Β΄ ΜΕΡΟΣ
«Επιπλέον, οι άνθρωποι επιδιώκουν τις σωματικές ηδονές επειδή είναι πολύ έντονες και δεν είναι σε θέση να χαρούν άλλου είδους ηδονές. Αυτοί λοιπόν συνηθίζουν τον εαυτό τους να διψάει για τέτοιες ηδονές. Όταν λοιπόν είναι αβλαβείς δεν χρειάζεται επίπληξη, όταν όμως είναι βλαβερές, τότε αυτό είναι κακό (φαῦλον)» Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154b
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι σωματικές ηδονές είναι αναγκαίες αν δεν ξεπερνούν το μέτρο, αν δεν είναι βλαβερές. Ωστόσο, δεν είναι αυτές που προσφέρουν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση στον άνθρωπο, τουλάχιστον όχι σε όποιον έχει γευτεί άλλου είδους ηδονές. Όποιος όμως μένει σ’ αυτές, καθώς είναι οι μόνες γνώριμες για τον ίδιο, δεν μπορεί να αγγίξει την ευδαιμονία. Γι’ αυτό ούτε τα παιδιά ούτε τα ζώα ονομάζονται ευδαίμονα.
Η πραγμάτευση των σωματικών ηδονών είναι συνυφασμένη με την Αριστοτελική θεωρία της ψυχής. Η ψυχή αποτελείται από μέρη. Το κατώτερο μέρος της, το θρεπτικό, το μοναδικό κοινό σε όλα τα έμβια όντα (φυτά, ζώα, ανθρώπους) είναι αυτό που περιλαμβάνει τις λειτουργίες του σώματος που σχετίζονται με τις σωματικές ηδονές (τροφή, αναπαραγωγή). Μπορεί το σώμα στον Αριστοτέλη να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή (έμψυχο=έμβιο) αλλά ο άνθρωπος διακρίνεται από τα υπόλοιπα ζώα χάρη σε ανώτερες λειτουργίες. Αυτές είναι που θα οδηγήσουν στην ευδαιμονία. Και η ευδαιμονία ως κατάσταση περιλαμβάνει την ηδονή. Ακόμη και τη σωματική. Αυτό είναι όμως το κατώτερο είδος της.
Ο Αριστοτέλης συμπληρώνει τη θεωρία της ηδονής και με τη Μεταφυσική και Φυσική του φιλοσοφία. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι μονομερής, το έμψυχο σώμα έχει λειτουργίες. Πολλές λειτουργίες. Η φύση του δεν είναι απλή. Αν ήταν μία (π.χ. μόνο η θρεπτική) θα ευχαριστιόταν μόνο με αυτά τα πράγματα. Αλλά ο άνθρωπος έχει αισθήσεις και φυσικά το ανώτερο μέρος της ψυχής είναι το νοητικό. Ως φθαρτό ον ο άνθρωπος δεν έχει απλή φύση, ώστε να χαίρεται με τα ίδια πράγματα. Αντίθετα, ο Αριστοτελικός θεός (το «πρώτο κινούν ακίνητο», η «νοήσεως νόησις») είναι μακάριος με την ίδια ηδονή:
«Δεν προσφέρει πάντοτε το ίδιο πράγμα ηδονή λόγω του ότι δεν είναι απλή η φύση μας, αλλά ενυπάρχει και κάτι άλλο, σύμφωνα με το οποίο είμαστε φθαρτοί. Ώστε αν κάτι πράττει κάτι άλλο, αυτό για μια άλλη φύση να είναι αντίθετο, όταν όμως εξισορροπούν, η πράξη δεν φαίνεται να προσφέρει ούτε ηδονή ούτε λύπη. Επειδή αν κάποιου η φύση ήταν απλή, η ίδια πράξη θα ήταν πάντα ευχάριστη. Για τον λόγο αυτό ο θεός χαίρεται πάντοτε με μία και απλή ηδονή (διὸ ὁ θεὸς ἀεὶ μίαν καὶ ἁπλῆν χαίρει ἡδονήν). Διότι η ενέργεια δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό της κίνησης αλλά και της ακινησίας, και η ηδονή βρίσκεται περισσότερο στην ηρεμία παρά στην κίνηση.» Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154b21-28
Οι άνθρωποι μπορούν λόγω της φύσης τους να απολαύσουν την ηδονή με πολλούς τρόπους. Με το κατώτερο ή με το ανώτερο μέρος της ψυχής, ξεκινώντας με την ηδονή που απορρέει από τις λειτουργίες της θρεπτικής ψυχής (η οποία είναι κοινή σε όλα τα έμβια) έως τη νοητική λειτουργία του παθητικού ή ενεργητικού νου (η οποία είναι κοινή στον άνθρωπο και στον Αριστοτελικό θεό). Αλλά ο Αριστοτέλης δεν έχει ολοκληρώσει την πραγμάτευση της ηδονής. Θα επανέλθει στο δέκατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων για να συνοψίσει τη θεωρία της ηδονής: Υπάρχουν καλές και κακές ηδονές, όπως οικείες και μη. Οι ηδονές των ζώων δεν είναι τελικά οι ίδιες με των ανθρώπων, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο τον οποίο παραθέτει: «Οι όνοι θα προτιμούσαν τα άχυρα από το χρυσάφι». Ανάλογα και τα παιδιά θεωρούν σπουδαιότερα αυτά που αρέσουν στα ίδια. Κατά τον Αριστοτέλη, επειδή οι οικείες ηδονές είναι οι πιο ευχάριστες, θα πρέπει να εκπαιδεύσουμε τους νέους, ώστε να καθοδηγούνται (χάρη στη συνήθεια) από την ηδονή και τη λύπη, για να χαίρονται με αυτά που πρέπει και να αποστρέφονται αυτά που πρέπει (τὸ χαίρειν οἷς δεῖ καὶ μισεῖν ἃ δεῖ).
Οι σωματικές ηδονές στον Αριστοτέλη βρίσκουν τη θέση τους. Δεν καταδικάζονται ούτε εξαίρονται. Όπως όλες οι επιθυμίες είναι αποτέλεσμα μάθησης και ήθους, συνήθειας. Επομένως, αν κάποιος μπορεί να γευτεί όλα τα είδη της ηδονής, χωρίς να είναι καταδικασμένος στη γνωριμία μόνο των σωματικών ηδονών, μπορεί να επιλέξει την πιο ευχάριστη. Χωρίς περιορισμούς.
*Η Δρ Έλσα Νικολαΐδου είναι συγγραφέας του βιβλίου Φιλοσοφία για όλους (Γιατί να διαβάζουμε τους αρχαίους φιλοσόφους;) Μεταίχμιο, 2022