Η ζωή του είναι γεμάτη θέατρο και αναπόφευκτα η κουβέντα μας έχει αυτό ως αφετηρία: «Ο Κοκτώ έλεγε: “O άνθρωπος δεν θέλει την αλήθεια στο θέατρο. Θέλει το ψέμα. Την αλήθεια τη βλέπει κάθε μέρα δίπλα του”. Ο άνθρωπος, λοιπόν, θέλει ένα πολύ ωραίο ψέμα, για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τη ζωή. Και εμείς αυτό πουλάμε στη σκηνή».
 

Αθήνα: «Είναι μια ευλογημένη πόλη από τη γεωγραφική της πλευρά. Βρίσκεται κτισμένη μέσα σε ένα “Π” ορεινού όγκου και η τέταρτη πλευρά της βρέχεται από μια ακτογραμμή εκπληκτική. Χτίστηκε, λοιπόν, αυτή η πόλη σε μια ιδανική τοποθεσία και από φοβερή με την έννοια της υπεροχής, έγινε φοβερή με την έννοια την τρομακτική. Κι αυτό γιατί δεν έχουμε ούτε μέτρο, ούτε αισθητική. Και ως αποτέλεσμα, δημιουργήθηκε μια πόλη-χάος, που ούτε αναπνέει, ούτε αφήνει τους πολίτες της να ανασάνουν. Ειδικά το ιστορικό κέντρο της πόλης είναι εντελώς παραμελημένο. Και το ζήτημα, πέρα από πολιτικό, είναι σαφώς πολιτισμικό, γιατί καθώς φαίνεται δεν γνωρίζουμε την ιστορία μας».

Αποτυχίες: «Η μεγαλύτερη αποτυχία είναι αυτή της δικής μου γενιάς. Της περίφημης γενιάς του Πολυτεχνείου, που έβαλε τη λέξη “Πολυτεχνείο” μπροστά και νόμισε πως καθάρισε διά βίου. Ξεκίνησε με μια συνθηματολογική λογική, την οποία, απ’ ό,τι φάνηκε στην πορεία, δεν μετέτρεψε σε πράξη. Η δική μου γενιά βγήκε από το καμίνι της δικτατορίας, δημιούργησε ελπίδες και προσδοκίες μεγάλες, στις οποίες δεν ανταποκρίθηκε. Αντί να οδηγηθεί η χώρα σε μια ανάπτυξη ουσιαστική, κυρίως μέσω της παιδείας και του πολιτισμού, αναπτύχθηκε στρεβλά, μπήκε σε μια σφαίρα μίμησης κακών δυτικών προτύπων, κρατώντας παράλληλα μόνο τα άσχημα από τις ανατολίτικες καταβολές της. Έτσι, πήρε και από Ανατολή και από Δύση μόνο τα άσχημα, γιατί μάλλον αυτά είναι και τα πιο εύκολα. Με τα πολύ ωραία χρήματα των Ευρωπαίων, τα οποία δεν δόθηκαν χωρίς ανταλλάγματα, όπως βλέπουμε τώρα, φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Δεν έγινε σωστή διαχείριση. Και φταίει το πολιτικό προσωπικό της χώρας, το οποίο προήλθε από τη γενιά του Πολυτεχνείου που λέγαμε. Ο κόσμος δε, που τους έχρισε πολιτικούς, ήταν κι αυτός από αυτή τη γενιά, γαλουχημένος από κάποια πολύ ωραία πολιτικά ιδεώδη, τα οποία, απ’ ό,τι είδαμε, μείνανε μόνο στα λόγια. Τώρα, ευτυχώς ή δυστυχώς, είναι μια στιγμή, μια ευκαιρία να επαναπροσδιοριστούμε. Και νομίζω αυτό θα γίνει τελικά. Όχι γιατί το λέω εγώ, αλλά γιατί εκεί μας οδηγεί η ζωή.
Σε προσωπικό επίπεδο, αποτυχίες μεγάλες δεν θα έλεγα ότι έχω. Κάποιες μικρές, σε επαγγελματικό επίπεδο, ναι, υπάρχουν, αλλά δεν με χαρακτήρισαν καθόλου, ούτε καθόρισαν την πορεία μου. Είμαι ευγνώμων απέναντι στη ζωή και στη δουλειά μου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μου χαρίστηκε κάτι. Δεν έχω, λοιπόν, αποτυχίες και ελπίζω να μην έχω ούτε στο μέλλον, τώρα που μεγάλωσα. (χαμογελάει) Πάντα αντλώ από τις σχέσεις μου, προσωπικές και επαγγελματικές, επιτυχημένες ή λιγότερο επιτυχημένες, ό,τι καλύτερο μπορώ. Και όχι, δεν είχα δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα. Αλλά το θέμα είναι τι παίρνεις κάθε φορά από αυτά που φέρνει η ζωή στον δρόμο σου. Να βρίσκεις κάθε φορά εκείνα τα στοιχεία που σε οξυγονώνουν για να πας παρακάτω. Όπως έλεγε και ο Μπέκετ, “Και τώρα, ετοιμάζω το επόμενό μου λάθος”. Γιατί τελικά το λάθος σε πάει παρακάτω. Και ειδικά στη δική μας δουλειά, σωστό δεν υπάρχει. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές εκδοχές. Και αυτή είναι η γοητεία της τέχνης». 

 

Βαρβαρότητα: «Οδηγούμαστε στη βαρβαρότητα από βαρεμάρα κάποιες φορές. Από τη βαρεμάρα της σκέψης. Είμαστε ένας λαός που δεν έχει μάθει να σκέφτεται αναλυτικά. Και αυτό έχει να κάνει με την ελλειμματική μας παιδεία, από τα πρώτα στάδια κιόλας. Η ανοχή στη βαρβαρότητα, και κατ’ επέκταση η συνήθεια σε αυτό που οδηγεί σε κοινωνικό και πολιτικό θάνατο, προέρχεται από τη βαρεμάρα μας να σκεφτούμε και να δράσουμε. Συνηθίζουμε έτσι σιγά-σιγά στη βία, στην παραβατική συμπεριφορά, στην αγένεια, στη βαρβαρότητα. Και αυτό συμβαίνει διότι πιστεύουμε ότι θα αποφασίσουν άλλοι για μας. Έχουμε αποποιηθεί τον ρόλο μας ως πολιτών, δηλαδή. Τη βλέπουμε πολλές φορές και σήμερα αυτή την τάση, την προσμονή του κόσμου ότι κάτι θα γίνει και θα αλλάξουν τα πράγματα. Ναι, αλλά ποιος θα το κάνει; Και γιατί; Αυτά δεν φαίνεται να μας απασχολούν. Αν δεν αλλάξει αυτό το σκηνικό, δεν θα πάμε μπροστά. Δεν μπορείς να είσαι σε μια ευρωπαϊκή οικογένεια και να συμπεριφέρεσαι σαν το δύστροπο, κακομαθημένο παιδί».

Γεννήθηκα: «Στο κέντρο της Αθήνας, στου Φιλοπάππου. Όλη μου τη ζωή την έχω περάσει στο κέντρο. Πήγα σχολείο στο κέντρο –τέλειωσα το εξατάξιο γυμνάσιο στην Πλάκα. Θυμάμαι έντονα τα παιδικά μου χρόνια, την εποχή του δημοτικού σχολείου. Ήμουν καλός μαθητής, όχι άριστος, και δεν ήμουν της κοπάνας. Θυμάμαι έντονα τη μέρα που έγινε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Ήταν ημέρα Παρασκευή και πήγαινα στην πέμπτη δημοτικού. Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, θα πηγαίναμε σχολική εκδρομή. Ήρθε να με πάρει από το σπίτι ένας φίλος μου με τον πατέρα του –εμείς δεν είχαμε αυτοκίνητο τότε– και λίγο πριν φτάσουμε στο σχολείο, ακούμε στο ράδιο του αυτοκινήτου ότι έγινε πραξικόπημα. Γυρίσαμε γρήγορα πίσω και θυμάμαι ήμουν έξαλλος που χάσαμε την εκδρομή μας. Ο πατέρας μου προσπάθησε να μου εξηγήσει τι είχε γίνει, αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι εκείνη τη μέρα είδα πολλούς στρατιώτες στον λόφο του Φιλοπάππου. 
Από το σχολείο θυμάμαι στο δημοτικό έναν εξαιρετικό δάσκαλο, τον κ. Αραπάκη, και από το γυμνάσιο τον καθηγητή που μας έκανε νεοελληνική λογοτεχνία, τον κ. Παναγέα, έναν εξαιρετικό φιλόλογο. Εκείνα τα χρόνια, της δικτατορίας, δεν μπορούσες να κάνεις και ό,τι ήθελες μέσα στην τάξη ως καθηγητής. Ο κ. Παναγέας όμως –νομίζω πήγαινα στην τετάρτη γυμνασίου– μας έπαιζε στο πικ απ τον “Μεγάλο ερωτικό” του Χατζιδάκι εν ώρα μαθήματος, ενώ μας δίδασκε Ελύτη. Αυτό ήταν πολύ επαναστατικό τότε, να κάνει μάθημα καθηγητής μετά μουσικής, και μάλιστα σε μια εποχή πολύ συντηρητική γενικώς.
Από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι επίσης τότε που μας πήγαιναν οι γονείς μας θέατρο ή σινεμά, τότε που μας πήγαν για πρώτη φορά στο γήπεδο, στο Φάληρο, σε έναν αγώνα Ολυμπιακού-ΑΕΚ, και φυσικά τα ατέλειωτα παιχνίδια στον δρόμο».

Δρόμος: «Σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία, τα τελευταία 6–7 χρόνια είχαμε στην Ελλάδα 12.000 διαδηλώσεις. Σε αυτή τη χώρα ο κάθε πικραμένος μπορεί να διαδηλώσει. Και είναι δικαίωμά του. Όπως, όμως, είναι και δικαίωμα όλων των πολιτών, όλων μας, να αντιληφθούμε με πόση ελαφρότητα διαδηλώνουμε, χωρίς ουσιαστικό στόχο τις περισσότερες φορές και χωρίς όλες αυτές οι διαδηλώσεις να έχουν οδηγήσει κάπου ουσιαστικά. Γιατί δεν διεκδικούμε αυτό που εμείς θέλουμε, αλλά αυτό που θέλουν κάποιοι άλλοι –τα συνδικαλιστικά όργανα, τα κόμματα. Δεν αρκεί, λοιπόν, να κλείνεις τους δρόμους και να φωνάζεις. Χρειάζεται μέθοδος, σκέψη, οργάνωση, αγώνας και συνειδητοποίηση, πρώτα σε ατομικό επίπεδο και στη συνέχεια σε συλλογικό, αλλιώς καταλήγει να είναι ένα θαυμάσιο πεδίο για να κάνουν καριέρα ορισμένοι».

Ελλάδα: «Οι οικονομικοί κραδασμοί ξεκίνησαν από το 2008–2009, αλλά επειδή ήταν σαθρό το κοινωνικό μας υπόβαθρο –παραγοντισμοί, παραβατικότητα, διαφθορά, κατασπατάληση δημόσιου χρήματος– καταρρεύσαμε πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα. Ακρογωνιαίος λίθος αυτής της κατάρρευσης η άρνησή μας να ενηλικιωθούμε κοινωνικά και πολιτικά, να πάρουμε την ευθύνη μας για τα πεπραγμένα μας. Εμείς ακόμα τα ρίχνουμε ο ένας στον άλλο και όλοι μαζί στους ξένους. Θέλω να πιστεύω ότι θα ενηλικιωθούμε, πού θα πάει, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς, αν θέλουμε να προχωρήσουμε και να μη βαλτώσουμε. Ενδεχομένως ήταν αναγκαία αυτή η περίοδος της κρίσης, έπρεπε να διαλυθούμε μάλλον, για να ταρακουνηθούμε, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και να αλλάξουμε ρότα. Να συνειδητοποιήσουμε ότι η δημοκρατία είναι καθημερινό άθλημα, δεν εξαντλείται στην άσκηση της ψήφου, η οποία δεν είναι μόνο δικαίωμα, αλλά συνοδεύεται και από ευθύνη».

Ζορίζομαι: «Πάρα πολύ με τη μιζέρια. Κατανοώ πλήρως ότι υπάρχουν οικονομικές δυσχέρειες, αλλά αυτονόητο επακόλουθό τους δεν είναι η μιζέρια. Μέσα από αυτή τη δυσκολία πρέπει να κάνουμε κάτι πιο επαναστατικό, να δούμε πώς θα βγούμε από αυτή και όχι πώς θα βουλιάξουμε μέσα της. Το να αναπαράγουμε τη μιζέρια και να λειτουργούμε μέσα σε ένα κλίμα ήττας είναι τραγικό. Ανοίγεις την τηλεόραση και νομίζεις ότι την επόμενη μέρα έρχεται το τέλος του κόσμου. Είναι υπερβολικό και αδιέξοδο όλο αυτό. Πουλάει, βέβαια. Γιατί υπάρχουν και αρκετοί που το αγοράζουν».

Ήμουν: «Πιο σεμνός απ’ ό,τι θα έπρεπε στη δουλειά μας. Δεν το μετανιώνω, γιατί αυτή η στάση μου μπορεί να με δυσκόλεψε αρχικά, αλλά με αντάμειψε αργότερα. Κυρίως, όμως, δεν με έκανε να χάσω τον ύπνο μου. Ξέρετε, στη δουλειά μας υπάρχει μια βιασύνη να κάνουν οι άνθρωποι πράγματα, να διαπλέκονται με ανθρώπους του χώρου μας, του χώρου σας ή του χώρου της πολιτικής. Κρατήθηκα έξω από όλα αυτά, γιατί απλά δεν είχα ιδέα. Ήμουν, λοιπόν, πάντα πάρα πολύ συνεπής σε ό,τι αφορούσε στις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις, οπουδήποτε και αν ήταν αυτές, και νομίζω και έντιμος στον δημόσιο λόγο μου. Δεν έχω πει κάτι που δεν πιστεύω, δεν έχω χαϊδέψει αυτιά, δεν έχω στρογγυλέψει τα λόγια μου για να είμαι ή να γίνω αρεστός».

Θάνατος – Θέατρο: «Η δουλειά του θεάτρου, της τέχνης, ξορκίζει τον θάνατο και δίνει ενδεχομένως μεταφυσικές απαντήσεις –κανονικά αυτές τις απαντήσεις έπρεπε να τις δίνει η Εκκλησία, αλλά μάλλον αδυνατεί, γιατί έχει γίνει πλέον οργανισμός. Η φύση, λοιπόν, αυτής της δουλειάς διαφοροποιεί τους καλλιτέχνες από τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς αντιμετωπίζουν διαφορετικά τον χρόνο, άρα και τον θάνατο. Κάθε φορά που ανεβάζουμε μια παράσταση, δημιουργούμε έναν καινούριο κόσμο για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Αυτό είναι ένα μικρό θαύμα. Μια γέννηση. Η οποία εξαρχής εμπεριέχει τον θάνατο, το τέλος. Τώρα, πώς στέκομαι απέναντι στον θάνατο; Όταν ζεις καλά, δεν σε φοβίζει ο θάνατος. Εγώ ζω καλά, πολύ δημιουργικά, έχω καλές, υγιείς σχέσεις με τους ανθρώπους μου. Με απασχολεί το θέμα του θανάτου, αλλά δεν με φοβίζει. Γιατί αγαπώ τη ζωή πολύ. Τη χορταίνω τη ζωή. Γεμίζω από αυτή».

Καθρέφτης: «Δεν έχω και πολλή σχέση τώρα τελευταία. Ίσως μόνο εξαιτίας της αγωνίας μου να ξυρίζομαι λόγω δουλειάς. Όταν κοιτάμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη, δεν το κάνουμε για να δούμε αν είμαστε ωραίοι, αλλά πώς έχουμε μεταβληθεί από τη ζωή και τι είναι αυτό που έχει περάσει από πάνω μας. Ε, αυτή είναι μια στιγμή αυτοκριτικής πολύ ωραία. Εγώ πάντως όταν κοιτάζομαι στον καθρέφτη, βλέπω ότι μεγαλώνω ωραία. Δεν έχω παράπονα. Και μου λέω: “Είσαι νέος ακόμα”». (χαμογελάει)

 

Κρίση: «Ο Πέτρος Μάρκαρης είχε γράψει πρόσφατα σε ένα βιβλίο του ότι “το αίμα του Καποδίστρια θα το πληρώσουμε τώρα”. Μάλλον έφτασε αυτή η ιστορική στιγμή της “πληρωμής”».

Λάθη: «Ένα από τα λάθη που έχω κάνει, σε σχέση με την οικογένειά μου, είναι ότι για ένα πολύ μεγάλο διάστημα, όταν η κόρη μου ήταν πολύ μικρή, εργαζόμουν πάρα πολλές ώρες και δεν μπορούσα να είμαι κοντά της. Προσπαθώ να το επανορθώσω».

Μάμετ Ντέιβιντ: «Έγραψε τον “Αμερικάνικο βούβαλο” τη δεκαετία του ’70 –ήταν από τα έργα της νιότης του. Εδώ έχουμε μια άλλη όψη των ΗΠΑ, όχι αυτή τη γνωστή ιλουστρασιόν από τα lifestyle περιοδικά. Εδώ ο Μάμετ εστιάζει σε μία κάστα ανθρώπων λούμπεν, οι οποίοι ενώ είναι πολυλογάδες, βρίσκονται σε πλήρη ακινησία. Ενώ λένε, λένε και σχεδιάζουν πράματα διάφορα, δεν κάνουν στο τέλος απολύτως τίποτα. Αυτό μας θυμίζει κάτι, έτσι δεν είναι; Και εμείς λέμε, λέμε, λέμε, έχουμε γνώμη –και λύσεις– για τα πάντα, αλλά δεν πράττουμε, δεν κινούμαστε προς κάποια κατεύθυνση. Με άλλα λόγια, η δράση μας είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την πολυλογία μας. Για να επιστρέψουμε στον Μάμετ πάλι, το έργο, παρότι έντονα κοινωνικό και με σκληρές αναφορές, ανήκει στον αστερισμό της κωμωδίας. Με αυτή τη λογική είναι σκηνοθετημένη η παράσταση από τον Πέτρο Φιλιππίδη –νατουραλιστικά, αλλά με τρυφερότητα και σπινθήρες γέλιου».

Ματαιοδοξία: «Δεν ξέρω αν έχω. Κάποια στιγμή όλοι τελειώνουμε, πεθαίνουμε. Ίσως το μόνο που θα ήθελα μετά τον θάνατό μου θα ήταν να με θυμούνται οι άνθρωποι ως κάποιον που τους κράτησε λίγη όμορφη συντροφιά στο θέατρο, που τους δημιούργησε έναν νέο, παράλληλο χρόνο μέσα από μια παράσταση. Αυτό».

Νεοέλληνες: «Έλλειμμα παιδείας και ιστορικής γνώσης. Ο Σεφέρης έλεγε: “Όταν κόβεις ένα κομμάτι από το παρελθόν, κόβεις ένα κομμάτι από το μέλλον”. Επίσης, αρχοντοχωριατισμός. Μίμηση των παραγώγων και όχι των αξιών».

Ξαγρυπνώ: «Όχι, κοιμάμαι μια χαρά».

Πατρότητα: «Τεράστια ευθύνη και ταυτόχρονα μια άσκηση ελευθερίας, δηλαδή το πώς εννοείς την ελευθερία απέναντι στον απόγονό σου, ο αγώνας που κάνεις για να ξεφύγεις από τα φυσικά, κτητικά σου ένστικτα ως προς το παιδί σου. Όταν παίξαμε με την Ηρώ μαζί στην “Αντιγόνη” του Ανούιγ, πριν από κάποια χρόνια, ήταν μία δοκιμασία και μία ευκαιρία για να γίνουμε καλύτεροι και ωριμότεροι και οι δύο, ο ένας προς τον άλλο. Και ξέρετε, την ενθάρρυνα, μέσα από αυτή τη διαδικασία να μου κάνει δημιουργική κριτική, να προσθέτει στη συνεργασία μας, όπως ενθαρρύνω και όλους τους νεότερους συναδέλφους. Είμαι της λογικής ότι εμείς οι παλαιότεροι πρέπει να κατεβούμε από τον θρόνο μας και να συνδιαλλαγούμε επί της ουσίας με τις νεότερες γενιές. Εμείς, επειδή ο χρόνος μάς έχει καβαλήσει λίγο, έχουμε να μάθουμε από τη νέα τους ματιά, που είναι πιο καθαρή και με άλλα ερωτηματικά από τα δικά μας. Και αν θέλετε, ναι, να επιδιώξουμε την ανατροπή μας και να κάνουμε χώρο για τους νέους».

Πολιτική: «Η ενασχόλησή μου με τη ΔΗΜΑΡ μου απέδειξε ότι η πολιτική είναι ένα σύνθετο παιχνίδι, όπου μπαίνουν στη μέση διάφοροι παράγοντες, κομματικοί ή προσωπικοί, σοβαροί ή λιγότερο σοβαροί, πολιτικοί ή λιγότερο πολιτικοί. Φυσικά, δεν μετανιώνω καθόλου που ενεπλάκην σε αυτή την περιπέτεια, γιατί είδα, άκουσα και έμαθα πολλά. Κυρίως το ότι είμαι ακατάλληλος προς βρώσιν. Επίσης το ότι το επικοινωνιακό κομμάτι προηγείται του ουσιαστικού, του πολιτικού».

Ρίσκο: «Η φύση της δουλειάς μας. Η υποκριτική είναι ένα προσωπικό στοίχημα κάθε φορά. Δεν μαθαίνεται στις σχολές. Μαθαίνεται στη σκηνή σε συνδυασμό με τη ζωή, τη ζωή σου. Η σκηνή δεν μπορεί να είναι ανακόλουθη της ζωής».

Τηλεόραση: «Βλέπω αρκετά. Και βλέπω και πράγματα που μου αρέσουν και που δεν μου αρέσουν. Βλέπω, για παράδειγμα, στη ΝΕΤ κάποιες νέες εκπομπές που μου αρέσουν πολύ, κάποια αφιερώματα, για παράδειγμα. Βλέπω και αθλητικά, και να σας πω την αλήθεια, βλέπω και τις πιο λάιτ εκπομπές, που δεν είναι κακό να υπάρχουν και αυτές, αρκεί να μη χαρακτηρίζουν μόνο αυτές το πρόγραμμα ενός καναλιού. Γιατί συχνά καταντούν κακόγουστες. Και απ’ ό,τι φαίνεται, δεν τις έχει και πολλή ανάγκη ο κόσμος. Μια χαρά ζει και χωρίς αυτές. Όπως μια χαρά ζει και χωρίς εμάς. Δεν θα πάθει τίποτα ο κόσμος αν δεν μας δει στην τηλεόραση. Η μυθοπλασία, όταν γίνεται καλά, είναι πολύ σημαντική, γιατί υπάρχει μια επαφή του κόσμου με τη γλώσσα του. Και θα υπάρξει ξανά πάλι μυθοπλασία, αλλά πιο προσεγμένα και σε πιο μικρό αριθμό. Πιο προσεγμένα και σε επίπεδο παραγωγής και σε επίπεδο αισθητικής».

Φόβοι: «Με φοβίζουν δύο πράγματα, οι συμπλεγματικοί άνθρωποι και οι βλάκες. Δεν αντιμετωπίζονται με τίποτα».

Χρήματα: «Δεν θα σας κρυφτώ. Έχω βγάλει χρήματα από τη δουλειά μου. Δεν είχα χρήματα από την οικογένειά μου. Πληρώθηκα καλά από τη δουλειά μου και εξακολουθώ να πληρώνομαι καλά, όταν έχω δουλειά, κυρίως από την τηλεόραση. Και από το θέατρο έχω βγάλει χρήματα, αλλά έχω χάσει κιόλας. Δεν παγιδεύομαι με την ιδέα του χρήματος. Για μένα υπάρχει για να ζω καλά. Δεν με ενδιαφέρουν τα πλούτη, τα μεγάλα σπίτια, τα γρήγορα αυτοκίνητα και τα κότερα. Μου αρέσουν τα ταξίδια, να περνάω άνετα με την οικογένειά μου. Με ενδιαφέρει να μπορώ να κάνω παραγωγές στο θέατρο με αυτά, όπως τις θέλω εγώ. Μέχρι εκεί είναι η σχέση μου με τα χρήματα. Και τα ξοδεύω εύκολα».

Ψέματα: «Λέω ό,τι πρέπει. Γιατί η αλήθεια πρέπει να λέγεται με έναν τρόπο. Εξάλλου, και η δουλειά μας ένα ψέμα είναι. Ο Κοκτώ έλεγε: “Ο άνθρωπος δεν θέλει την αλήθεια στο θέατρο. Θέλει το ψέμα. Την αλήθεια τη βλέπει κάθε μέρα δίπλα του”. Θέλει, λοιπόν, ένα πολύ ωραίο ψέμα, για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τη ζωή. Και εμείς αυτό πουλάμε στη σκηνή».

Ώρα να…: «… κάνουμε την αυτοκριτική μας».

INFO: Μετά την επιτυχία που σημείωσε στην Αθήνα η παράσταση ο «Αμερικάνικος βούβαλος» του Ντέιβιντ Μάμετ, με τους Γιάννη Μπέζο, Πέτρο Φιλιππίδη και Ορφέα Αυγουστίδη, θα παρουσιαστεί: 21/9 στο Δημοτικό Θέατρο Στροβόλου και 22/9 στο Παττίχειο Δημοτικό Θέατρο Λεμεσού. Ώρες παραστάσεων: 18.00 & 20.30. Πληροφορίες: 70002212. Εισιτήρια:  tickethour.com.cy