Η προ ημερών επαναβεβαίωση της διακρατικής συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου για την μετακίνηση Αιγυπτίων εργαζομένων στη χώρα μας, ώστε να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες στην αγορά εργασίας, αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα της πρακτικής αρκετών ευρωπαϊκών χωρών να προσελκύουν ξένο εργατικό δυναμικό.

Έκαστη χώρα ακολουθεί ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης της οικονομίας, με αποτέλεσμα να προκύπτουν διαφορετικές ανάγκες σε κάθε μία, ανάλογα με τον κλάδο ο οποίος αναπτύσσεται.

Η άνοδος του τεχνολογικού κλάδου στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, έχει δημιουργήσει πρόσθετες ανάγκες για εργαζόμενους με εξειδικευμένες ικανότητες, οι οποίοι σήμερα δεν υπάρχουν στην Κύπρο. Την ίδια ώρα όμως, προκύπτουν ανάγκες και σε παραδοσιακούς τομείς της κυπριακής οικονομίας, όπως είναι ο κατασκευαστικός και ο τουριστικός τομέας, καθώς επίσης και ο κλάδος του λιανεμπορίου. Συναφώς, η στόχευση για ενίσχυση του πρωτογενή τομέα, με επικέντρωση στη γεωργία και κτηνοτροφία, δημιουργεί και εκεί αυξημένες ανάγκες. Ως εκ τούτου και με δεδομένη την αισθητή μείωση της ανεργίας, κρίνεται επιβεβλημένη η εξεύρεση ανθρώπινου δυναμικού από ξένες χώρες.

Ωστόσο, η εξεύρεση εργαζομένων, αποτελεί μόνο ένα κομμάτι της όλης προσπάθειας. Η καταβολή μισθών και ωφελημάτων στους εργαζόμενους, όπως είναι για παράδειγμα οι κοινωνικές ασφαλίσεις, είναι ένα εξίσου μεγάλο κομμάτι στη συγκεκριμένη διαδικασία. Ανακοίνωση της ETUC (European Trade Union Confederation), κάνει λόγο για προσωρινή συμφωνία ορόσημο, η οποία επιτεύχθηκε προ ημερών και αφορά τους εργαζόμενους, οι οποίοι δουλεύουν σε μια ξένη χώρα. Χαρακτηριστικά, σημειώνεται ότι μετά από χρόνια αδιεξόδου, η συμφωνία που επιτεύχθηκε αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς τη μεγαλύτερη νομική ασφάλεια και την παραχώρηση ισχυρότερων εργαλείων, με στόχο την καταπολέμηση της απάτης και των προβλημάτων σε διασυνοριακές καταστάσεις. Η συμφωνία παρέχει σαφήνεια και εγγυήσεις για καλύτερη κάλυψη κοινωνικής ασφάλισης για τους εργαζόμενους, οι οποίοι ζουν και εργάζονται σε διαφορετικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η υποχρεωτική προηγούμενη κοινοποίηση των αποσπάσεων είναι ιδιαίτερα σημαντικό βήμα. Θα διασφαλίσει ότι οι αρχές έχουν τις πληροφορίες που χρειάζονται για να επαληθεύσουν την κάλυψη κοινωνικής ασφάλισης, να αποτρέψουν τις «ψεύτικες αποσπάσεις» και την αδήλωτη εργασία και να διενεργήσουν αποτελεσματικούς ελέγχους. Αυτή η προσέγγιση έχει υποστηριχθεί σταθερά από τα συνδικάτα και τους εργοδότες, συμπεριλαμβανομένης μιας πρόσφατης κοινής δήλωσης των Ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων.

Η Esther Lynch, Γενική Γραμματέας της ETUC, ανέφερε σχετικά με την υπό αναφορά εξέλιξη ότι «μετά από χρόνια διαπραγματεύσεων, αυτή η προσωρινή συμφωνία φέρνει την πολυαναμενόμενη σαφήνεια και προχωρεί στις αναγκαίες βελτιώσεις στους κανόνες που διέπουν τον συντονισμό της κοινωνικής ασφάλισης για τους μετακινούμενους εργαζόμενους. Σε μια εποχή που η διασυνοριακή εργασία αυξάνεται, οι σαφείς και δίκαιοι κανόνες είναι απαραίτητοι για την πρόληψη της κατάχρησης, την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων και τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης», σημείωσε ενδεικτικά.

Από την πλευρά της, η Isabelle Schömann, Αναπληρώτρια ΓΓ της ETUC, επισήμανε ότι «ο αποτελεσματικός συντονισμός των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης για τους μετακινούμενους εργαζόμενους, αποτελεί προϋπόθεση για τη δίκαιη κινητικότητα του εργατικού δυναμικού στην ΕΕ. Αυτή η προσωρινή συμφωνία πρέπει τώρα να επιβεβαιωθεί από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χωρίς καθυστέρηση, ώστε οι εργαζόμενοι να μπορούν επιτέλους να βασίζονται σε κατάλληλη ασφαλιστική κάλυψη όπου κι αν εργάζονται στην Ευρώπη».