Μιλώντας για την εκμάθηση και καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας, υπάρχει, συχνά, η λανθασμένη αντίληψη ότι αναφερόμαστε σε μια γλώσσα δυσπρόσιτη με υψηλό λεξιλόγιο και με μη συνηθισμένες εκφράσεις, που αντηχούν ανοίκειες στον καθημερινό λόγο και η οποία, ακόμη και στην εκπαίδευση φαίνεται από κάποιους/ες μαθητές/τριες ως στόχος για να τον φτάσουν. Κι όμως, η γλώσσα είναι σημαντική μέσα στην απλότητα-τη λιτότητα, την αρμονία και την ακρίβειά της.
Ο Γ. Σεφέρης, που σημάδεψε με τη γραφή του τον περασμένο αιώνα έως και τις μέρες μας, έχοντας εν γνώσει την τεράστια σημασία της ελληνικής γλώσσας για την οποία χύθηκαν ποταμοί αιμάτων για τη διατήρησή της, μίλησε για την αξία της κοινής, της«χιλιοειπωμένης» λέξης:
[…] η λέξη […] είναι ένας καρπός που ωριμάζει μέσα στον ποιητή και που αποσπάται από την ψυχή του […] Γύρω από τη λέξη την κοινή, τη χιλιοειπωμένη, που μεταχειρίζεται ένας ποιητής, υπάρχει πάντα ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό στεφάνι. Αυτό είναι το βάρος της. Και η μουσική του στίχου είναι πολύ περισσότερο το αποτέλεσμα του συνδυασμού του συναισθηματικού βάρους των λέξεων, παρά τα εξωτερικά συμπλέγματα των συλλαβών. […] (Δοκιμές, Α’, σ. 188)
Ο νομπελίστας ποιητής μας, έδωσε έμφαση στην επικοινωνιακή λειτουργία της γλώσσας, ως το κυριότερο εργαλείο της έκφρασης και δεν έπαψε ποτέ να πειραματίζεται πάνω στις δυνατότητες της ελληνικής γλώσσας, προσπαθώντας να τη φτάσει στην τελειότητά της και να αποδώσει τα νοήματά του με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ακρίβεια και ευστοχία. Όπως σχολιάζει ο P. Mackridge (2004, σ. 93), για τον Σεφέρη, η ποίηση δεν ήταν μονόλογος, αλλά διάλογος ανάμεσα σε ζωντανούς ανθρώπους, ο διάλογος ως ζωτική ανάγκη.
Η γλώσσα του δεν ήθελε να βουλιάζει κάτω από το βάρος της ανοικειότητάς της, όπως σε έναν «λεξικογράφο» ή έναν «γραμματιστή», αλλά να είναι απλή ως «παιδί του λαού». Για εκείνον, σημασία είχε η ομιλούμενη καθημερινή γλώσσα με τις τετριμμένες λέξεις και τους ιδιωματισμούς της. Η κυπριακή του εμπειρία και η χρήση της γλώσσας του εδώ, αποτελεί παράδειγμα, καθώς έδειξε ότι ήθελε, πάνω απ΄ όλα, μια γλώσσα ζωντανή και εύχρηστη, που να έχει αμεσότητα όπως βγαίνει μέσα από το στόμα των απλών ανθρώπων· γι΄ αυτό και ιδιωματικές λέξεις της κυπριακής ντοπιολαλιάς, ηθελημένα, εγκολπώνονται στα ποιήματά του.
Έτσι, στην κυπριακή του συλλογή, αποτύπωσε την κοινή, καθημερινή γλώσσα, στηριζόμενος στην κοινή βιογλωσσική εμπειρία, πατώντας πάνω σε λέξεις της τοπικής κυπριακής διαλέκτου. Λέξεις όπως το «αλακάτιν», ο «πραματευτής», η «κολόκα», το ρήμα «πλουμίσει», ο «ποιητάρης» κ.α., ενσωματώνονται με φυσικό τρόπο στο ποιητικό του corpus.
Σύμφωνα με τον Δ.Ν. Μαρωνίτη (Συμπόσιο Σεφέρη1997, σ. 37), η γλώσσα για τον Σεφέρη λειτουργεί ως βίωμα και αφορά την «τρέχουσα εκφραστική συμπεριφορά κάθε ανθρώπου, από τον πιο απαίδευτο ως τον πιο σπουδασμένο», σε σημείο που «να ταυτίζονται και να μην ξεχωρίζουν», αφού πηγάζουν από μια ανθρωπολογική βάση. Ακολούθησε, έτσι, το πρότυπο του Σολωμού, που είπε «Η γλώσσα δεν είναι σπουδή λέξεων αλλά μελέτη ανθρώπων» και «Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού κι αν είσαι αρκετός, κυρίεψε την».
Η συνεισφορά του Σεφέρη στον τομέα της ελληνικής γλώσσας υπήρξε τεράστια, καθώς προσπάθησε να την ανανεώσει και να εκφράσει περισσότερο συλλογικά, παρά προσωπικά του συναισθήματα, σε μια «εμπλουτισμένη μορφή του σύγχρονου προφορικού λόγου». Η συλλογική ευθύνη τον απέτρεψε από το να υιοθετήσει δυσνόητα κι ερμητικά σύμβολα, αλλά προτίμησε πιο χειροπιαστά σύμβολα, πιο οικεία μυθολογικά (βλ. Οδυσσέας) και δημιουργικά προσωπεία (βλ. Μαθιός Πασκάλης), καθώς και δραματικούς τρόπους. Στη θέση της υποβολής και της αινιγματικής γλώσσας, που επέβαλλε η αυτονομία της τέχνης των συμβολιστών, προτίμησε το απλό ρήμα και τις άμεσες χωροχρονικές αναφορές (βλ. Πλάτρες) της καθημερινής επικοινωνίας.
Δεν είναι τυχαίο που η γλώσσα του αποτέλεσε πρότυπο, σχεδόν, για όλη τη μεταγενέστερη λογοτεχνική δημιουργία. Αυτή τη γλώσσα τη δούλεψε ατέρμονα, φτάνοντας να την τελειοποιήσει μέσα στην απλότητά της, κάνοντάς τη βίωμα και προτεραιότητά του. Ακολουθώντας το παράδειγμά του, σε καιρούς δύσκολους ιστορικά, δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάνουμε παρά να εγκύψουμε πάνω σε αυτή και να τη διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού, ως στοιχείο ταυτότητας και επιβίωσης του ελληνισμού. «Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου», έλεγε ο Ελύτης. Οι εχθροί του έθνους επεδίωξαν να χτυπήσουν τη γλώσσα του γιατί ήξεραν ότι αυτή ήταν και ο λόγος ύπαρξής του. Γλώσσα και ελευθερία είναι ταυτόσημες έννοιες. Ως εκ τούτου, ας ενστερνιστούμε τους μεγάλους μας ποιητές: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;», έλεγε ο εθνικός μας ποιητής Δ. Σολωμός.
*Φιλόλογος – εκπαιδευτικός
maria.chatzinicola@gmail.com