Το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε όπως επανεξεταστεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο η αίτηση πατέρα που αξίωνε όπως επιτραπεί στις ανήλικες θυγατέρες του, ηλικίας 15 και 14 ετών, να εμβολιαστούν κατά του κορωνοϊού παρά τη διαφωνία που είχε εκφράσει η μητέρα τους. Το Εφετείο σημειώνει πως η συγκεκριμένη υπόθεση επέβαλλε στο Δικαστήριο να ακούσει τη γνώμη των ανήλικων κοριτσιών αφενός μεν επειδή υπήρχε διάσταση στις εκδοχές των δύο γονέων για το κατά πόσο συναινούσαν τα παιδιά στον εμβολιασμό τους και αφετέρου δε επειδή η ηλικία τους ήταν τέτοια που τους επέτρεπε να έχουν τύχει ενημέρωσης και να διαμορφώσουν άποψη για το θέμα.
Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εφεσείων με μονομερή αίτηση προσέφυγε στο Οικογενειακό Δικαστήριο, αξιώνοντας να επιτραπεί ο εμβολιασμός των δύο ανήλικων κόρων του παρά την αντίθετη γνώμη της μητέρας τους. Ο εφεσείων επικαλέστηκε τη βούληση των ανήλικων θυγατέρων του να εμβολιαστούν, αλλά και τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Έγκρισης Φαρμάκων (ΕΜΑ) και της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου σύμφωνα με τις οποίες ο εμβολιασμός κατά της νόσου Covid-19 θα ήταν προς το συμφέρον της υγείας των ανήλικων. Ο αιτητής διατύπωσε δε την άποψη ότι ο μη εμβολιασμός των θυγατέρων του κατά του κορωνοϊού τις εκθέσει αχρείαστα και αδικαιολόγητα στην εν λόγω ασθένεια και τις αφήνει χωρίς ασπίδα προστασίας κατά της νόσου Covid-19.
Στην αντίπερα όχθη η εφεσίβλητη απέρριψε τον ισχυρισμό ότι οι ανήλικες επιθυμούσαν να εμβολιαστούν κατά του κορωνοϊού, ενώ επικαλέστηκε προφορική ιατρική συμβουλή του θεράποντα παιδιάτρου των ανήλικων ότι δεν θα έπρεπε να εμβολιαστούν καθώς αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και έχουν ιστορικό σοβαρών αλλεργιών, με αποτέλεσμα ο εμβολιασμός τους να δύναται να επιφέρει σοβαρές παρενέργειες και να επιβαρύνει την υγεία τους.
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του σημειώνει πως το Δικαστήριο οφείλει να δρα με γνώμονα το συμφέρον και τα δικαιώματα του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία, την ωριμότητα του και τις συνολικές περιστάσεις του περιβάλλοντος του. Τονίζει δε πως η συγκεκριμένη περίσταση επέβαλλε στο Δικαστήριο να ακούσει τη γνώμη των ανήλικων κοριτσιών για τους ακόλουθους λόγους:
α) υπήρχε διάσταση στις εκδοχές των δύο γονέων για το κατά πόσο συναινούσαν τα παιδιά στον εμβολιασμό τους.
β) η ηλικία τους ήταν τέτοια που τους επέτρεπε να έχουν τύχει ενημέρωσης από τον περιβάλλοντα χώρο και να διαμορφώσουν άποψη.
Ως εκ τούτου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε με την παράλειψή του να ακούσει τα παιδιά, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας τους και της διάστασης των ισχυρισμών των γονέων.
Περαιτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο σημειώνει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε δεδομένα, τα οποία ήταν υπαρκτά, δηλαδή ότι η ανθρωπότητα βίωνε και βιώνει μια πανδημία και πως ο εμβολιασμός κατά κανόνα προσφέρει όφελος και αποτελεί έναν αποτελεσματικό τρόπο στη φαρέτρα της ιατρικής κοινότητας για αντιμετώπιση τέτοιων θανατηφόρων πανδημιών.
Το Ανώτατο Δικαστήριο σημειώνει επίσης πως η μητέρα προέβαλε αόριστα θέση παιδιάτρου ότι ο εμβολιασμός δεν ενδείκνυται λόγω αλλεργιών των παιδιών και βεβαρημένου ιατρικού μητρώου, τονίζοντας πως δεν μπορεί να γίνει δεκτή τέτοια επίκληση χωρίς στέρεη μαρτυρία για τις αντενδείξεις και επισημαίνοντας ότι δεν ενδιαφέρουν τέτοιοι γενικοί ισχυρισμοί εάν δεν έχουν τη μορφή συγκεκριμένης και λεπτομερούς ιατρικής μαρτυρίας.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει ότι η ευχερέστερη λύση είναι ο παραμερισμός της πρωτόδικης απόφασης, έτσι ώστε να μπορεί ο εφεσείων να προωθήσει, εάν το επιθυμεί, νέα ανάλογη αίτηση με το ίδιο αντικείμενο, δηλαδή τον εμβολιασμό των παιδιών του.