Εγκαινιάστηκε χθες Τρίτη, η μεγαλύτερη σε έκταση συστηματική ανασκαφή που έγινε στην εντός των τειχών πόλη, ο αρχαιολογικός χώρος του Παλαιού Δημαρχείου. Τα εγκαίνια τέλεσαν ο Υπουργός Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων Γιάννης Καρούσος και ο Δήμαρχος Λευκωσίας Κωνσταντίνος Γιωρκάτζης. Ο χώρος βρίσκεται στην οδό Παλιάς Ηλεκτρικής, δίπλα από το νέο δημαρχείο της Λευκωσίας.

Προβλήθηκαν τα πιο αναγνώσιμα κτήρια, με πρώτες τις δύο εκκλησίες που ανασκάφηκαν στο βόρειο τμήμα του χώρου και σηματοδοτούνται από τα στέγαστρα που τις προστατεύουν από τις καιρικές συνθήκες. Οι πορείες που σχεδιάστηκαν, υπαγορεύτηκαν τόσο από την ανάγκη θέασης κάποιων περιοχών της ανασκαφής όσο και την ανάγκη ένταξης του αρχαιολογικού χώρου στο σύγχρονο πολεοδομικό ιστό.

Το όνομα της ανασκαφής (Παλαιό Δημαρχείο) δόθηκε λόγω του τοπωνυμίου της περιοχής, αφού το πρώτο ιδιόκτητο Δημαρχείο της Λευκωσίας είχε κτιστεί στα 1914–15 σε διπλανό χώρο, όπου βρίσκονται τα κτήρια της πρώην Δημοτικής Αγοράς και των Δημοτικών Λουτρών. Λίγο μετά το 1944, αφού το Δημαρχείο μεταφέρθηκε πάνω στον προμαχώνα Ντ’ Άβιλα, η ευρύτερη περιοχή της προηγούμενης του θέσης αναφερόταν ως η περιοχή ή η Πλατεία του «Παλαιού Δημαρχείου». 

Η ανασκαφή του Παλαιού Δημαρχείου απασχόλησε έντονα τόσο την κοινή γνώμη όσο και τη διεθνή αρχαιολογική κοινότητα, διότι σχετιζόταν με την ανέγερση του νέου δημοτικού μεγάρου. Αναπτύχθηκε ζωηρός δημόσιος διάλογος και νομική συζήτηση σε τοπικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο σχετικά με το θέμα της συνύπαρξης αρχαιοτήτων με νέα κτήρια.

Αποφασίστηκε ότι οι αρχαιότητες και το νέο δημαρχείο θα συνυπάρξουν, έτσι ολόκληρη η ανασκαφή αντιμετωπίστηκε ως ενιαίο έκθεμα, στο οποίο ενσωματώθηκε το νέο κτήριο, άρα η ανασκαφή και οι αρχαιότητες έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στο σχεδιασμό και την κατασκευή του κτηρίου.

Η ανασκαφή άρχισε το 2002 και ολοκληρώθηκε το 2006 από τον λειτουργό του Τμήματος Αρχαιοτήτων Γιάννη Βιολάρη. Χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη σε έκταση συστηματική ανασκαφή που έγινε στην εντός των τειχών πόλη. Οι πληροφορίες που προέκυψαν από την ανασκαφή για τη βυζαντινή και μεσαιωνική Λευκωσία είναι μοναδικές. Οι υπάρχουσες αρχαιολογικές μαρτυρίες είναι ελάχιστες, επειδή η συνεχής κατοίκηση της περιοχής μέχρι σήμερα εμπόδιζε την ανάληψη μεγάλης κλίμακας ανασκαφών. 

Σε χαιρετισμό του στα εγκαίνια του χώρου ο δήμαρχος Λευκωσίας Κωνσταντίνος Γιωρκάτζης ανέφερε ότι η συνύπαρξη του νέου δημοτικού μεγάρου Λευκωσίας με τον αρχαιολογικό χώρο υπαγορεύτηκε αφενός από την επιθυμία υλοποίησης του έργου στην περιοχή, με στόχο να συμβάλει στην αναζωογόνησή της, και αφετέρου από την ανάγκη αξιοποίησης και ανάδειξης του σημαντικού αρχαιολογικού χώρου που ήρθε στο φως. Οι αρχαιότητες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό του νέου δημαρχείου, υπογράμμισε, αφού στόχευαν στην επίτευξη μιας ωφέλιμης συνύπαρξης.

 «Οι παρεμβάσεις που έγιναν, με την κατασκευή περιμετρικών υπερυψωμένων διαδρόμων και μεταλλικών στεγάστρων για την προστασία των δύο εκκλησιών που σώζονται στο σημείο, είχαν δύο κύριους στόχους: Ο χώρος να καταστεί επισκέψιμος από το κοινό και να προστατευτούν οι αρχαιότητες με τις ελάχιστες δυνατές παρεμβάσεις. Πιστεύω ότι οι στόχοι αυτοί επιτεύχθηκαν με τη διατήρηση της εικόνας μιας “ανοιχτής ανασκαφής” που είναι ορατή στο σύνολό της από τους γύρω δρόμους και προσβάσιμη σε κάθε περαστικό» σχολίασε ο δήμαρχος.

Ο Υπουργός Μεταφορών εξήγησε ότι οι αρχαιότητες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην κατασκευή του κτηρίου του νέου δημαρχείου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η σημερινή εικόνα του χώρου οφείλεται στην ανασκαφή, έρευνα και συντήρηση των ερειπίων από το Τμήμα Αρχαιοτήτων και τις εργασίες ανάδειξης που έγιναν σε συνεργασία με το Δήμο Λευκωσίας και ιδιώτες μελετητές.

«Ήταν μια πολύχρονη και πολυδάπανη, αλλά παραδειγματική και δημιουργική συνεργασία μεταξύ κράτους, τοπικής αυτοδιοίκησης και ιδιωτών, η οποία απέδωσε έναν δίαυλο επικοινωνίας με το παρελθόν της Λευκωσίας», είπε και πρόσθεσε ότι αυτή η συμβίωση είναι ωφέλιμη για όλους και πρώτα απ’ όλα για τους ίδιους τους κατοίκους και τους επισκέπτες της Λευκωσίας. 

Για να γίνει κατανοητό ένα τόσο περίπλοκο έργο, έγινε προσπάθεια να προβληθούν αναγνωρίσιμα κτήρια, με πρώτες τις δύο εκκλησίες που ανασκάφηκαν στο βόρειο τμήμα του χώρου, οι οποίες σηματοδοτούνται από τα προστατευτικά στέγαστρα.

Οι πορείες περιήγησης που σχεδιάστηκαν, υπαγορεύτηκαν από την ανάγκη θέασης κάποιων περιοχών της ανασκαφής αλλά και την ένταξη του αρχαιολογικού χώρου στον σύγχρονο πολεοδομικό ιστό, και τη διακίνηση των ανθρώπων σε ένα δημόσιο κτήριο το οποίο είναι προσβάσιμο όλο το εικοσιτετράωρο.

Δύο εκκλησίες με κοιμητήρια

Το μεγαλύτερο μέρος των ευρημάτων της ανασκαφής του Παλαιού Δημαρχείου χρονολογείται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο και στη Φραγκοκρατία. 

Σύμφωνα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων, οι γραπτές πηγές παραμένουν σιωπηρές για το πότε ακριβώς η Λευκωσία γίνεται πρωτεύουσα της Κύπρου. Στην ανασκαφή βρέθηκε επίσης σημαντικός στατιστικά αριθμός σπάνιων στην Κύπρο βυζαντινών νομισμάτων, τα οποία χρονολογούνται στα μέσα περίπου του 11ου αιώνα. Αποτελούν την πρωϊμότερη αρχαιολογική μαρτυρία, που τεκμηριώνει το γεγονός ότι, την εποχή αυτή, η Λευκωσία είχε ήδη καταστεί πρωτεύουσα του νησιού. Πρόκειται για χάλκινα νομίσματα μικρής αξίας που χρονολογούνται στο διάστημα 1042/3–1050 μ.Χ. 

Από τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, σύμφωνα με τη διευθύντρια του Τμήματος Αρχαιοτήτων Μαρίνα Ιερωνυμίδου, ξεχωρίζουν δύο εκκλησίες με κοιμητήρια, η αρχική φάση των οποίων χρονολογείται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο.

Η Εκκλησία Α αποτελείται από ένα συγκρότημα δύο μονόχωρων ναών γύρω από τους οποίους λειτουργούσε ένα κοιμητήριο. Αρχικά, μάλλον κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα μ.Χ., κτίστηκε ο βόρειος ναός στον αρχιτεκτονικό τύπο του συνεπτυγμένου σταυροειδούς εγγεγραμμένου, και αργότερα, περί τα τέλη του 12ου ή τις αρχές του 13ου αιώνα, προστέθηκε ο νότιος ναός. Λόγω μεταγενέστερων επεμβάσεων στον χώρο, δεν γνωρίζουμε πολλά για τη μετέπειτα ιστορία της Εκκλησίας Α. Υπάρχουν όμως στοιχεία που μαρτυρούν μεταγενέστερες αρχιτεκτονικές φάσεις, ενώ και τα κινητά ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι ναοί εντάσσονται στην παράδοση της Μέσης Βυζαντινής περιόδου.

Η Εκκλησία Β αποτελείται από δυο αρχιτεκτονικές φάσεις, σύμφωνα με τη Μ. Ιερωνυμίδου. «Η πρωιμότερη είναι ένας Μεσοβυζαντινός συνεπτυγμένος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός, που χρονολογείται στα τέλη του 11ου ή στις αρχές του 12ου αιώνα μ.Χ. Σε καλή κατάσταση σώζεται το Ιερό Βήμα, που φέρει κτιστή Αγία Τράπεζα και δάπεδο από ασβεστοκονίαμα πάνω σε υπόστρωμα χαλικιών. Το Ιερό Βήμα δυτικά ορίζεται από τη βάση του γύψινου τέμπλου. Ο ναός έφερε επίσης κεραμοπλαστικό διάκοσμο, ενώ κάποια ανοίγματά του είχαν γύψινους υαλοστάτες. Στα τέλη του 12ου – αρχές του 13ου αιώνα φαίνεται ότι καταστράφηκε από πυρκαγιά. Ξανακτίστηκε στον ίδιο χώρο κατά τη Μεσαιωνική πλέον περίοδο (13ο αιώνα), ως ένας μονόχωρος καμαροσκέπαστος ναός με ημιοκταγωνική αψίδα. Από τη φάση αυτή σώζεται κυρίως το εντυπωσιακό θεμέλιο, που περικλείει τα ερείπια του προγενέστερου ναού». 

Μετά την καταστροφή και του μεσαιωνικού ναού, η οποία δεν γνωρίζουμε πότε και πώς έγινε, ο χώρος που κατελάμβανε χρησιμοποιήθηκε ως κοιμητήριο μέχρι και τον 15ο αιώνα. Ο χώρος γύρω από την εκκλησία, τόσο κατά τη Βυζαντινή όσο και τη Μεσαιωνική περίοδο, λειτουργούσε ως κοιμητήριο.

Σημειώνεται ότι και οι δύο αρχιτεκτονικές φάσεις ήταν κοσμημένες με τοιχογραφίες. Με τη μεσοβυζαντινή φάση της Εκκλησίας Β συνδεόνταν διάφορες βιοτεχνικές δραστηριότητες, κυρίως ένα εργαστήριο μικροτεχνίας. Όλα αυτά τα στοιχεία (ναός, κοιμητήριο, εργαστήρια), καθώς και κάποια κινητά ευρήματα, μας οδηγούν να υποθέσουμε ότι η αρχική τουλάχιστον φάση της Εκκλησίας Β αποτελούσε το καθολικό μιας Μεσοβυζαντινής μονής της Λευκωσίας.