυτό δεν μπορώ να λειτουργήσω. Έξω απ’ αυτό το πλαίσιο, η ζωή μου είναι ελεύθερη, σχεδόν αδέσποτη. Είμαι ανοιχτή στους άλλους, σε νέες φιλίες, σε καινούριες εμπειρίες. Ρισκάρω χωρίς να φοβάμαι. Αλλά πιστεύω ότι ακριβώς επειδή υπάρχει αυτό το πλαίσιο που ανέφερα, μπορώ να εξισορροπώ.

Πόσο εύκολο σου είναι να «φεύγεις», να «αποχωρείς» και να αλλάζεις τόπους, παραστάσεις, ανθρώπους, σχέσεις; Είμαι εγώ όταν ταξιδεύω. Νομίζω ότι ισχύει για όλους. Ποιες άλλες στιγμές, εκτός από όταν ταξιδεύουμε, είμαστε ο εαυτός μας; Χωρίς τις καθημερινές αναφορές που μας στηρίζουν αλλά και μας περιορίζουν, χωρίς να μπορούμε να τηρήσουμε εκείνες τις μικρές μας συνήθειες που με τον χρόνο έγιναν τα δεκανίκια μας, νιώθουμε πάλι ανοιχτοί στον κόσμο, έτοιμοι να τον εξερευνήσουμε. Αν μπορούσα, θα ταξίδευα συνέχεια. Στη μετακίνηση νιώθω την αρμονία με το σύμπαν. Φεύγω συχνά και για μεγάλα διαστήματα. Η απόσταση με βοηθάει να εστιάζω καλύτερα.

Πώς ορίζεις τη δική σου ευτυχία; Ή είναι κάτι άπιαστο; Δεν είναι άπιαστο, συμβαίνει. Αλλά είναι σαν την κινούμενη άμμο. Λέω μέσα μου «αυτή η στιγμή είναι ζωή, τώρα είμαι ευτυχισμένη», και η στιγμή έχει περάσει.
Και κάτι προσωπικό: Το μαύρο χρώμα στα ρούχα που συνήθως φοράς αποτυπώνει και την ψυχική σου διάθεση; Καμία σχέση. Φοράω μαύρα από πολύ μικρή. Νομίζω στην αρχή ήταν μια αντίδραση στην κοκεταρία που μας επέβαλλαν, ότι τα κορίτσια θα πρέπει να είναι χαριτωμένα, να φοράνε ανοιχτά χρώματα, λουλουδιαστά μοτίβα κ.λπ. Δεν ήθελα να είμαι τέτοιο κορίτσι. Κατά κάποιο τρόπο, με τα μαύρα έκανα μια δήλωση, ζητούσα να με σεβαστούν και να με προσέξουν για κάτι πέρα από την κοριτσίστικη ιδιότητα. Τώρα πια το μαύρο χρώμα μού είναι οικείο. Δεν συμβολίζει καθόλου το πένθος. Για μένα είναι ένα θετικό χρώμα, που μου επιτρέπει να γλιστράω σε διαφορετικές καταστάσεις. Είμαι λίγο χαμαιλέων, κι αυτό ταιριάζει στη φύση του συγγραφέα. 

INFO: Το τελευταίο βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου «Μπορείς;» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.