…είναι περισσότερα εκείνα που ακόμα δυσκολεύομαι να καταλάβω, από εκείνα που υιοθέτησα και αγαπώ με την «πρώτη».
Δεν αναφέρομαι σε αυτές που ονομάζω «ωραίες παραξενιές». Ούτε και στα πάμπολλα «στιγμιότυπα» της ζωής μου εκεί. Που, αν και τελείως εξωφρενικά μερικές φορές, τα αγαπώ τρελά!
Ένα παράδειγμα: Χάθηκα σε κάποιον δρόμο κατεβαίνοντας την Ομονοίας στη Λεμεσό. Ήθελα να βρεθώ στην Παναγία Ευαγγελίστρια, να ανάψω ένα κερί. Να παρακαλέσω. Και να ευχαριστήσω.
Βλέπω έναν κύριο στη συμβολή ενός δρόμου. Μου φάνηκε ευλαβής και καλοσυνάτος. Του ζήτησα να μου πει πώς να πάω στην Εκκλησία.
«Εύκολα», μου λέει. «Συνέχισε ίσια, και πέντε στενά πριν από το τέλος του δρόμου, στρίψε αριστερά. Όπως πηγαίνεις, έχει έναν φούρνο. Πες του “με έστειλε ο Σάββας” και θα σε βοηθήσει».
> Ο φούρναρης;
> Ναι, τα ξέρει όλα.
Εννοείται ότι το περιστατικό ήταν προ GPS…
Άλλο: Όσο κι αν ξέρω ότι πολλοί συνάνθρωποί μου στο νησί δεν τον συνηθίζουν τον πληθυντικό, είναι φορές που με τρελαίνουν. Ευχάριστα εννοείται.
Πάλι στον δρόμο, είδα έναν ευτραφή μεσήλικα να περπατά στον δρόμο αγκομαχώντας. Έκανε και ζέστη. Σταμάτησα.
> Πού πάτε, κύριε, είναι καύσωνας.
> Και τι σε κόφτει εσένα;
> Να σας εξυπηρετήσω αν θέλετε.
> Γιατί; Γκαρσόνι είσαι;
Και, η αγαπημένη μου ιστορία – ίσως και να την έχω γράψει παλαιότερα, δεν πειράζει.
Βρέθηκα σ’ ένα χωριό στην επαρχία της Πάφου. Σ’ έναν δρόμο, η συστοιχία των μικρών σπιτιών, όλα στη σειρά, όλα περιποιημένα. Όλα με την εξώπορτα ανοικτή.
Δεν έμεινε κάποιος που να μην μου πει «κόπιασε». Πόσο σου ανοίγει τη καρδιά μια απλή κίνηση ευγένειας;
Κοντοστάθηκα εκεί που μια γιαγιά καθόταν στο σκαλί της εξώπορτας, σαν να απολάμβανε το δειλινό. Και σίγουρα, σαν κάτι να περίμενε.
Την πλησίασα. «Κόπιασε γιε μου», μου λέει. «Να σου φέρω ένα βύσσινο». «Τι κάνεις εδώ έξω, γιαγιά;», τη ρώτησα. «Ε’το, γιε μου», είπε, «καρτερώ την λυχναφήν ώραν πο’νάρτει ο γέρος μου». Δεν ήθελα να τη δυσκολέψω με την απορία μου.
Από το διπλανό σπίτι, μια άλλη γιαγιά, κι αυτή στο κεφαλόσκαλο, μου έδωσε την εξήγηση. «Λυχναφής είναι η ώρα λίγο πριν το λιόγερμα, που οι χωριανοί εδώ ανάβουν τους λύχνους στους δρόμους».
Μετά από λίγες μέρες, βρέθηκα στη Λεμεσό με τον αγαπημένο μου, αείμνηστο δάσκαλο, Κωστή Κολώτα. Όλοι τον ξέρουν. Εγώ τον έμαθα όταν παντρεύτηκα την κολλητή φίλη της κόρης του. Της Χαράς.
Του διηγήθηκα το περιστατικό στο χωριό της Πάφου και του ανέφερα βεβαίως εκείνο που είπε η γιαγιά στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού της, για τη λυχναφή ώρα.
«Είναι ομηρική λέξη», μου είπε ο κ. Κωστής – πάντα «κύριο» θα τον λέω, μαζί και με το «δάσκαλε». Μου εξήγησε. Δεν τα συγκράτησα όλα. Αλλά με παρέπεμψε στο Ίντερνετ.
Μάλιστα! Ο Δάσκαλος δεν φοβόταν ούτε την τεχνολογία, ούτε και την εξέλιξη των λέξεων.
Ιδού, λοιπόν, από το δικό μου σερφάρισμα στην Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία έχει λίγο διαφορετικό όρο:
« Η λυχναψία (ή λυχναψίη), γνωστή και ως λυχνοκαΐα ή λυχνοκαψία, είναι η ώρα κατά την οποία ανάβουν τα λυχνάρια (τα φώτα), δηλαδή το σούρουπο ή η αρχή της νύχτας.
Σχετικά με τα ερωτήματά σας:
- Τι είναι: Πρόκειται για το χρονικό σημείο που πέφτει το σκοτάδι και οι άνθρωποι στην αρχαιότητα άναβαν τα λυχνάρια τους. Συχνά αναφέρεται στην ελληνική γραμματεία ως ο χρόνος που τελειώνουν οι εξωτερικές εργασίες και ξεκινά η νυχτερινή ανάπαυση ή η εστίαση.
- Είναι ομηρική λέξη; Ουσιαστικά, ο όρος «λυχναψία» (η πράξη του ανάβειν λυχνάρια) συναντάται σε μεταγενέστερα κείμενα (ελληνιστικά/ μετακλασικά). Ωστόσο, ο Όμηρος χρησιμοποιεί περιφράσεις για να δηλώσει αυτή την ώρα, όπως το «περί λύχνων αφάς» ή περιγράφει την έλευση του σκοταδιού, καθώς η χρήση λυχναριών ήταν γνωστή.
Σημείωση Α.Ι.: Η αναζήτηση δεν εντόπισε τη λέξη “λυχναφης” ως ορθό όρο, αλλά τη “λυχναψία/ λυχνοκαψία”.
Σημείωση γράφοντος: Ε, βέβαια. Σιγά μη ξέρατε εσείς οι ΑΙ περισσότερα από τον δάσκαλο Κωστή, ή και την κοτσάκαρη (γριούλα), από το χωριό της Πάφου.
Φωτο, μιας άλλης γιαγιάς. Σε παγκάκι έξω από το σπίτι της. Για να … φιλοξενεί και φίλες!