Ένα αρνητικό του εξετασιοκεντρικού συστήματος εκπαίδευσης είναι η συχνά τυπική, στατική ως και διεκπεραιωτική, ακόμη, διδασκαλία λόγω πίεσης για την «κάλυψη» της ύλης, κάτι που παρατηρείται, ιδίως προς το τέλος της παράδοσης των μαθημάτων. Συνακόλουθα, αφαιρείται σε μεγάλο βαθμό χρόνος από τον παραγωγικό και εποικοδομητικό διάλογο και την αυτενέργεια του μαθητή κατά τη διαδικασία της μάθησης. Μειώνεται, έτσι και η δυνατότητα για εφαρμογή κάποιων αποτελεσματικών μεθόδων διδασκαλίας, όπως π.χ. η σπειροειδής μάθηση. 

Δεδομένου ότι η διδασκαλία συμβάλλει σημαντικά στη γνωστική ανάπτυξη του παιδιού, όπως και ο κατάλληλος τρόπος με τον οποίο σχεδιάζει να παρουσιάσει ο εκπαιδευτικός μια νέα συγκεκριμένη έννοια, ώστε να είναι σε θέση να την κατανοήσει ο μαθητής, συχνά η επαναφορά κάποιων στοιχειωδών και ουσιαστικών γνώσεων είναι ζωτικής σημασίας ως προς την κατανόηση αυτή. Δυστυχώς, υπό το καθεστώς των εξετάσεων, συνήθως, ένας εκπαιδευτικός αναγκάζεται να εστιάζει στα ποσοτικά (εξεταστέα ύλη) αντί στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του μαθήματος, παρακάμπτωντας στοιχειώδεις γνώσεις πάνω στις οποίες γίνεται η οικοδόμηση μιας νέας γνώσης.

Εν προκειμένω η υπενθύμιση βασικών ορθογραφικών και γραμματικών κανόνων στη Νεοελληνική γλώσσα, που δεν είναι πάντα αυτονόητοι ως κοινό κτήμα γνώσης, ενδείκνυται, σε πολλές περιπτώσεις. Αν ληφθεί περαιτέρω υπόψη ότι η ορθογραφία δεν είναι καθόλου άσχετη με την κατανόηση ενός γλωσσικού κειμένου, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να υποβαθμίζεται η σημασία της ως προς τούτο, αλλά και ως προς τη σωστή χρήση και διατήρηση της ελληνικής γλώσσας. Ένα απλό παράδειγμα είναι η λέξη «αγνοείται» με υποκείμενό της κάποιο πρόσωπο, π.χ. «ο Γιάννης αγνοείται» δηλώνει συμπερασματικά τη μη παρουσία, την απουσία κάποιου, ενώ το «αγνοείτε» με υποκείμενο το εσείς ως μεταβατικό ρήμα δηλοί τη μη γνώση και συμπίπτει με το «δε γνωρίζετε», π.χ. «τους κανόνες ενός αγώνα».

Δυστυχώς, λάθη που αφορούν την ορθή χρήση ρημάτων, ουσιαστικών, επιθέτων κ.τ.λ. που αναπαράγονται αδιάλειπτα από τα ΜΜΕ και όχι μόνο, συντείνουν στην εξοικείωση με αυτά και την αποδοχή τους ως «σωστά». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λανθασμένη χρήση του ρήματος «διαρρέω» στα ακόλουθα παραδείγματα: «Διέρρευσαν την ύλη των τετράμηνων εξετάσεων», «διέρρευσαν (τα) θέματα…». Ως συμφραζόμενο το ρήμα ακολουθείται, δηλ. συντάσσεται με άλλη λέξη που λέγεται αντικείμενο στη σύνταξη. Το ρήμα «διαρρέω», όμως, είναι αμετάβατο και έτσι δεν μπορεί να ακολουθεί μετά από αυτό κάποιο αντικείμενο (π.χ. «την ύλη, τα θέματα»). Επομένως, δεν πρέπει να το μετατρέπουμε σε μεταβατικό. Μια ορθή σύνταξη θα ήταν «…άφησαν τα θέματα να διαρρεύσουν» ή «Τα θέματα διέρρευσαν», κατ’ ανάλογο τρόπο με το «Η είδηση/η πληροφορία διαρρέει». Συγκεφαλαιώνοντας, το υποκείμενο δεν μπορεί να είναι, λανθασμένα, κάποιο πρόσωπο, π.χ. «Ο καθηγητής διαρρέει την ύλη», που δείχνει μετάβαση της ενέργειας του ρήματος στο αντικείμενο («την ύλη»).

Ένα άλλο πολύ συχνό λάθος είναι η λανθασμένη γραφή ρηματικού τύπου όταν συγχέουν το β’ πληθυντικό (εσείς) με το γ’ ενικό πρόσωπο (αυτός/-ή/-ό(π.χ. «[εσείς] παρουσιάζεται» αντί «[εσείς] παρουσιάζετε»). Ένα απλό παράδειγμα συνεισφέρει στην κατανόηση της διαφοράς: λέμε, π.χ. «Εκτιμάται από τη μετεωρολογική υπηρεσία ότι ο καιρός αύριο θα είναι βροχερός». «Πρέπει [εσείς] να σέβεστε και να εκτιμάτε τους γονείς σας». «Ο μαθητής πρέπει να παρουσιάζεται στις εξετάσεις με τη στολή του και τα απαραίτητα στοιχεία για την πιστοποίηση της ταυτότητάς του». «Πρέπει [εσείς] να παρουσιάζετε τις εργασίες σας στην τάξη, μπροστά σε ακροατήριο». Ακόμη, «Η κατάσταση περιγράφεται ως ανησυχητική», αλλά «Στην έκθεση θα πρέπει [εσείς] να είσαστε σε θέση να περιγράφετε ένα τοπίο».

Η ορθογραφία, ιδίως, στην ελληνική γλώσσα δεν είναι τυχαία. Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να προσδίδει ένα διαφορετικό νόημα. Για παράδειγμα οι ομόηχες λέξεις τύχη (μοίρα), τοίχοι (του σπιτιού) ή τείχη (αμυντικά, οι οχυρώσεις) νοηματοδοτούνται διαφορετικά ανάλογα με την ορθογραφία. Παρομοίως διαφοροποιείται η λέξη λιμός (πείνα) από τον λοιμό (μεταδοτική ασθένεια). Ακόμη, καίριας σημασίας είναι η αντιπαραβολή της ορθογραφίας των ομόηχων λέξεων παράληψη (<παραλαμβάνω) και παράλειψη (<παραλείπω), π.χ. «η παράληψη της επιστολής», αλλά «η παράλειψη τέλεσης καθηκόντων».

Εν κατακλείδι, η ορθογραφία πρέπει να θεωρείται βασικό εργαλείο για την αποκωδικοποίηση εννοιών και για την κατανόηση ενός γραπτού κειμένου και να συνεκτιμάται ως μέρος της ποιοτικής διδασκαλίας ενός γλωσσικού μαθήματος και στην ορθή χρήση της ελληνικής γλώσσας.

*Φιλόλογος-εκπαιδευτικός

maria.chatzinicola@gmail.com