Η προχθεσινή καταδίκη τεσσάρων προσώπων στην Ελλάδα για το τεράστιο σκάνδαλο παράνομων παρακολουθήσεων δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη δικαστική απόφαση. Πρόκειται για μια εξέλιξη, που αναπόφευκτα επαναφέρει στην επιφάνεια ένα σκάνδαλο, το οποίο στην Κύπρο κάποιοι έσπευσαν να θεωρήσουν λήξαν. Αποτελεί έναν καθρέφτη. Μέσα στον οποίο η Κύπρος βλέπει -ξανά- μια εξαιρετικά άβολη πραγματικότητα.
Στους καταδικασθέντες περιλαμβάνεται ο Ισραηλινός Ταλ Ντίλιαν. Το ίδιο πρόσωπο το οποίο πρωταγωνίστησε στην υπόθεση του διαβόητου «μαύρου βαν» στη Λάρνακα. Το ίδιο πρόσωπο το οποίο, ενώ βρέθηκε ενώπιον της κυπριακής Δικαιοσύνης για δραστηριότητες που σχετίζονταν με δυνατότητα μαζικών παρακολουθήσεων, τελικά δεν οδηγήθηκε ποτέ σε πλήρη ποινική διαδικασία ως φυσικό πρόσωπο.
Αντί αυτού, επελέγη η αναστολή ποινικής δίωξής του και η υπόθεση έκλεισε με χρηματικό πρόστιμο προς την εταιρεία του. Το ερώτημα προκύπτει αβίαστα: Αν οι ελληνικές αρχές ακολουθούσαν την ίδια πρακτική, θα υπήρχε άραγε καταδίκη; Θα μαθαίναμε ποτέ την έκταση ενός σκανδάλου που άγγιξε πολιτικά πρόσωπα και δημοκρατικούς θεσμούς; Θα αποδίδετο δικαιοσύνη σε μια υπόθεση που δολοφονεί την ίδια τη δημοκρατία;
Πιθανότατα όχι. Διότι τα μεγάλα σκάνδαλα δεν αποκαλύπτονται όταν οι ποινικές διαδικασίες αναστέλλονται. Αποκαλύπτονται μόνο όταν η Δικαιοσύνη επιμένει να φτάσει μέχρι τέλους. Ακόμη και όταν αυτό καθίσταται πολιτικά ή θεσμικά άβολο.
Ένα σκάνδαλο το οποίο άγγιξε τον πυρήνα της δημοκρατίας, αφού αφορούσε παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων και συγκλόνισε την Ευρώπη, πιθανότατα θα είχε ταφεί κάτω από νομικές διευθετήσεις, διοικητικά πρόστιμα και θεσμικές σιωπές. Ακριβώς δηλαδή όπως συνέβη στην Κύπρο.
Η υπόθεση του «μαύρου βαν» ουδέποτε ήταν ένα απλό περιστατικό τεχνολογικής υπερβολής ή μια παρεξήγηση γύρω από εμπορικές δραστηριότητες. Αφορούσε εξοπλισμό ικανό να παρεμβαίνει σε επικοινωνίες. Να συλλέγει δεδομένα. Να παρακολουθεί στόχους με τρόπο που αγγίζει τον πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Με απλά λόγια, αφορούσε τη δυνατότητα παρακολούθησης της ιδιωτικής ζωής ανθρώπων.
Από την πρώτη στιγμή τα ερωτήματα ήταν συγκεκριμένα και παραμένουν βασανιστικά αναπάντητα μέχρι σήμερα: Ποιους παρακολουθούσαν στην Κύπρο; Ποιος επέτρεψε τη λειτουργία τέτοιων συστημάτων; Υπήρξε εποπτεία; Υπήρξαν στόχοι εντός πολιτικού ή δημοσιογραφικού χώρου; Ποια δεδομένα συλλέχθηκαν και πού κατέληξαν; Και πάνω απ’ όλα, γιατί κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να συνεχιστεί η ποινική δίωξη του βασικού εμπλεκόμενου προσώπου;
Κυρίως, γιατί αναστάληκε η ποινική δίωξη του ίδιου του Ντίλιαν; Μήπως επειδή μια κανονική ποινική διαδικασία θα οδηγούσε σε αποκαλύψεις που κάποιοι δεν επιθυμούσαν; Μήπως επειδή η δικαστική διερεύνηση θα αποκάλυπτε ποιοι βρίσκονταν πίσω από τις παρακολουθήσεις; Μήπως επειδή θα άνοιγε έναν ασκό που το σύστημα εξουσίας δεν ήταν έτοιμο να αντιμετωπίσει;
Η εξέλιξη στην Ελλάδα αποδεικνύει κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Πως όταν μια υπόθεση οδηγηθεί σε κανονική δικαστική κρίση, η κοινωνία έχει την ευκαιρία να πληροφορηθεί, να αξιολογήσει και τελικά να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη της στους θεσμούς. Στην Κύπρο, δυστυχώς, συνέβη το αντίθετο. Και μάλιστα, δεν ήταν και η μοναδική…
Και όταν μια τόσο σοβαρή υπόθεση κλείνει με τρόπο που αφήνει περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά θεσμικό. Διότι η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν πραγματοποιούνται παρακολουθήσεις. Απειλείται πολύ περισσότερο όταν η διερεύνησή τους σταματά πρόωρα.
Από το 2022 ήταν σαφές ότι η Κύπρος βρισκόταν στο επίκεντρο διεθνών ερευνών για λογισμικά παρακολούθησης. Ήταν αυτονόητη η υποχρέωση των Αρχών να ρίξουν άπλετο φως στο τι ακριβώς συνέβαινε εντός της χώρας. Αντί αυτού, επιλέχθηκε μια λύση που αποκάλυπτε θεσμική βιασύνη να κλείσει ο φάκελος. Προκαλώντας κατ’ αυτό τον τρόπο, μέγιστη καχυποψία.
Η προχθεσινή καταδίκη στην Ελλάδα λειτουργεί πλέον ως πολιτική και νομική υπενθύμιση ότι οι αποφάσεις αναστολής ποινικών διώξεων έχουν συνέπειες. Στερούν από την κοινωνία το δικαίωμα να μάθει την αλήθεια. Δολοφονούν έτσι τη δημοκρατία.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Νομική Υπηρεσία καλείται εκ των υστέρων να εξηγήσει αποφάσεις που άφησαν την κοινωνία με βασανιστικά ερωτήματα. Και δυστυχώς, κάθε φορά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: Η εμπιστοσύνη των πολιτών διαβρώνεται περισσότερο.
Οι επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας οφείλουν -έστω και εκ των υστέρων- να επανεξετάσουν δημόσια τους χειρισμούς εκείνης της περιόδου. Όχι από αδυναμία, αλλά από θεσμική ευθύνη. Διότι η παραδοχή ενός λανθασμένου χειρισμού δεν αποδυναμώνει ένα θεσμό. Τον ενισχύει.
Δεν θα πρωτοτυπήσουμε αν επαναλάβουμε για πολλοστή φορά πως κρίνονται αποτυχημένοι και έπρεπε να είχαν προ πολλού αποχωρήσει. Πλέον, όμως, αντιλαμβανόμαστε πως αυτή η αποτυχία και η σωρευμένη οργή της κοινωνίας δεν τους αγγίζει.
Αυτό που πραγματικά αποδυναμώνει τη Δικαιοσύνη είναι η επίμονη άρνηση αυτοκριτικής. Ακόμη και όταν οι εξελίξεις στο εξωτερικό αποδεικνύουν ότι μια διαφορετική πορεία θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε πλήρη διαλεύκανση.
Η σύγκριση πλέον είναι αναπόφευκτη. Εκεί όπου η Δικαιοσύνη προχώρησε, προέκυψαν ευθύνες. Εδώ όπου η διαδικασία ανεστάλη, απέμειναν μόνο σκιές. Και σε μια δημοκρατία, οι σκιές είναι πάντοτε πολύ πιο επικίνδυνες από την αλήθεια. Επειδή ακριβώς, δολοφονούν τη δημοκρατία!