Διερωτώμαι αν αποτελεί  υπερβολή και κινδυνολογία ή μήπως είναι αποκατάσταση του αυτονόητου ότι οι Έλληνες, ο Ελληνισμός, η Ελλάδα και η Κύπρος αντιμετωπίζουν μείζονα εθνικά προβλήματα, που ξεκινώντας από την κατοχή της βόρειας Κύπρου, διαπερνούν το Καστελόριζο, το Αιγαίο, την Θράκη, την Μακεδονία, για να καταλήξουν στις συστηματικές προσπάθειες εξανδραποδισμού της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας στην Β. Ήπειρο;

Όλοι μας γνωρίζουμε ότι η Ελλάδα και η Κύπρος, κατά το πλείστον της σύγχρονης κρατικής τους ιστορικής διαδρομής, λειτούργησαν υπό καθεστώς στενής διεθνούς επιτροπείας. Η κατάσταση όμως τα τελευταία χρόνια έχει επιδεινωθεί. Οφείλουμε να δούμε κατάματα το γεγονός ότι η Ελλάδα και η Κύπρος είναι σήμερα  κράτη περιορισμένης κυριαρχίας με αποτέλεσμα ο Ελληνισμός και στις δύο κρατικές οντότητές του να έχει υποβιβαστεί ως αξιόπιστος ενεργητικός παίκτης στον φυσικό του χώρο που είναι τα Βαλκάνια και η Ανατολική Λεκάνη της Μεσογείου.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, θα έπρεπε το λιγότερο, τουλάχιστον, να μας γίνει μάθημα, ότι η απομάκρυνση του Κυπριακού από  την φυσική του κοίτη ως προβλήματος εισβολής, κατοχής, εθνοκάθαρσης και εποικισμού από μια κατακτητική χώρα όπως η Τουρκία εναντίον ενός κράτους μέλους των Η.Ε., έχει οδηγήσει σε πλήρες αδιέξοδο.

Με αυτή την έννοια  τα όσα θα διατυπώσω παρακάτω ας θεωρηθούν ως διαρκής αγωνία και σπουδή γύρω από το παρελθόν, παρόν και μέλλον της Ελλάδας, της Κύπρου, του Ελληνισμού, του Ελληνικού  Κόσμου.

Α) Η αναγνώριση της πραγματικότητας ως προϋπόθεση μιας αναγεννητικής πορείας

Οι απόλυτες  διακρίσεις που αυθαίρετα και σχηματικά τοποθετούν την Ελλάδα και την Κύπρο στην Δύση ή την Ανατολή, τον Νότο ή τον Βορρά διανθισμένες από μια φθαρμένη πλέον φιλοευρωπαϊκή ή αντιευρωπαϊκή ρητορική, καταλήγουν στην δημιουργία ετικετών που όχι μόνον δεν φωτίζουν, αλλά, τουναντίον, συσκοτίζουν τους ήδη θολούς ορίζοντες της εξωτερικής μας πολιτικής.

Κι αυτό γιατί θεμέλιοι λίθοι κάθε εξωτερικής πολιτικής οφείλουν να είναι τα ιστορικά, γεωπολιτικά, εθνικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δεδομένα και όχι τα ιδεολογήματα που, κατά κανόνα, τα συνοδεύουν.

Υπ’ αυτή την έννοια κρίνω σκόπιμο να σταθώ σε τρία ζητήματα που ενώ αδρά αποτυπώνουν την πραγματικότητά μας, εν τούτοις συστηματικά διαστρεβλώ-νονται για ξεκάθαρα ιδιοτελείς οικονομικοκοινωνικούς και πολιτικούς λόγους.

Το πρώτο ζήτημα σχετίζεται με το ερώτημα για το πού ανήκουν η Κύπρος και η Ελλάδα.

Η απάντησή μου είναι ότι η Ελλάδα και η Κύπρος ως ακρίτες του ευρωπαϊκού Νότου, αλλά και ενδιάμεση ζώνη ανάμεσα στην Δύση και την Ανατολή, λόγω της θέσης αυτής βρίσκονται ανέκαθεν στο σταυροδρόμι δύο ή και περισσότερων κόσμων, αναγκασμένες, όπως και σήμερα, να αντιμετωπίζουν προβλήματα διαφορετικής τάξης ή ακόμα και εποχής σε σχέση με αυτά που αντιμετώπισαν  ή αντιμετωπίζουν οι άλλοι Δυτικοευρωπαίοι.

Θεωρώ αναγκαίο να επαναλάβω τα λόγια του Καρλ Γιάσπερς, που μιλώντας για το ζήτημα αυτό τόνισε εμφαντικά: «Οι Έλληνες ίδρυσαν τον κόσμο της Δύσης, αλλά κατά τέτοιο τρόπο που ο χαρακτήρας του δεν υφίσταται παρά σε συσχετισμό με την Ανατολή».

Ως εκ τούτου, είναι, φρονώ, προφανής  η ανεπάρκεια της μονόπλευρης λογικής του «Ανήκομεν εις την Δύσιν». Ασφαλώς ανήκομεν και εις την Δύσιν ή για την ακρίβεια είμαστε ως Αθήνα και Ρώμη η αφετηρία της Δύσης και μεταπολεμικά έχουμε ενταχθεί στο ευρύτερο οικονομικοπολιτικό δυτικό σύστημα.

Αυτό όμως δεν αποτελεί αναίρεση της ιστορικοπολιτικής πραγματικότητας και δεν οδηγεί αναγκαστικά στην συρρίκνωση του γεωπολιτικού μας εύρους, που εξ’ορισμού  περικλείει όλον τον ιστορικό χώρο που περιέγραψα και που περιλαμβάνει ακόμα και σήμερα ελληνικούς και ελληνόφωνους  πληθυσμούς από τις περιοχές της Νότιας Ρωσίας και Ουκρανίας μέχρι τους ελληνορθόδοξους της Συρίας, του Λιβάνου, της Αιγύπτου,  και της Εγγύς Ανατολής. Ελληνικούς και ελληνόφωνους πληθυσμούς για τους οποίους είμαστε  ιστορικά, πολιτικά και ηθικά υπεύθυνοι.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά αυτό που εγώ αποκαλώ Ανάπηρη Ανεξαρτησία και αφορά και τα δύο ελληνικά κράτη. Γιατί τόσο η Ελλάδα του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου το 1830 όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία των Συμφωνιών της Ζυρίχης-Λονδίνου το 1960, είναι δύο αφετηριακά ανάπηρα κράτη, με συνεχιζόμενη και αποδεκτή όχι ασφαλώς χωρίς αντιδράσεις την αναπηρία, τόσο από το σύνολο, σχεδόν, του κυρίαρχου συγκροτήματος εξουσίας,  αλλά και από μεγάλο μέρος του λαού που ανέχεται, υπηρετεί ή εξυπηρετεί το όλον σύστημα. Σύστημα ανεπαρκές, εξαρτημένο, διεφθαρμένο και συνειδητά ενταγμένο στην λογική εξυπηρέτησης της ανάπηρης  ανεξαρτησίας.

Το τρίτο αφορά το ζήτημα του ποια είναι τα πραγματικά γεωπολιτικά δεδομένα που  συγκροτούν την ευρύτερη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της περιοχής μας.

Και εδώ η πικρή αλήθεια οφείλει να λέγεται, όπως και το έκανε το 1976 ο Ελληνοαμερικανός Ρόι Μακρίδης, όταν σημείωνε ότι: «Ελλάδα και Έλληνες πρέπει να εγκαταλείψουν το προαιώνιο σύμπλεγμα της εξαρτήσεώς τους από τη μια ή την άλλη δύναμη. Πρέπει να μάθουν πώς να συμβιούν με πολλά άλυτα, κάθε φορά προβλήματα, από τα οποία ένα είναι και η Τουρκία, όπως και με πολλές άλυτες πραγματικές καταστάσεις, από τις οποίες μια είναι η αμερικάνικη επιρροή σ’ αυτό το τμήμα του κόσμου. Και θα πρέπει ακόμα να προσπαθούν να τις αξιοποιήσουν προς το καλύτερο δυνατό όφελός τους».

Αυτό επιτάσσει ο στοιχειώδης πολιτικός ρεαλισμός.

Β΄) Όπως στρώνεις κοιμάσαι

Με βάση και οδηγό τα παραπάνω στοιχεία θα σταθώ σε μιαν αξιολόγηση της σημερινής κατάστασης του Κυπριακού και των ιδιαίτερων στοιχείων που προέκυψαν ακόμα εντονότερα λόγω των διεθνών εξελίξεων.

Ας ξεκινήσουμε από το καθ’ημάς αυτονόητο:

Το 1974 η Τουρκία εισέβαλε βίαια και κατέλαβε το 40% της νήσου, καταλύοντας την εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους μέλους των Ηνωμένων Εθνών. Το 1983 ανακηρύχθηκε το κατεχόμενο τμήμα σε «Τουρκική Δημοκρατία της Β. Κύπρου».

Είναι το Κυπριακό μια διαφορά δύο κοινοτήτων ή το πρόβλημα υφίσταται λόγω άρνησης του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση και ανοιχτών εξωτερικών επεμβάσεων μιας επεκτατικής δύναμης που στρατηγικό της στόχο έχει την ολοκληρωτική κατάληψη του νησιού;

Αυτό είναι ένα βασικό, θα έλεγα, ερώτημα που προηγείται πάντων των υπολοίπων.

Είναι γνωστό ότι κάθε κρίση καταργεί τις κατά συνθήκην εντυπώσεις, απορρίπτει τα νεκρά κύτταρα, αποσπά τα εξωτερικά περιβλήματα, αποκαλύπτει τα κρυμμένα ελατήρια και ξεσκεπάζει τις βαθύτερες πληγές. Κι όμως αυτό το αυτονόητο, γεγονός, υποτιμούν ή αγνοούν σταθερά και διαχρονικά Αθήνα και Λευκωσία, επιδεικνύοντας πρωτοφανή για τα ευρωπαϊκά και διεθνή δεδομένα εθελοτυφλία και στρατηγική τύφλωση.

Παντελώς άχρηστα ηχούν τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα. Η μόνη αλήθεια είναι ότι επί 52 χρόνια η ελληνική πλευρά έκανε απίστευτες υποχωρήσεις ελπίζοντας ότι θα ήταν έτσι δυνατή μια ανεκτή λύση. Συνεχείς μονομερείς υποχωρήσεις, επικίνδυνες  και μάταιες  παραχωρήσεις, που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο.

Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Η Τουρκία ενέτεινε την γεωπολιτική της πίεση προς τον Ελληνισμό σε ολόκληρη την περιοχή της Ανατολικής Λεκάνης, ξεδιπλώνοντας αργά αλλά σταθερά το σύνολο της αναθεωρητικής της ατζέντας, όπως αυτό αποτυπώνεται στον νέο εθνικό της στόχο, αυτόν της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Αυτά από την μια πλευρά. Γιατί υπάρχει, ευτυχώς,  και η άλλη.

Και πραγματικά η θέση της Κύπρου δεν είναι τόσο ανίσχυρη όσο ορισμένοι θέλουν να την παρουσιάζουν. Η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία ως τον αποκλειστικό νόμιμο φορέα  συλλογικής εκφράσεως του Κυπριακού λαού. Πέραν αυτών, είναι ενταγμένη, στο σύνολο της επικράτειάς της, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αναγκαστική αναστολή του Ευρωπαϊκού κεκτημένου στα κατεχόμενα.

Με την ένταξή της στην  Ε.Ε. η Κύπρος εντάχθηκε οριστικά στο δυτικό σύστημα ασφαλείας. Οι Ευρωπαϊκές αρχές και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο συντρέχουν προς την κατεύθυνση μιας σωστής και δημοκρατικής λύσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η ίδια η Κύπρος δεν θα δεχθεί «λύσεις», που την εξαιρούν από το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και βασικά δεν θα δεχθεί επίσης την μετατροπή ενός θέματος εισβολής και κατοχής σε δικοινοτική διαφορά.

Η Κύπρος έχει αναβαθμιστεί γεωστρατηγικά, μετά την ανεύρεση σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη και γενικότερα στην Ανατολική Μεσόγειο. Έχει στρατηγική σύγκλιση συμφερόντων με χώρες της περιοχής, που δεν έχουν κανένα λόγο να επιθυμούν διολίσθηση της Κύπρου στον τουρκικό γεωπολιτικό έλεγχο. Η μεγάλη σύγκρουση που μαίνεται στην Μέση Ανατολή αναδιατάσσει συσχετισμούς και δημιουργεί νέες ισορροπίες, που δεν είναι ευνοϊκές για την Άγκυρα.

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι η ελληνική πλευρά διεύρυνε το στρατηγικό της βάθος συγκροτώντας, έστω και ατελώς και αντιφατικά,  την παρουσία ενός λειτουργικού άξονα Αθηνών – Λευκωσίας που  μπόρεσε να εξακτινωθεί και σε αμυντικό άξονα με το Ισραήλ αλλά και την Αίγυπτο, καλύπτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο και τα νέα δεδομένα εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων  στην Α. Μεσόγειο, γεγονός ξεχωριστού ενδιαφέροντος και για την Ε.Ε. και τις Η.Π.Α.

Σε αυτό, λοιπόν,  το πλαίσιο ορισμένες κινήσεις στοιχειώδους αυτοάμυνας, που με αφορμή τα γεγονότα στην Μ. Ανατολή και τον πόλεμο Η.Π.Α.-Ισραήλ ενάντια στο Ιράν, δρομολόγησαν, η Ελλάδα και η Κύπρος βρίσκονται, κατ’ αρχήν, στην σωστή κατεύθυνση. Ιδιαίτερα η στηριγμένη στην σωστή εκμετάλλευση της ετερογονίας των σκοπών, υψηλής σημειολογίας άμεση κίνηση προς στήριξη της Κύπρου στην θαλάσσια και αεροπορική σφαίρα αλλά και η άμεση επίσης αμυντική θωράκιση της Καρπάθου.

Διατί να το κρύψω;  Η πρόσκαιρη, έστω χαρά μου, είναι προφανής,  όταν μαζί με όλον τον Ελληνισμό διαπίστωσα πόσο άδοξα κατέρρευσε το φοβικό μεταπολιτευτικό δόγμα «Η Κύπρος κείται μακράν» και ότι η κάλυψή της, εφόσον υπάρχει βούληση, μπορεί να γίνει αυθημερόν.

Γ΄) Το φοβικό σύνδρομο δεν έσωσε ποτέ το θύμα

Τελευταίο άφησα το συνεχώς αιωρούμενο ερώτημα που μας θέτει η ενδοτική προς τις τουρκικές αξιώσεις πλευρά:

«Μα δεν βλέπετε την πραγματικότητα. Ότι βρισκόμαστε στην δυσμενή θέση της  de facto διχοτόμησης και πρέπει όπως-όπως να κλείσουμε το θέμα για να μην μας συμβούν και χειρότερα;»

Σε αυτό το υπαρκτό ερώτημα η απάντησή μου είναι η εξής:

Θα ήταν  χειρότερο από έγκλημα η μη αναγνώριση της δεινής θέσης στην οποία έχουμε περιέλθει. Ανήκω σε  αυτούς που δεν ξεχνούν ότι είμαστε οι ηττημένοι της εισβολής του 1974.

Όμως, η απάντηση που δίνω εδώ και ως ιστορικός αν θέλετε, είναι η ίδια μας η ιστορία που μας έχει καταδείξει ότι καμία ήττα δεν είναι οριστική.

Τα ορλωφικά και οι πολλές προεπαναστατικές ήττες δεν απέτρεψαν το 1821. Η ήττα του 1897 δεν απέτρεψε  την νικηφόρα δράση μας στους Βαλκανικούς Πολέμους και το σκοτάδι που έπεσε μετά τα Οκτωβριανά το 1931 στην Κύπρο δεν απέτρεψε την τελευταία αλυτρωτική μας επανάσταση το 1955-59.

Όλα αυτά δεν είναι ρητορικές τοποθετήσεις ή λόγοι παρηγοριάς, αλλά διδάγματα που προκύπτουν από την ίδια την πραγματικότητα.

Όλοι γνωρίζουμε ότι διόλου καλύτερος δεν ήταν ο συσχετισμός το 2004,  όταν οι πάντες βυσσοδομούσαν κατά της Κύπρου. Κι όμως ήταν αυτοί οι ολίγοι, όπως έλεγε ο στρατηγός Μακρυγιάννης, που με επικεφαλής τον αλησμόνητο Τάσσο Παπαδόπουλο, δοκίμασαν την τύχη τους απέναντι στους ισχυρούς και απευθύνθηκαν χωρίς διαμεσολαβητές στον λαό. Και αυτός με την σειρά του, ενεργοποιώντας τον ρόλο του ως ιστορικό υποκείμενο απέτρεψε την προαποφασισμένη ταφή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πριν 22 χρόνια στις 24 Απριλίου 2004.

Τι μας δείχνει το κορυφαίο αυτό παράδειγμα;

Πρώτον ότι το γεγονός ότι βρίσκεσαι στην δυσμενή θέση της de facto διχοτόμησης  δεν δικαιολογεί το να αποδεχθείς τον πλήρη ενταφιασμό σου και

Δεύτερον, ότι δεν είναι ανάγκη να έχεις όλους τους συσχετισμούς υπέρ σου για να κινηθείς στην σωστή κατεύθυνση. Προϋπόθεση φυσικά είναι να είσαι κατ’ επιλογήν πατριώτης και δημοκράτης, αποφασισμένος να παλέψεις για την υπεράσπιση των δικαίων σου, μέχρι τέλους.

Τελειώνοντας θα επισημάνω ότι όσο επώδυνο και αν ακούγεται, η τωρινή κατάσταση στην Κύπρο είναι το μη χείρον, σε σχέση με αυτό που θα συμβεί με την διολίσθηση στο νομικό και πολιτικό έκτρωμα αυτού που κατ’ευφημισμόν ονομάζεται Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Σήμερα η Τουρκία ελέγχει μόνο τα κατεχόμενα. Η ελεύθερη Κύπρος, η Κυπριακή Δημοκρατία, όμως, υπάρχει θυμίζοντας  ότι ο πόλεμος δεν έχει χαθεί. Ότι έχει ο καιρός γυρίσματα. Ποιος, λοιπόν, σοβαρός λόγος μας οδηγεί στο να είμαστε επισπεύδοντες; Ποια  εθνική λογική επιτάσσει ότι η παραχώρηση ή η επιστροφή ενός ποσοστού εδάφους της τάξης του 4%-5% είναι ικανή να αντισταθμίσει την παράδοση ολόκληρης της Κύπρου στους Τούρκους επεκτατιστές;

Θα το επαναλάβω. Το φοβικό σύνδρομο δεν έσωσε ποτέ το θύμα. Το ότι είμαστε οι ηττημένοι του 1974, δεν αποτελεί δικαιολογία για αποδοχή της υποταγής. Σε τελευταία ανάλυση έρχεται σε σύγκρουση με το ξεκάθαρο διαχρονικό ΟΧΙ των Ελλήνων από τον Μαραθώνα και την Σαλαμίνα μέχρι τα έπη του 1821, 1940 και 1955. Αυτά, άλλωστε, μας διδάσκουν και τα όσα σήμερα διαδραματίζονται στην περιοχή μας.

Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται υπό καθεστώς πραγματικού κινδύνου, που απειλεί  την υπόστασή της ως κυρίαρχου κράτους.

Ανεξάρτητα  από τους προβληματισμούς και τις επιφυλάξεις που γέννησε η δημιουργία της σε όλους εμάς που πιστέψαμε και παλέψαμε για την αυτοδιάθεση της Κύπρου και την ένωσή της με την Ελλάδα, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι το σπίτι των Ελλήνων της Κύπρου, είναι ένα δεύτερο ελληνικό κράτος, ένα από τα πολλά που ο Ελληνισμός δημιούργησε στην τρισχιλιετή ιστορία του.

Είναι ένα μέλος του σώματός μας και όταν ένα μέλος ακρωτηριαστεί ακρωτηριάζεται όλο το σώμα.