Το Εφετείο απέρριψε τις βασικές αιτιάσεις περί αμέλειας οδηγού σε υπόθεση τροχαίου με σύγκρουση οχήματος και αλόγου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση ότι το ατύχημα ήταν ουσιαστικά αναπόφευκτο υπό τις περιστάσεις, ενώ παράλληλα προχώρησε σε μερική ανατροπή της απόφασης μόνο ως προς τα έξοδα της διαδικασίας τριτοδιαδίκου.
Η απόφαση, ημερομηνίας 9 Απριλίου 2026, αφορά δύο συνεκδικαζόμενες εφέσεις που προέκυψαν από αγωγή αποζημιώσεων μετά από τροχαίο ατύχημα το 2011 στον δρόμο Πλατρών–Ερήμης. Ο ενάγων, τότε 17 ετών και επιβάτης σε όχημα που οδηγούσε φίλος του, τραυματίστηκε όταν το αυτοκίνητο συγκρούστηκε με άλογο που εισήλθε αιφνιδίως στη λωρίδα κυκλοφορίας.
Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει την αγωγή, κρίνοντας ότι ο οδηγός δεν επέδειξε αμέλεια, καθώς το άλογο εμφανίστηκε σε απόσταση περίπου 20 μέτρων, κινούμενο κατά μέτωπο προς το όχημα, χωρίς να αφήνει ουσιαστικά περιθώρια αντίδρασης. Παρά το γεγονός ότι η ταχύτητα του οχήματος υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα, κρίθηκε ότι αυτό δεν συνιστούσε από μόνο του αιτία του ατυχήματος.
Ο ενάγων αμφισβήτησε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι το ατύχημα μπορούσε να αποφευχθεί και ότι η ταχύτητα του οδηγού ήταν καθοριστικός παράγοντας. Ωστόσο, το Εφετείο έκρινε ότι, με βάση τα ευρήματα που δεν είχαν προσβληθεί, δεν αποδείχθηκε πως ο οδηγός παρέβη το καθήκον επιμέλειας που οφείλει να επιδεικνύει ένας μέσος συνετός οδηγός.
Στην απόφασή του, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ξαφνική εμφάνιση αλόγου στον δρόμο δεν αποτελεί προβλέψιμο κίνδυνο και ότι οι ενέργειες του οδηγού πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα της «αγωνίας της στιγμής». Σημείωσε επίσης ότι η επιλογή του να στρίψει το τιμόνι προς τα δεξιά ήταν αντίδραση σε συνθήκες πίεσης και δεν μπορεί να κριθεί εκ των υστέρων με αυστηρά κριτήρια.
Το Εφετείο απέρριψε και τον ισχυρισμό ότι η ταχύτητα συνέβαλε στο ατύχημα, επισημαίνοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία ή εμπειρογνωμοσύνη που να τεκμηριώνουν αιτιώδη σύνδεση μεταξύ ταχύτητας και σύγκρουσης. Όπως αναφέρθηκε, η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν συνεπάγεται αυτομάτως αμέλεια χωρίς συνδυασμό άλλων παραγόντων.
Παράλληλα, απορρίφθηκε και η έφεση των εναγομένων αναφορικά με την ιδιοκτησία του αλόγου, καθώς το Δικαστήριο συμφώνησε ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για να αποδειχθεί ότι ο τριτοδιάδικος ήταν ιδιοκτήτης του ζώου. Η σχετική μαρτυρία κρίθηκε αδύναμη και βασισμένη σε εικασίες.
Ωστόσο, το Εφετείο διαφοροποιήθηκε ως προς το ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα επιδίκασε τα έξοδα αυτά εις βάρος του ενάγοντος, χωρίς επαρκή αιτιολογία, παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι ήταν οι αποτυχόντες στη συγκεκριμένη διαδικασία. Το σχετικό μέρος της απόφασης ακυρώθηκε και διατάχθηκε όπως οι εναγόμενοι καταβάλουν τα έξοδα του τριτοδιαδίκου.
Κατά τα λοιπά, όλες οι εφέσεις και η αντέφεση απορρίφθηκαν. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου πως το κύριο μέρος των αξιώσεων δεν ευδοκίμησε, κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα δικά της έξοδα για τη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου.