Ένα ζηλευτό βιογραφικό συνοδεύει τον νέο καλλιτεχνικό διευθυντή και αρχιμουσικό της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου, γεγονός που κατά τα φαινόμενα έκανε εύκολο το έργο του ΔΣ του ΙΣΟΚ όταν έπρεπε να πάρει τις κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον της ορχήστρας.

Ο Γενς Γκέοργκ Μπάχμαν, που τίθεται επικεφαλής ενός φιλόδοξου μουσικού πρότζεκτ, έχει να επιδείξει μια σπουδαία πορεία στη μουσική Διεύθυνση, παρά το νεαρό της ηλικίας του, και θεωρείται από τους σημαντικότερους αρχιμουσικούς της γενιάς του στον κόσμο. Τα ηνία, μετά το κλείσιμο ενός μεγάλου κεφαλαίου στην ιστορία της ορχήστρας που έφερε την υπογραφή του Άλκη Μπαλτά, αναλαμβάνει ένας ενθουσιώδης και ορεξάτος Βερολινέζος με υψηλούς στόχους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μεσογειακή ιδιοσυγκρασία και αγάπη για το μπουζούκι!
 
Ο Μπάχμαν ξεχώρισε ανάμεσα σε 47 υποψηφίους από 16 χώρες. Και το ερώτημα είναι αν μεγαλώνοντας στο διαιρεμένο Βερολίνο και αργότερα (1993-1997) σπουδάζοντας στο Μουσικό Πανεπιστήμιο Χανς Άισλερ -το επιφανέστερο του είδους του στην πρώην πια Ανατολική Γερμανία κι ένα από τα κορυφαία στην Ευρώπη σήμερα- φανταζόταν ποτέ ότι μια μέρα θα έβρισκε την Ιθάκη του σε μια πόλη με κοινά χαρακτηριστικά, στην τελευταία διαιρεμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης. 
  
Ποιες είναι οι πρώτες σας εντυπώσεις από τη νέα σας ζωή;
Είναι άριστες: Μετακόμισα σε μια πανέμορφη χώρα με εντυπωσιακή πολιτιστική ιστορία, με καλόκαρδους, φιλόξενους ανθρώπους, με ταλαντούχους και φιλόδοξους μουσικούς στην ορχήστρα, ένα υπέροχο, αφοσιωμένο προσωπικό και διοικητικό συμβούλιο και τελευταίο άλλα όχι έσχατο, έναν πάντοτε ηλιόλουστο καιρό.
 
Ποιοι λόγοι σας ώθησαν να διεκδικήσετε αυτή τη θέση;
Είναι πολλοί: Η πληθώρα της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου, η αμεροληψία και η ανοιχτόμυαλη νοοτροπία ενός οργανισμού που θέλει να μεγαλώσει και ν’ αναπτυχθεί σε όλα τα επίπεδα και η σύνδεση με τη Μουσική Σχολή και τα σύνολα του Ιδρύματος, γεγονός που σημαίνει ότι συμβάλλουμε άμεσα στην επόμενη μουσική γενιά της χώρας.
 
Ποια πρόκληση είναι μεγαλύτερη κατά τη γνώμη σας: του αρχιμουσικού ή του καλλιτεχνικού διευθυντή της ορχήστρας;
Οι καλές πρόβες και συναυλίες είναι αυτό που πάντα παραμένει μια αγαπημένη πρόκληση, που μου αρέσει να αναλαμβάνω κάθε φορά ξανά. Η καλλιτεχνική διεύθυνση της ορχήστρας είναι εξίσου απαιτητική, λόγω των πολλών διαφορετικών και αλληλένδετων πτυχών της: επιλογές ρεπερτορίου, χρονοδιαγράμματα, δικτύωση, διπλωματία, βαθμιαία εφαρμογή νέων πρωτοβουλιών, κοινωνική συνεργασία, διοικητική μέριμνα.
 
Γεννηθήκατε στο Βερολίνο. Ποια είναι τα συναισθήματά σας σχετικά με τη σύνθετη πολιτική κατάσταση στη νέα σας βάση;
Δεν είμαι πρόθυμος να συγκρίνω οποιαδήποτε πόλη ή χώρα με κάποια άλλη, αλλά υπάρχει κάποια οικειότητα με το γεγονός ότι γεννήθηκα κι έχω ζήσει σε μια διαιρεμένη πόλη και χώρα στο παρελθόν. Γνωρίζω λοιπόν από προσωπική εμπειρία τι σημαίνει και τι αισθήματα προκαλεί το να ζει κανείς σε μια τέτοια ιδιαίτερη κατάσταση. Γνωρίζω για τις υποβόσκουσες επιθυμίες των ανθρώπων εδώ να ζήσουν με ειρήνη, αρμονία και ασφάλεια. Η μουσική δεν μπορεί να εφαρμόσει πολιτικές αλλαγές, αλλά σίγουρα μπορεί να τροφοδοτήσει και να καλλιεργήσει αυτές τις ποθούμενες ιδέες. Ως μουσικοί, είμαστε καθρέφτης και πομποί αυτών των ενδόμυχων ανθρώπινων συναισθημάτων και επιθυμιών. Κατά δεύτερο λόγο, η διαβίωση σ’ έναν πολυπολιτισμικό, πολυεθνικό χώρο ήταν πάντα πηγή έμπνευσης για μένα κι έτσι θα παραμείνει. Το θαύμα της ανθρωπότητας είναι η εγγενής της ποικιλομορφία – από την οποία απαρτίζεται επίσης και η μουσική. Κανένα κομμάτι, ακόμη κι από τον ίδιο συνθέτη, δεν είναι το ίδιο.

Ποια είναι η άποψή σας για την κατάσταση πραγμάτων σε σχέση με τη μουσική στη Μεσόγειο;
Στη Μεσόγειο είμαστε συχνά πολύ πιο κοντά στα λαογραφικά, αυτόχθονα στοιχεία της μουσικής. Οι άνθρωποι έχουν μια πιο άμεση και φυσική σύνδεση στη δημιουργία μουσικής. Λατρεύω να κάθομαι σε μια ταβέρνα και στο διπλανό τραπέζι κάποιος να τραγουδάει μ’ ένα μπουζούκι. Από την άλλη πλευρά, η κλασική μουσική προσεγγίζεται σε μικρότερο βαθμό απ’ ότι έξω από την περιοχή της Μεσογείου. Ως εκ τούτου, υπάρχει μια αποστολή που πρέπει κάποιος να αναλάβει για να κατανοήσουν οι άνθρωποι τι θησαυρούς μπορούν να βρουν και ποιες εμπειρίες μπορούν να ανακαλύψουν και να κρατήσουν για πάντα όταν ακούν και εξοικειώνονται με την κλασική μουσική. Το βαθύ νόημα και ο αντίκτυπος της κλασικής μουσικής μπορεί και πρέπει ακόμη να ενθαρρυνθούν.
 
Ποιες είναι οι προσδοκίες σας στη συνεργασία με αυτόν τον οργανισμό σ’ αυτή την ιδιόμορφη χώρα;
Έχω αρκετές προσδοκίες: Μία είναι ότι θα μπορέσουμε να κερδίσουμε πολλές ακόμα καρδιές και μυαλά για την αναγκαιότητα της κλασικής μουσικής ως μέρος της ολοκληρωμένης ανθρωπινότητάς μας. Κατά δεύτερο λόγο, ότι θα είναι ένα θεραπευτικό βάλσαμο τόσο για το άτομο, όσο και για την κοινωνία γενικότερα. Τρίτον, ότι η ορχήστρα θα αναγνωρίζεται και θα εκτιμάται παντοτινά ως η μουσική φωνή αυτού του έθνους.
 
Ποιες θεωρείτε ως πρωταρχικές προκλήσεις αυτής της θέσης;
Η διπλή ευθύνη: διοικητική εργασία ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής έναντι της μουσικής μου εργασίας ως Αρχιμουσικός. Πρέπει να παραμένω πάντα συγκεντρωμένος και στις δύο πλευρές. Και ακόμη, όσο κι αν ενδιαφέρομαι για τον οργανισμό και την άψογη λειτουργία του, το αληθινό μου πάθος εκφράζεται όταν προετοιμαζόμαστε και ερμηνεύουμε με τους μουσικούς.
 
Πώς αξιολογείτε το επίπεδο των μουσικών σ’ αυτή την πρώιμη φάση;
Είναι μια θαυμάσια ομάδα επαγγελματιών, πολύ ανοιχτόμυαλοι, πολύ φιλόδοξοι, αφοσιωμένοι και παθιασμένοι, πεινασμένοι για ποιοτική δουλειά και όλοι με μια ζεστή καρδιά.
 
Τι απαντάτε σε όσους είναι επιφυλακτικοί σχετικά με την ύπαρξη πολλών μη Κυπρίων μουσικών στην ορχήστρα;
Καταρχάς, μόλις προσλάβαμε δύο ιδιαιτέρως ταλαντούχους Κύπριους μουσικούς πλήρους απασχόλησης. Προφανώς, ζούμε σ’ έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο και ο κόσμος των μουσικών ήταν πάντα εξαιρετικά διεθνής και πολυεθνικός. Είναι μέρος αυτού που κάνουμε: η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα και δεν γνωρίζει σύνορα, είναι περιεκτική. Τέλος, η ποικιλομορφία μέσα στην ορχήστρα είναι ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα αυτής της ομάδας – μπορούμε να εφαρμόσουμε και να προσαρμοστούμε σε οποιοδήποτε μουσικό ύφος.
 
Ποιες είναι οι κύριες προτεραιότητές σας;
Να βελτιώσω με βιώσιμο τρόπο την ποιότητα του παιξίματος της ορχήστρας στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Να αυξήσω την αναγνωρισιμότητα και, ακολούθως, την προσέλευση στις πολλές παρουσίες της ορχήστρας στην πολιτιστική ζωή της Κύπρου. Να κάνω την ορχήστρα γνωστή και να την καταστήσω διεθνώς αναγνωρισμένη ως ένα σχήμα που πρεσβεύει την τέχνη και τον πολιτισμό της Κύπρου.

Με ποιους τρόπους πιστεύετε ότι μπορείτε να προσελκύσετε ένα ευρύτερο κοινό;
Πρώτον, μέσα από την μεγαλύτερη παρουσία στα μέσα. Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν γνωρίζουν την ορχήστρα της χώρας τους. Συμφωνήσαμε σε μια τακτική και μακροχρόνια συνεργασία με το ΡΙΚ και ελπίζουμε να προσεγγίσουμε έτσι περισσότερους ανθρώπους από ποτέ. Δεύτερον, μέσω τακτικών οικογενειακών συναυλιών και «συναυλιών της γειτονιάς» σε όλη τη χώρα. Τρίτον, μέσω τακτικών και μακροχρόνιων συνεργασιών με τα σχολεία, προσφέροντας διάφορες συναυλίες για όλες τις ηλικίες.
 
Με ποιους τρόπους σχεδιάζετε να αξιοποιήσετε τους Κύπριους συνθέτες; Και σε ποιο βαθμό αυτό θα καθορίσει το ρεπερτόριο της ορχήστρας;
Είναι πολύ ξεχωριστό το γεγονός ότι η χώρα αυτή έχει μια τόσο δραστήρια, ποικίλη και δημιουργική κοινότητα συνθετών. Συνεργαζόμαστε σε μια ετήσια συναυλία με το Κέντρο Κυπρίων Συνθετών και επίσης ενσωματώνουμε μερικά από τα έργα τους στο τακτικό ρεπερτόριο συναυλιών μας. Είναι θαυμάσιο να δουλεύεις με συνθέτες που ζουν και δημιουργούν τα έργα τους εδώ, στην Κύπρο.
 
Τι είδους ρεπερτόριο πρέπει να αναμένουμε για τα επόμενα χρόνια;
Χτίζουμε, εδραιώνουμε και ενισχύουμε το βασικό μας ρεπερτόριο από τον Χάιντν, τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν στον Σούμπερτ και τον Μέντελσον, μαζί με έργα Γάλλων και Ρώσων συνθετών. Επιπλέον, θα περιλάβουμε προγράμματα μπαρόκ έργων, αλλά και μερικά σύγχρονα κομμάτια- κυρίως από Κύπριους συνθέτες.
 
Πού θα θέλατε να δείτε τη ΣΟΚ σε τρία χρόνια;
Θέλω αυτή η ορχήστρα να αποτελέσει αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής ζωής της Κύπρου -σε όλες τις πιθανές φυσικές ποικιλομορφίες. Θέλω να είναι μια αναγκαία πηγή έμπνευσης, τόνωσης, χαλάρωσης και ψυχαγωγίας για τον καθένα και, μαζί μ’ αυτό, η μουσική μας να είναι ένας ευπρόσιτος καθρέπτης όλων των ανθρώπινων συναισθημάτων μας. Μετά από τρία χρόνια, θα έχουμε δημιουργήσει μια ακόμη πιο ισχυρή ενότητα σε διαφορετικά μουσικά είδη (Χάιντν, Μότσαρτ, Μπετόβεν, Σούμπερτ, Μέντελσον, Γάλλοι, Ρώσοι και άλλοι Ευρωπαίοι συνθέτες, συμπεριλαμβανομένης της σύγχρονης κυπριακής μουσικής). Θα έχουμε αποκτήσει έναν ξεκάθαρο ήχο -ανάμεσα στην αφήγηση της δραματικής έντασης και στον φωνητικό λυρισμό. Και θα πρέπει να αρχίσει να αναγνωρίζεται ως η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα αυτής της όμορφης χώρας.
 
Ποια είναι τα σχέδιά σας για τη Συμφωνική Ορχήστρα Νέων και τη Μουσική Σχολή;
Είναι πολύ συγκεκριμένα: κάθε καλοκαίρι θα συνεργαζόμαστε σε μια μεγάλη παράλληλη εκδήλωση, όπου και οι δύο ορχήστρες, η Συμφωνική Ορχήστρα και η Συμφωνική Ορχήστρα Νέων θα παίζουν μαζί σ’ ένα τεράστιο συναυλιακό πρότζεκτ. Επιπλέον, θα συνεχίσω να ενσωματώνω σε συγκεκριμένες εκδηλώσεις νέους μουσικούς ως σολίστες μαζί με τη Συμφωνική Ορχήστρα. Θα διευθύνω επίσης masterclasses και coachings με τα σύνολα της Μουσικής Σχολής, καθώς και με μεμονωμένους μαθητές. Προσπαθώ να συνεισφέρω όσο μπορώ για την ανάπτυξή τους και τις πρακτικές τους εμπειρίες.
 
Πώς φαντάζεστε την ιδανική σχέση με τη διοίκηση του Ιδρύματος Συμφωνική Ορχήστρα;
Πολύ απλά, βασισμένη στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και αρμοδιότητα – και στη χαρά για ένα παραγωγικό και αποτελεσματικό ομαδικό έργο και τα συλλογικά του επιτεύγματα.
 
Και πώς θα περιγράφατε την ιδανική σχέση μεταξύ του μαέστρου και της ορχήστρας;
(Γελάει) Σε μεγάλο ποσοστό το ίδιο! Ακριβώς ότι όσο πιο κοντινή, πιο έντονη και διαρκής είναι η σχέση, τόσο πιο μη-λεκτική μπορεί να γίνει η μουσική επικοινωνία. Αφορά σε μεγάλο βαθμό τις επιδεξιότητες και την εκλέπτυνση της μουσικής δημιουργίας. Σκεφτόμαστε παρόμοια, αισθανόμαστε παρόμοια και ενεργούμε παρόμοια και δημιουργούμε ένα πάντα ενοποιημένο αποτέλεσμα.
 
Πόση ατομικότητα μπορούν να διαθέσουν οι μουσικοί της ορχήστρας;
Όσο περισσότερη απαιτεί η μουσική. Μερικές φορές πρόκειται για την ατομική προσπάθεια και προβολή και μερικές φορές για την ομορφιά της συλλογικότητας.
 
Ποιος κατά τη δική σας άποψη βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας: ο μαέστρος ή ο συνθέτης;
Πάντοτε ο συνθέτης.

Πώς θα περιγράφατε τη φιλοσοφία σας ως μαέστρος;
Ο μαέστρος ενώνει την επινόηση των συνθετών και την εκφράζει μέσα από μια πάντοτε επαρκή και κατάλληλη χειρονομιακή γλώσσα. Στη μουσική μόνο ένα στοιχείο έχει σημασία: ο ήχος. Δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία στη μουσική. Η ποιότητα του ήχου, η εξοικείωσή του και η εγγύτητα με την ανθρώπινη φωνή –ο πιο φυσικός τρόπος δημιουργίας μουσικής είναι το τραγούδι- είναι αυτό που κάνει τη μουσική να αγγίζει τις καρδιές και τις ψυχές μας.
 
Πώς ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για τη μουσική; Ποιες είναι οι πρώτες σας αναμνήσεις σας από τη μουσική;
Οι πρώτες μου αναμνήσεις είναι οι γονείς μου να τραγουδούν για μένα όταν ήμουν μικρός. Πάντα τραγουδούσαμε και είχαμε μουσική στο σπίτι μας. Μεγάλωσα μαζί της ως φυσικό μέρος της ζωής μας. Κανένα από τα μέλη της οικογένειάς μου, ωστόσο, δεν ήταν μουσικός. Εγώ έκανα ένα βήμα παραπάνω και ήμουν τόσο τρελός που επέλεξα τη μουσική ως επάγγελμά μου με όλη μου την αγάπη, το πάθος, τον ενθουσιασμό και το σεβασμό μου γι’ αυτή.
 
Ποιες ήταν οι σημαντικότερες δεξιότητες και τα σημαντικότερα μαθήματα που αποκομίσατε στην εξέλιξη σας ως αρχιμουσικός;
Ένας μαέστρος δεν είναι τίποτα χωρίς μια ορχήστρα. Μια ορχήστρα θα ακούγεται μόνο τόσο καλή όσο είναι η μουσική φαντασία του μαέστρου της και ο ήχος της. Όλοι οι μουσικοί είναι ειδήμονες και μας συνδέει μια αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η χειρονομιακή μου γλώσσα πρέπει να είναι αυτονόητη.
 
Ποια είναι η μεγαλύτερη παρανόηση σχετικά για τη μουσική;
Αυτό ότι είναι κάτι αφηρημένο, φτιαχτό, άσχετο με την καρδιά και τα συναισθήματά, ή με το μυαλό μας. Αντίθετα, είναι βαθιά συνδεδεμένη με εμάς, γραμμένη από εμπνευσμένες μεγαλοφυίες της πλούσιας πολιτιστικής μας κληρονομιάς και αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρωπιάς μας και της ανθρωπότητας.