O μακρύς όλο στροφές δρόμος, απάνω από γκρεμούς και χαράδρες οδηγούσε στο σπίτι των παππούδων σ’ ένα χωριό κρυμμένο και ξεκομμένο από όλα τα άλλα στην πλαγιά του βουνού. Διασχίζαμε χωριά και αμπέλια, ενώ κάθε τόσο ένα κοπάδι με κατσίκες και πρόβατα μας έκλειναν την πορεία. Στην τελευταία στροφή, εκεί που τελείωνε ο κόσμος και έδυε ο ήλιος, θα φαινόταν το σπίτι των παππούδων να δεσπόζει στον λόφο και τις μαύρες μορφές τους να διαγράφονται μπροστά από το λευκό ασβεστωμένο σπιτάκι.

Τη μακριά διαδρομή γέμιζαν οι κουβέντες των γονιών, ενώ ο πατέρας μάς ψυχαγωγούσε και γελούσαμε με τα τραγούδια του όπως «Μπάρμπα Γιάννη με τις στάμνες…». Με τα χρόνια μάθαμε με ακρίβεια πού βρισκόταν η κάθε στροφή, πότε θα αντικρύζαμε την αιωνόβια τρεμιθιά που σκέπαζε το εκκλησάκι των Αγίων Σεργίου και Βάκχου στην Κισσούσα ή τον μιναρέ στο τζαμί της Μαλλιάς. Αν μας έπιανε το σκοτάδι, βλέπαμε μπροστά από τα φώτα του αυτοκινήτου να ξεπετάγονται λαγοί, αλεπούδες, σκαντζόχοιροι.

Ο παππούς Λεωνίδας όταν είχε τη δική μας ηλικία είχε δει μόνο μια φορά τη θάλασσα όταν κατέβηκε στην πόλη, κάνοντας τη διαδρομή καβάλα στο γαϊδούρι με τον πατέρα του τον Ξαορή, καταλύοντας για τη νύχτα σ’ ένα χάνι. Τα καλοκαιρινά ήσυχα βράδια η γιαγιά Στασού, άπλωνε παπλώματα στο δώμα για να κοιμηθούν με τον παππού. Δεν μ’ άφηναν οι γονείς, να ξαπλώσω μαζί τους γιατί ήμουν παιδί της πόλης «αμάθητη» και αν γκρεμοτσακιζόμουν από το δώμα;

Η παιδική μου επιθυμία δεν πραγματοποιήθηκε τότε γι’ αυτό και σήμερα οι καλοκαιρινές νύχτες με βρίσκουν αραχτή στο δώμα, κάτω από τον έναστρο ουρανό, όποτε παραθερίζω στο χωριό, άδειο πια, με ελάχιστους κατοίκους. Σαν βραδιάζει και γύρει ο ήλιος πίσω από τα βουνά, είναι αμέτρητες οι νυχτερινές παρουσίες: νυχτοπούλια, κουκουβάγιες, τριζόνια, πεφταστέρια και τα φώτα των γύρω χωριών που τρεμοπαίζουν σαν πυγολαμπίδες, ενώ στο κοιμητήρι μένουν άσβεστα τα καντήλια των προγόνων μας που φωτίζουν για πάντα τις ζωές μας.

Μπαίνοντας στην εφηβεία μισούσαμε με την αδελφή τον βουνίσιο εγκλεισμό μας, αφού χάναμε τα μπάνια στη θάλασσα, τα πάρτι και τις παρέες στο «καφέ Χαραλαμπίδη». Τα δειλινά τρώγαμε γλυκά του κουταλιού σε αυλάδες με γειτόνισσες, θείες και ξαδέλφες με τις οποίες «πομορίζαμε». Ατέλειωτες μέρες πλήξης με κορίτσια συνομήλικά μας που ονειρεύονταν ένα και μοναδικό δρόμο, αυτόν του γάμου που θα τις οδηγούσε στην πόλη μόλις τέλειωναν το γυμνάσιο. Αυτές ήξεραν να ζυμώνουν, να φτιάχνουν ωραία γλυκά και φαγητά ενώ τα δειλινά κεντούσαν την προίκα τους. Η Νάτια κι εγώ απλά χώναμε όλη μέρα τη μούρη μας σε βιβλία και περιοδικά, αδημονώντας πότε θα περιπλανηθούμε σε άγνωστους δρόμους, σε χώρες μακρινές.

Η αδελφή ήθελε να διασχίσει με αυτοκίνητο, τους ατέλειωτους χωρίς στροφές αυτοκινητόδρομους των Η.Π.Α., με τις δαιδαλώδεις γέφυρες. Μετά τη Νέα Υόρκη θα πηγαίναμε δυτικά και έπειτα νότια, οδηγώντας σε αχανείς εκτάσεις γης, με ένα τεράστιο αυτοκίνητο καμπριολέ, όπως στις ταινίες. Κανείς δεν κρυώνει ή ζεσταίνεται στην Αμερική, εφόσον το αμερικάνικο όνειρο είναι υπεράνω καιρικών συνθηκών. Θα περνούσαμε μέσα από την έρημο της Αριζόνα, πάνω από το Grand Canyon, φτάνοντας μέχρι το Μεξικό. «Κι αν μας επιτεθούν οι Ινδιάνοι της έλεγα με φόβο;». Μου απαντούσε πως «δεν υπάρχουν πλέον» τους εξολόθρευσαν οι ευρωπαίοι κονκεσταδόροι, οι σημερινοί Αμερικάνοι.

Θα διανυκτερεύαμε σε μοτέλ, οδηγώντας εναλλάξ και διανύοντας εκατοντάδες μίλια κάθε μέρα, σταματώντας σε υπεραστικά κέντρα για ανεφοδιασμό, πίνοντας milkshake, coca-cola και τρώγοντας γιγάντια hamburger, όλα σε king size συσκευασία. Τις νύχτες από τις κουρτίνες του μοτέλ, θα αναβόσβηναν τα φώτα από neon και θα βλέπαμε σκηνές οικογενειακής βίας ή απαγωγών. Θα ειδοποιούσαμε τον σερίφη που θα έφτανε με τα περιπολικά και το καουμπόικο καπέλο του. Θα μας ευχαριστούσε που συνδράμαμε στη σύλληψη των ληστών της ομοσπονδιακής τράπεζας και θα μας ρωτούσε από πού είμαστε. «Δορά-Cyprus» η απάντησή μας, ενώ και ο σερίφης θα απαντούσε “Cyprus? Never heard of it”.

Έπειτα θα μας παρασημοφορούσε σε μεγάλη τελετή όπου θα φωνάζαμε «Turkish troops out of Cyprus!». Οι φωνές μας θα έφταναν μέχρι την Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση ενώ στην Κύπρο θα μας έβαζε πρωτοσέλιδο ο Φιλελεύθερος. Η Χαραυγή θα έγραφε «ΝΑΤΟ-C.I.A. προδοσία» και πως ο νεόφερτος στο νησί άγιος Βαλεντίνος ήταν κι αυτός πράκτορας της «Σίας», όπως άλλωστε το επιβεβαίωνε ο παπά-Αντώνης και ο επίτροπος της ενορίας μας. Η εμβέλεια των επιτρόπων μας έφτανε τότε μέχρι το παγκάρι της εκκλησίας.

Πού να φανταζόμασταν πως μια μέρα ελληνοκύπριοι επίτροποι θα έμπαιναν στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και πως το νησί μας θα βρισκόταν ακόμη υπό κατοχή και την απειλή των τουρκικών στρατευμάτων, μισό αιώνα μετά από την εισβολή; Η διαφώτιση αφέθηκε διαμέσου των χρόνων να περιπέσει σε συσκότιση από τους πολιτικούς και διπλωμάτες «πολυέλαιούς» μας.

dena.toumazi@gmail.com

Φωτογραφία: Νάτια Αναξαγόρου