Της συντακτικής ομάδας του Bloomberg

Ακόμη και αν οι ΗΠΑ και το Ιράν καταλήξουν με κάποιο τρόπο σε συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, η παύση των εχθροπραξιών δεν θα αποκαταστήσει ως δια μαγείας τη προτέρα κατάσταση στη ναυτιλία μέσω της αμφισβητούμενης θαλάσσιας οδού. Μια συμμαχία περισσότερων από 30 χωρών, με επικεφαλής τη Βρετανία και τη Γαλλία, έχει αρχίσει να εξετάζει αυτό το πρόβλημα. Η επιτυχία θα απαιτήσει τρία πράγματα: την απομάκρυνση των ναρκών, τη δημιουργία μιας αξιόπιστης συνοδείας για την προστασία των πλοίων και την αποκατάσταση της δυνατότητας ασφάλισης των σκαφών.

Ας ξεκινήσουμε με τις νάρκες. Υπολογίζεται ότι το Ιράν διαθέτει έως και 6.000 νάρκες, οι οποίες μπορούν να αναπτυχθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα από μικρά σκάφη ή μικροσκοπικά υποβρύχια. Τις έχει χρησιμοποιήσει με καταστροφικά αποτελέσματα στο παρελθόν, προκαλώντας σοβαρές ζημιές σε μια φρεγάτα των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του λεγόμενου “Πολέμου των Τάνκερ” τη δεκαετία του 1980. Ενώ οι εκτιμήσεις διαφέρουν ως προς τον αριθμό των όπλων που ενδέχεται να έχουν τοποθετήσει οι ιρανικές δυνάμεις, ακόμη και μια μέτρια ανάπτυξη θα απειλούσε τη ναυτιλία στον στενό διάδρομο και ενδέχεται να χρειαστούν εβδομάδες, αν όχι μήνες, για να την απομακρύνει μια δύναμη με επαρκείς πόρους.Play Video

Επιπλέον, η απομάκρυνση των ναρκών δεν είναι απλώς ένα τεχνικό έργο – αλλά ένα πρόβλημα που απαιτεί τη συνεργασία όλων των σωμάτων των ενόπλων δυνάμεων. Τα ναρκαλιευτικά σκάφη κινούνται αργά και διαθέτουν ελάχιστη αμυντική κάλυψη. Η συνοδεία, η αεροπορική κάλυψη και τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας είναι απαραίτητα για κάθε αξιόπιστη ναρκαλιευτική αποστολή. Αυτές οι προσπάθειες ενδέχεται να πρέπει να συνεχιστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς οι νάρκες μπορούν να τοποθετηθούν εκ νέου.

Οι ΗΠΑ δεν είναι σε θέση να διαχειριστούν αυτό το έργο μόνες τους. Τα παλαιά πλοία ανίχνευσης ναρκών κλάσης Avenger που είχαν βάση στο Μπαχρέιν αποσύρθηκαν πέρυσι. Τα παράκτια πολεμικά πλοία φέρουν το αυτόνομο πακέτο μέτρων αντιμετώπισης ναρκών του Πολεμικού Ναυτικού. Ωστόσο, αυτό το σχετικά νέο σύστημα χρειάστηκε αρκετά χρόνια για να αναπτυχθεί και η επιχειρησιακή του αποτελεσματικότητα εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης.

Οποιαδήποτε σοβαρή πρωτοβουλία αποναρκοθέτησης θα απαιτήσει, επομένως, μια κοινή προσπάθεια. Η Βρετανία και η Γαλλία μπορούν να συνεισφέρουν με τα δικά τους αυτόνομα συστήματα ανίχνευσης ναρκών. Οι ΗΠΑ μπορούν να βοηθήσουν παρέχοντας πληροφορίες, επιτήρηση, καθώς και αεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα. Στη συνέχεια, εάν καταστεί δυνατό να ανοίξει ένας διάδρομος, οι διεθνείς δυνάμεις θα πρέπει, τουλάχιστον αρχικά, να προσφέρουν προστασία στα εμπορικά πλοία από παρενοχλήσεις, drones και επιθέσεις από ταχύπλοα σκάφη. Αυτό θα απαιτήσει ναυτική παρουσία, σαφείς κανόνες εμπλοκής, υλικοτεχνική υποστήριξη και ενοποιημένη διοίκηση.

Τέλος, οι πλοιοκτήτες θα επιδιώξουν ελαφρύνσεις στα ασφάλιστρα. Όσο υπάρχει πιθανότητα να ξαναρχίσουν οι εχθροπραξίες, τα premiums έναντι του κινδύνου πολέμου είναι πιθανό να παραμείνουν σε απαγορευτικά υψηλά επίπεδα. Σε προηγούμενες κρίσεις, οι κυβερνήσεις είχαν αναλάβει τον ρόλο του ασφαλιστή έσχατης ανάγκης: έναν μηχανισμό με την ονομασία “Unity”, που δημιουργήθηκε παράλληλα με τον διάδρομο μεταφοράς σιτηρών της Μαύρης Θάλασσας, μείωσε κατά το ήμισυ το κόστος των ασφαλίστρων.

Το καθήκον της συμμαχίας είναι επομένως σαφές. Πρώτον, πρέπει να είναι έτοιμη για επιχειρήσεις μόλις επιτευχθεί συμφωνία, αντί να περιμένει τις τέλειες συνθήκες που μπορεί να μην έρθουν ποτέ. Αυτό σημαίνει την τοποθέτηση ναρκαλιευτικών μέσων και φρεγατών – όπως έχουν αρχίσει να κάνουν η Γαλλία και η Ολλανδία – και τον σχεδιασμό για συνεχείς επιχειρήσεις εκκαθάρισης, όχι για μεμονωμένες ασκήσεις ανίχνευσης ναρκών.

Δεύτερον, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να συνεργαστούν με τις ναυτιλιακές και ασφαλιστικές κοινότητες για να αποφασίσουν τι συνιστά “καθαρή” διαδρομή και πώς θα πιστοποιείται. Πρέπει επίσης να δημοσιευθούν οι κανόνες εμπλοκής για τις δυνάμεις συνοδείας, για να πειστούν οι ασφαλιστές και οι πλοιοκτήτες.

Αν και ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν υποτιμήσει τις προθέσεις των Ευρωπαίων, οι ΗΠΑ έχουν σαφές συμφέρον να υποστηρίξουν αυτές τις προσπάθειες. Οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζουν άμεσα τις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου, τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις οικονομίες των εμπορικών εταίρων τους σε όλο τον κόσμο.

Τα Στενά θα ανοίξουν ξανά όχι επειδή το λένε οι κυβερνήσεις, αλλά όταν εξαλειφθούν οι κίνδυνοι στα νερά του Ορμούζ και οι κανόνες μιας διεθνούς αποστολής υποστήριξης είναι αρκετά αξιόπιστοι ώστε να επιτρέπουν στα πλοία να πλέουν. Θα ήταν προς το συμφέρον των ΗΠΑ να υποστηρίξουν και όχι να επιπλήττουν τους συμμάχους που μπορούν να βοηθήσουν στην επίτευξη αυτού του στόχου.

BloombergOpinion