
Τον Ιούνιο του 1928 ο ποιητής Κ. Καρυωτάκης μετατίθεται στην επαρχιακή πόλη της Πρέβεζας ύστερα από μία ακόμη δυσμενή απόσπασή του ως δημόσιος υπάλληλος. Αυτό έγινε μετά το εγχείρημά του να διαλευκάνει τη διαφθορά και τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος, κάτι που είχε προκαλέσει την οργή ανώτατου κρατικού αξιωματούχου. Στο εν λόγω υπουργείο εργοδότησής του είχε προς απογοήτευσίν του διαπιστώσει σειρά παρατυπιών, όπως για παράδειγμα τη μη διασάφηση του τρόπου διάθεσης των κονδυλίων από τα προγράμματα μέριμνας για τους άπορους πρόσφυγες, τα οποία προφανώς επικαρπούντο άλλοι, αντί να καταλήγουν στον δεδηλωμένο προορισμό τους. Ένα μήνα αργότερα ο ποιητής θα αυτοκτονήσει, εκεί.
Η έντονη δυσθυμία του αποτυπώνεται στο γνωστό του ποίημα «Πρέβεζα» και αποδίδεται στην πιθανή κατάθλιψη, που ένιωθε ο ποιητής λόγω της δυσμενούς μεταχείρισής του από το κράτος και της απομάκρυνσής του από το κέντρο των εξελίξεων, την Αθήνα. Η μικρή πόλη της Πρέβεζας φαίνεται να του υπογράμμιζε την ασημαντότητά του και την απραξία, στην οποία τον εξανάγκαζε η Αθήνα. Ο ποιητής αισθάνεται να τον έχουν εκτοπίσει, ώστε να τον αφοπλίσουν ενδελεχώς στην προσπάθειά του να αποκαλύψει τα οικονομικά σκάνδαλα που αδιάλειπτα επισυνέβαιναν. Αν σκεφτούμε μάλιστα, σύμφωνα με τον Γ.Π. Σαββίδη, ότι ο αρχικός τίτλος του ποιήματος, όπως φαίνεται σε αυτόγραφο αντίγραφό του, ήταν «Επαρχία», σε συνάρτηση με το ότι στο ποίημα κυριαρχεί ένα τοπίο θανάτου, αυτό υποδηλοί την αίσθησή του εξόριστου, της «απομόνωσης» και της εξορίας. Εκείνο που τον λυπεί περισσότερο είναι η αδιαφορία κι η απάθεια των απλών ανθρώπων, συνάμα κι η υποκρισία του επαρχιώτικου κατεστημένου:
[…]
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα: «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψώνει σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Ο ποιητής βρισκόμενος σε αυτή τη μικρή πόλη, αδύναμος να επηρεάσει τις εξελίξεις, αισθάνεται αδρανής κι έρχεται αντιμέτωπος με τις υπαρξιακές του ανησυχίες. Το μόνο γεγονός που φαίνεται να διακόπτει την πλήρη αταραξία της πόλης είναι η υποτιθέμενη άφιξη εν πλω του «κύριου Νομάρχη», γεγονός το οποίο ο ποιητής αντικρίζει με σαφώς ειρωνικό βλέμμα. Σχετική περικοπή από επιστολή του αναφέρει: «Απόψε το βαπόρι ήρθε σημαιοστολισμένο. Μέγας θόρυβος μέσα στη Νομαρχία, όταν το είδαμε. Ο κ. Α’ Γραμματεύς επήγαινε δώθε-κείθε ανήσυχος […]». Η λέξη «αηδία» είναι ενδεικτική του δηκτικού ύφους με το οποίο σχολιάζει την επιδερμικότητα και τη σοβαροφάνεια των ανθρώπων της επαρχίας.
Εν έτει 2023, σε μια άλλη ελληνική επαρχιακή πόλη, τοποθετείται σε ένα καίριο «πόστο» ένας άνθρωπος με τον τίτλο του «σταθμάρχη» στον σιδηροδρομικό σταθμό Λαρίσης, ο οποίος τυγχάνει να είναι κεντρικός. Δεν έχει σημασία ποιος τον έβαλε εκεί ούτε το ότι από αχθοφόρο τον προήγαγε σε σταθμάρχη. Σημασία έχει η διαγωγή μιας ολόκληρης πολιτείας κι ενός ολόκληρου κρατικού μηχανισμού που με τόσο πρόχειρες και αδιαφανείς διαδικασίες τοποθετεί τον «οποιονδήποτε» σε μια τόσο νευραλγική θέση. Δεν εξετάζω το ποιόν του εργαζομένου, καθώς το θέμα της ευθύνης δεν μπορεί να προσωποποιείται σε ένα άτομο, εμμένω στην «τυχαιότητα» επιλογής του.
Η επιδερμικότητα κι η αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζεται ένα τέτοιο ζήτημα δε θα απασχολούσε κανέναν αν δεν είχε επισυμβεί το τραγικό δυστύχημα και εάν δεν τύγχανε το πάτημα ενός κουμπιού –που μάλλον υποτίμησαν τη σημασία του– να αφορούσε ανθρώπινες ζωές. Έτσι, η Ελλάδα του σταθμάρχη δείχνει την ελαφρότητα με την οποία μια ολόκληρη χώρα αξιολογεί το θέμα της ευθύνης και της ασφάλειας. Μοιάζει να την εναποθέτει στον καπετάνιο που ξεκινά απροετοίμαστος μεσοπέλαγα να κατευθύνει ένα ακυβέρνητο καράβι, το οποίο οδεύει σε ένα ομιχλώδες σκηνικό με σύνθημα «πάμε κι όπου βγει».
Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι πολίτες κι οι ανθρώπινες ζωές –στην πλειονότητά τους νέα παιδιά– μοιάζουν ασήμαντες καρικατούρες και μαριονέτες που πάνε όπου τους κατευθύνουν χωρίς ούτε καν την πρόνοια για το κλείδωμα της ζώνης ασφαλείας σε περίπτωση ατυχήματος. Με εμψυχωτή και ρυθμιστή τον σταθμάρχη, οι αρχές «παίζουν» κορώνα-γράμματα ζωή, όνειρα, στόχους. Κι αν τύχει το μοιραίο λένε «ήταν η κακιά η ώρα» κι όχι η ανεύθυνη χώρα που χρόνια τώρα ζει από τύχη παρά τις προειδοποιήσεις της ΕΕ να λάβει μέτρα. Δε μιλώ μόνο για τώρα. Στην Ελλάδα του σταθμάρχη τέτοια πράματα μοιάζουν δευτερευούσης σημασίας, εφόσον όλα τ’ άλλα ατονούν μπροστά στην εικόνα και στους εορταστικούς σημαιοστολισμούς επί τη παρουσία επιφανών προσώπων: η ευθύνη και ο έλεγχος για νομιμοφροσύνη υποβιβάζεται σε ήσσονος σημασίας ζήτημα, σύμφωνα πάντα με την καρυωτακική ειρωνεία.
Έτσι και το τρένο των Τεμπών φορτωμένο ζωή, όνειρα, νιάτα, που αγωνιζόταν να φτάσει στον προορισμό του, ασθμαίνοντας, μετά από τόσα λάθη ουσίας, είχε απωλέσει την ελπίδα, λίγο πριν μπει η άνοιξη. Ήταν 28 Φεβρουαρίου 2023 κι η άνοιξη ήρθε ματωμένη. (Εις μνήμην. Τέμπη 2023, εκεί, όπου έσβησαν τα όνειρα…)
*Φιλόλογος-εκπαιδευτικός
maria.chatzinicola@gmail.com