Πόσο μπορούν ο πληθωρισμός ή οι αυξήσεις μισθών να επηρεάσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας είναι ένα θέμα που ουκ ολίγες φορές έχει αποτελέσει πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Μετά το σοκ του πληθωρισμού. Απολογισμός της ανταγωνιστικότητας τιμών και κόστους στην ΕΕ», που δημοσιεύθηκε στις 30 Ιανουαρίου, έρχεται να απαντήσει σε αυτό τον προβληματισμό, επισημαίνοντας τη σημαντική ετερογένεια στον πληθωρισμό μεταξύ των χωρών της ΕΕ.  

Κάτι που, όπως υποδεικνύεται, οδήγησε σε σημαντική πραγματική ανατίμηση και μειωμένη ανταγωνιστικότητα τιμών, ιδίως στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Αυτό οφειλόταν στο κόστος εισαγωγών, τα κέρδη και τους μισθούς, προκαλώντας μεγάλες αποκλίσεις στην ανταγωνιστικότητα τιμών εντός της ΕΕ, αναφέρουν οι συντάκτες της έκθεσης Milan Výškrabka και Adrian Bodea.

Ας ξεκινήσουμε από το τελικό συμπέρασμα, πριν αναφέρουμε τα γενικά στοιχεία της έκθεσης. «Στην Ιρλανδία, την Κύπρο και τη Μάλτα, η αύξηση της παραγωγικότητας έχει ξεπεράσει την αύξηση των πραγματικών μισθών», αναφέρεται ως συμπέρασμα. Οι συντάκτες της έκθεσης υποδεικνύουν ότι οι χώρες αυτές παρουσίασαν πολύ ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και αύξηση παραγωγικότητας, γεγονός που εξηγεί εν μέρει τη χαμηλή άνοδο του εγχώριου κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.

Να διευκρινίσουμε ότι η παραγωγικότητα της εργασίας έχει ιδιαίτερη σημασία για την οικονομία, αφού συνδέεται άμεσα με τη βιώσιμη αύξηση των μισθών. Για να παραμείνει ανταγωνιστική μια οικονομία θα πρέπει η αύξηση των ονομαστικών μισθών να συμβαδίζει με τη βελτίωση της παραγωγικότητας, ώστε να μην αυξάνεται το μοναδιαίο κόστος εργασίας και να ανατροφοδοτείται ο πληθωρισμός, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο αυξήσεων κόστους και τιμών.

Τι έγινε αλλού

Οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι η αύξηση των πραγματικών μισθών ξεπέρασε τα κέρδη από την παραγωγικότητα της εργασίας σε πολλές από τις χώρες που επηρεάστηκαν περισσότερο την περίοδο 2020-2024.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στη Λιθουανία και την Κροατία, όπου οι ονομαστικοί μισθοί, αποπληθωρισμένοι, με τον αποπληθωριστή του ΑΕΠ (μας βοηθά να βρούμε το μέρος της αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, η οποία οφείλεται στην αύξηση των τιμών και όχι των παραγόμενων προϊόντων) αποκαλύπτουν ισχυρή αύξηση των μισθών, που ξεπέρασε την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, η υποτονική αύξηση του ΕνΔΤΚ (Εναρμονισμένος Δείκτης Καταναλωτή) υποδηλώνει αύξηση των πραγματικών μισθών σημαντικά υψηλότερη από την αύξηση της παραγωγικότητας. Ωστόσο, αν ληφθεί υπόψη ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ, η αύξηση των πραγματικών μισθών, ευθυγραμμίστηκε περισσότερο με την παραγωγικότητα σε αυτές τις δύο χώρες.

Οι εξελίξεις στη Λετονία κινήθηκαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η αύξηση των πραγματικών μισθών υπερέβησαν κατά πολύ την άνοδο της παραγωγικότητας. Από την άλλη πλευρά, η Σλοβακία και η Τσεχία,  οι οποίες είναι μεταξύ των χωρών με υψηλό πληθωρισμό, παρουσιάζουν αρνητικό χάσμα μεταξύ της αύξησης των πραγματικών μισθών και της παραγωγικότητας. Στην Τσεχία, αυτό το χάσμα προκύπτει από τη μείωση των πραγματικών μισθών και όχι από την αύξηση της παραγωγικότητας, ενώ το αντίθετο ισχύει για τη Σλοβακία.

Πληθωρισμός και ανταγωνιστικότητα

Στόχος της έκθεσης είναι η αξιολόγηση των εξελίξεων στην ανταγωνιστικότητα τιμών και του κόστους από την έναρξη της πανδημίας, καθώς ο υψηλός πληθωρισμός δεν μπορεί να συσχετιστεί άμεσα με απώλεια ανταγωνιστικότητας. Παρά τους κοινούς παράγοντες που προκαλούν πληθωριστικά σοκ, οι χώρες έχουν γενικά βιώσει πολύ διαφορετικές εμπειρίες.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, οι άνισες εξελίξεις στον πληθωρισμό σε ολόκληρη την ΕΕ έχουν προκαλέσει πολλές ετερογενείς αλλαγές στην ανταγωνιστικότητα τιμών στα κράτη μέλη. Ορισμένες χώρες έπρεπε να αντιμετωπίσουν μια σημαντική πραγματική ανατίμηση, ενώ άλλες είδαν τα επίπεδα τιμών τους να μειώνονται σε σχέση με εκείνα των εμπορικών τους εταίρων. Ωστόσο, ο υψηλός πληθωρισμός δεν συνεπάγεται απαραίτητα απώλεια ανταγωνιστικότητας, καθώς ορισμένοι άλλοι παράγοντες, όπως η αρχική θέση ανταγωνιστικότητας ή οι εξελίξεις στην παραγωγικότητα, πρέπει να ληφθούν υπόψη πριν από την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, εξηγείται στην έκθεση. Παρόλο που οι διαφορές πληθωρισμού στην ΕΕ έχουν μειωθεί σημαντικά, ορισμένες χώρες συνεχίζουν να βιώνουν αυξημένο πληθωρισμό, ο οποίος επιταχύνθηκε ξανά κατά τη διάρκεια του 2025. Ως αποτέλεσμα, επισημαίνεται στην έκθεση, οι αποκλίνουσες εξελίξεις στην ανταγωνιστικότητα τιμών και κόστους αναμένεται να συνεχιστούν, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Στην ανάλυση της έκθεσης, σημειώνεται ότι οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης παρουσίασαν ιδιαίτερα απότομη αύξηση του πληθωρισμού, ενώ άλλα κράτη μέλη, όπως η Γαλλία, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Φινλανδία, παρουσίασαν μάλλον συγκρατημένους ρυθμούς πληθωρισμού κατά την περίοδο 2020-2024. Οι τιμές των εισαγωγών, ιδίως οι τιμές των ενεργειακών προϊόντων, αυξήθηκαν σημαντικά το 2021 και το 2022, αλλά υποχώρησαν κάπως στη συνέχεια. Οι εγχώριοι παράγοντες του πληθωρισμού -κέρδη και μισθοί- αυξήθηκαν επίσης σημαντικά, με τους πρώτους να αντιδρούν πολύ γρήγορα, ενώ οι δεύτεροι έγιναν ποσοτικά ο σημαντικότερος παράγοντας που συνέβαλε στον πληθωρισμό σε ορισμένα κράτη μέλη έως το 2024. Ως αποτέλεσμα, τα επίπεδα τιμών αυξήθηκαν σημαντικά αλλά άνισα μεταξύ των χωρών. Συγκεκριμένα, μετρούμενα με τον αποπληθωριστή του ΑΕΠ, ένα μέτρο του γενικού πληθωρισμού σε ολόκληρη την οικονομία, οι τιμές αυξήθηκαν κατά περίπου 15% στη Γαλλία, ενώ η Ουγγαρία παρουσίασε αύξηση σχεδόν 60% κατά την περίοδο 2020-2024.

Συγκρατημένες μισθολογικές αυξήσεις στην Κύπρο

Οι μισθολογικές αυξήσεις είναι συγκρατημένες, επισημαίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και, σε συνδυασμό με τη θετική πορεία της παραγωγικότητας της εργασίας, διασφαλίζουν την ανταγωνιστικότητα της κυπριακής οικονομίας.

Στο  Οικονομικό Δελτίο Δεκεμβρίου 2025, η Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ότι η συνεχιζόμενη ανθεκτικότητα στην αγορά εργασίας δεν τροφοδοτεί προς τα πάνω τις πιέσεις στους μισθούς, δεδομένων των σχετικά μέτριων μισθολογικών αυξήσεων που έχουν συμφωνηθεί μετά και τα πληθωριστικά επεισόδια τα προηγούμενα χρόνια.

Κατά το πρώτο εννιάμηνο του 2025, η ονομαστική δαπάνη ανά μισθωτό σημείωσε άνοδο 4% σε σχέση με 3,9% την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Στον ιδιωτικό τομέα σημειώθηκε αύξηση κατά 3,9% και στον δημόσιο τομέα 3,8%. Η αύξηση στον ιδιωτικό τομέα ήταν ευρείας βάσης και προήλθε κυρίως από τους τομείς των υπηρεσιών, όπως της ενημέρωσης και της επικοινωνίας, του εμπορίου, των μεταφορών, των ξενοδοχείων και εστιατορίων, καθώς και των επαγγελματικών και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

Σε πραγματικούς όρους, η δαπάνη ανά μισθωτό αυξήθηκε κατά 3,3% σε σχέση με 1,9% το 2024. Η επιτάχυνση στην πραγματική δαπάνη αποδίδεται στις χαμηλότερες πληθωριστικές πιέσεις, σε συνάρτηση με τη σταθερή αύξηση της ονομαστικής δαπάνης ανά μισθωτό. O δείκτης του μοναδιαίου κόστους εργασίας αυξήθηκε κατά 2% το πρώτο εννιάμηνο του 2025, σταθερός σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Παρά τις πρόσφατες ετήσιες αυξήσεις, ο δείκτης του μοναδιαίου κόστους εργασίας παραμένει σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, κάτι που στηρίζει την ανταγωνιστικότητα της κυπριακής οικονομίας, υποδεικνύει.