Μια συνομιλία με τη Γαλλίδα ντίβα, λίγο πριν ανέβει στη σκηνή του Μεσαιωνικού Κάστρου στην Πάφο για να ερμηνεύσει την Κασσάνδρα.

«Περπατώ στο μονοπάτι της ζωής, που μου δίνει και μου παίρνει ό,τι θέλει. Ποτέ δεν προγραμμάτισα τίποτα», απαντά όταν τη ρωτώ αν σ’ αυτές τις πέντε περίπου δεκαετίες της καριέρας της έχει κάνει όλα όσα θέλησε. Η 68χρονη Γαλλίδα σταρ, που φτάνει στην Κύπρο για πρώτη φορά, προτιμά τις λακωνικές απαντήσεις. «Αν με ρωτήσεις γιατί αγάπησα την Κασσάνδρα, δεν θα μπορούσα να σου πω», λέει για τον ρόλο με τον οποίο ανεβαίνει σε λίγες μέρες στη σκηνή του Πάφος 2017. «Μου είναι πιο εύκολο να σου απαντήσω για τους ρόλους που δεν αγάπησα…». Την αγγίζει όμως, τη συγκινεί η Κασσάνδρα, «για την ειλικρίνειά της, την ευθραυστότητα και τη δύναμή της, αλλά και για την ελευθερία της να λέει όχι». Για την Ardant δεν υπάρχουν ούτε συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους επέλεξε τα τελευταία χρόνια να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία. Γνωρίζει μόνο πως είναι παθιασμένη να κάνει ταινίες, δημιουργώντας χαρακτήρες που είναι δυνατοί και αντιφατικοί. Κι αυτό της αρκεί. Δεν έχει εξάλλου αναρωτηθεί ποτέ τι θα αρέσει και τι όχι στο κοινό. Δεν θεώρησε σε καμιά περίπτωση πως η πρώτιστη ανάγκη της ως σκηνοθέτιδας ή ηθοποιού είναι η ικανοποίηση του κοινού. «Το κοινό είναι σαν το νερό του ποταμού. Έρχεται και φεύγει, μετακινείται. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν πρέπει ποτέ να σε απασχολεί τι του αρέσει και τι όχι». 

Η  Fanny Ardant, η «Γυναίκα της διπλανής πόρτας», έγινε γνωστή τη δεκαετία του ‘80, κι από τότε η καριέρα της εκτοξεύτηκε συμμετέχοντας σε ταινίες σπουδαίων σκηνοθετών όπως οι Τζεφιρέλι, Ρενέ, Λελούς, Αντονιόνι, Γαβράς. Σύντροφος του Φρανσουά Τρυφώ –κρατάει, λέει, όλα όσα έζησαν μόνο για τον εαυτό της– αλλά και τελευταία μούσα της ζωής του, συνηθίζει μέχρι σήμερα να αναφέρει πως η αρχική της επιτυχία στον κινηματογράφο μπορεί να ήταν μια μεγάλη πόρτα που άνοιξε, αλλά την ίδια ώρα ήταν και μια βουτιά σε βαθιά νερά. «Η μόνη επιλογή που είχα ήταν να κολυμπήσω».  

Είστε το ίδιο ρομαντική όπως στις ταινίες με τις οποίες καθιερωθήκατε, κυρία Ardant; «Ναι», απαντά. «Έχω μια ρομαντική άποψη για τη ζωή γενικότερα». Και για ποιο λόγο μια ηθοποιός της δικής σας εμβέλειας δεν θέλησε ποτέ να ζήσει και να κάνει καριέρα στο Χόλιγουντ; «Ακριβώς γιατί δεν θέλησα ποτέ να ασχοληθώ με τη βιομηχανία των ταινιών. Προτιμώ να ασχολούμαι με την καλλιτεχνική πλευρά τους». 

Της ζητώ να μιλήσουμε για το ταλέντο. Μου απαντά πως είναι ένα θέμα εξαιρετικά υποκειμενικό. «Όταν αγαπώ έναν καλλιτέχνη, δεν θα πω πως είναι ταλαντούχος, αλλά πως διαθέτει μια μαγική δύναμη». Μια δύναμη που θα πρέπει να ακολουθήσει ο κάθε ένας χωρίς να αλλοιώσει τα θέλω του, χωρίς να προδώσει τον εαυτό του. «Όταν μιλάω με νέους ηθοποιούς, αυτό που πάντα τους συμβουλεύω είναι πως πρέπει να έχουν αποφασιστικότητα, να ακολουθούν αυτό που πιστεύουν, να μην ακούνε συμπονετικές συμβουλές. Τους λέω πως ο καθένας πρέπει να ακολουθήσει τον εαυτό του χωρίς να προσπαθεί να μοιάσει με τους άλλους, χωρίς να ακολουθεί τη δόξα ή το χρήμα. Γιατί η ζωή είναι μόνο δική τους. Το μονοπάτι που ακολουθεί ο καθένας μας είναι διαφορετικό».
   
Info: Η Fanny Ardant εμφανίζεται στο Πάφος 2017, στην όπερα «Κασσάνδρα», βασισμένη στο έργο τής Christa Wolf, σε μια παραγωγή της Comédie de Genève. Συμμετέχει η Ορχήστρα Κουμανδαρία, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Francis Guy. Μεσαιωνικό Κάστρο Πάφου, 16/9, 20:30, http://www.soldoutticketbox.com