Τις δύο προηγούμενες μέρες η στήλη …ταξίδεψε τους αναγνώστες από το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν, στη σταλινική δικτατορία της Βόρειας Κορέας – στα δυο κράτη-παρίες του σύγχρονου κόσμου που επιφυλάσσουν απάνθρωπες τιμωρίες όχι μόνο στους διαφωνούντες, αλλά και στις οικογένειες τους. Υπενθύμισα την περίπτωση του 58χρονου Βορειοκορεάτη δημοσιογράφου και πολιτικού ακτιβιστή, Kang Chol-Hwan, που από το 1992 ζει στη Σεούλ της Νότιας Κορέας, όπου κατέφυγε και συνέγραψε το συγκλονιστικό βιβλίο του «Τα Ενυδρεία της Πιονγιάνγκ», («The Aquariums of Pyongyang»). Στο βιβλίο περιγράφει τον εγκλεισμό του για δέκα χρόνια σε βορειοκορεατικό στρατόπεδο συγκέντρωσης από την ηλικία των 9 χρονών(!) μαζί με τον παππού, τη γιαγιά, τον πατέρα, τον θείο και την 7χρονη αδελφή του, στο πλαίσιο της πολιτικής τρόμου του καθεστώτος να φυλακίζει και να αφανίζει… οικογενειακώς, όσους θεωρεί ότι δεν είναι αρκετά …υπάκουοι στις αδιαπραγμάτευτες ντιρεκτίβες του Μεγάλου Ηγέτη…

Το βιβλίο είναι ουσιαστικά η περιγραφή της πιο σκληρής στρατιωτικοποιημένης κοινωνίας που λειτουργεί με βάση την τυφλή υπακοή σε κανόνες και στους ιεραρχικά ανώτερους, τόσο μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου εξορίζει τους …ανυπάκουους, όσο και στην καθημερινή ζωή των πολιτών – μιας κοινωνίας όπου η διπλοπροσωπία, το ψέμα και βέβαια η σιωπή εκεί που …απαιτείται, είναι τα μοναδικά μέσα επιβίωσης.

Γράφει ο Kang CholHwan: «Σε εκείνη την τρυφερή ηλικία είχα χάσει την ευαισθησία μου και κάθε αίσθηση αλληλεγγύης σε οποιονδήποτε. Όσες περισσότερες αγριότητες έβλεπα στο στρατόπεδο, τόσο πιο άγρια επιθυμία είχα να ζήσω με οποιοδήποτε κόστος. Δεν έγινα “καρφί”, αλλά έχασα πολλή από την ικανότητά μου να νιώθω θλίψη και συμπόνια. Περιφρονούσα και αδιαφορούσα για τους άλλους γύρω μου και έμαθα να συγκρατώ τα συναισθήματά μου μπροστά στους φρουρούς, για το δικό μου συμφέρον. Επίσης, χρησιμοποιούσα την απάτη για να κλέβω λίγο καλαμπόκι, για να πιάνω ποντικούς να τους φάω, για να λουφάρω στη δουλειά και να τα πάω καλά με τα “καρφιά”.

Πολλοί άλλοι συγκρατούμενοί μου έμαθαν, επίσης, να είναι διπλοπρόσωποι, απλώς για να επιβιώσουν. Μια μέρα συνάντησα στο στρατόπεδο μερικούς συγχωριανούς μου γύρω από μια γυναίκα που θρηνούσε τον θάνατο ενός συγγενή της μοιρολογώντας για το “πόσο γρήγορα έφυγε από αυτό τον καταραμένο κόσμο”. Δεν είχε αντιληφθεί ότι στο μικρό πλήθος βρισκόταν και ένα “καρφί”. Ο γιος της βλέποντας τον κίνδυνο, της έγνεψε και εκείνη διαμόρφωσε αμέσως το μοιρολόι σε …ύμνο. Συνέχισε, λοιπόν, λέγοντας: “Ω αγαπημένε μου, γιατί έφυγες από αυτόν τον κόσμο που έγινε τόσο ευτυχισμένος κάτω από τη σοφή διακυβέρνηση του Μεγάλου μας Ηγέτη;”. Κανένας δεν τόλμησε να γελάσει, αλλά μετά από αυτό κανένας δεν μπορούσε ούτε να κλάψει»…