Ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες που πέρασαν ποτέ από το ΘΟΚ επιστρέφει στην Κύπρο και με αφορμή την παράσταση «Η Κυρά της Θάλασσας» που ανεβάζει, μας εξηγεί γιατί η σημερινή εικόνα του νησιού του προκαλεί πολύ περισσότερη θλίψη, από ό,τι το 1975.

Δεν θέλει να τον φωτογραφίσουμε απ’ τη μέση και κάτω. Η βερμούδα, λέει, τον κάνει να μοιάζει με τουρίστα και η δική του σχέση με αυτό τον τόπο, κάθε άλλο παρά περιστασιακή είναι- με την Κύπρο άλλωστε τον δένουν τόσα πολλά «που δεν έχουν να κάνουν ούτε με το θέατρο, ούτε με τις παραστάσεις». Παρόλο που καμιά φορά, όταν διασχίζει την παλιά πόλη, έχει την αίσθηση πως βρίσκεται σ’ αυτά τα μέρη για πρώτη φορά. Πως η Λήδρας δεν είναι ο ίδιος εκείνος δρόμος που περπατούσε καθημερινά, τότε, που είχε έρθει από την Ανατολική Γερμανία σκηνοθετώντας το έργο του Μπρεχτ «Ο καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία», με το οποίο επαναλειτούργησε ο Θεατρικός Οργανισμός μετά την τουρκική εισβολή. Εκείνες τις μέρες τις θυμάται σαν να ‘ταν χθες. Το δωμάτιό του στο ξενοδοχείο Άστυ, όπου έμενε αυτός, ένας πλούσιος Αρμένιος από μια ξακουστή οικογένεια του τόπου και το εκάστοτε επιτελείο της British Airways. Τα κλειστά οδοφράγματα, τους ανθρώπους που έμεναν κοντά στην Πράσινη Γραμμή, τους Τούρκους που ήταν ορατοί απ’ την άλλη πλευρά και την αγορά, που είχε αρχίσει δειλά – δειλά να αποκτά και πάλι ζωή. «Οι επιχειρήσεις λειτουργούσαν ξανά, τα καταστήματα είχαν ανοίξει, οι ρυθμοί ήταν έντονοι, οι άνθρωποι δραστήριοι και κάθε Σάββατο γινόταν το παζάρι, εκεί που σήμερα θα κτιστεί το νέο δημαρχείο». Η Κύπρος, όπως λέει, σήμερα έχει εξαφανιστεί από αυτή την εικόνα. Κτήρια έρημα, σπίτια κοντά στα οδοφράγματα που αφέθηκαν να πέσουν και μια Λήδρας από την οποία μαζί με τη φτώχια χάθηκε και η αυθεντικότητα. «Βλέπω ξεκάθαρα πως η ταυτότητα του τόπου άρχισε να χάνεται. Όλοι πια υποτιμούν τα πράγματα που έχουν να κάνουν με το παρελθόν. Οι προσπάθειες εκμοντερνισμού πετούν από το παράθυρο την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα. Μας αποπροσανατολίζουν», λέει και αναρωτιέται. «Πώς θα λυθεί το πολιτικό πρόβλημα, όταν δεν ξέρουμε ποιοι πραγματικά είμαστε; Συμφωνίες μεταξύ ανθρώπων γίνονται μόνο όταν αυτοί γνωρίζουν καλά ποιοι είναι..».

«Η σχέση μου με αυτό το νησί μετράει χρόνια, σχεδόν μια ολόκληρη ζωή. Μια σχέση περίεργη, παράξενη που με κάνει να νιώθω υπέροχα κάθε φορά που επιστρέφω. Διαβάζοντας την ιστορία της Κύπρου, κατανοείς πως κάθε άλλο παρά στο δυτικό κόσμο ανήκει. Ερχόμενος όμως από την Ανατολική Γερμανία, που βρισκόταν στη σοβιετική ζώνη επιρροής, για εμένα η Κύπρος αντιπροσώπευε τη Δύση. Γιατί εγώ εδώ έμαθα για πρώτη φορά τι πάει να πει ελευθερία της έκφρασης. Και το ότι οι άνθρωποι αντίθετων ιδεολογικών απόψεων μπορούν να καβγαδίζουν ανοιχτά μεταξύ τους, αλλά ταυτόχρονα να συνυπάρξουν για το καλό του τόπου. 

Ήρθα σε μια φάση που ο κόσμος ενδιαφερόταν για τον Μπρεχτ, σε μια περίοδο εξέλιξης της κοινωνίας. Που ήταν πρόθυμος να ρισκάρει τις προηγούμενες εμπειρίες του, να τις αμφισβητήσει και να διακινδυνέψει να τις χάσει. Έτσι, το κέρδος δεν ήταν το αποτέλεσμα, το αν θα ανεβάζαμε μια καλή ή κακή παράσταση. Ήταν πως βιώναμε από πρώτο χέρι και είχαμε ενεργό ρόλο στη διαδικασία αυτή της αλλαγής, της εξέλιξης ενός λαού, μιας χώρας. 

Με όλους όσους συνεργαστήκαμε τότε, είχαμε έρθει κοντά- από τον Βλαδίμηρο Καυκαρίδη μέχρι τον Νίκο Σιαφκάλη. Η προσέγγισή τους στο θέατρο ήταν εντελώς διαφορετική, αλλά και οι δύο ήταν πρόθυμοι να συνεργαστούν, να φέρουν μαζί τους τις εμπειρίες τους και ταυτόχρονα να τις αμφισβητήσουν προκειμένου να καταφέρουμε να φέρουμε σε πέρας την αποστολή μας. Ήμασταν μέρος της διαδικασίας ανάπτυξης του θεάτρου της Κύπρου κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό για όλους μας.  

Συνάντησα τον Σπύρο Κυπριανού, που τότε ήταν υπουργός Εξωτερικών, μόλις τέσσερις βδομάδες αφού ήρθα στην Κύπρο για πρώτη φορά, για να λύσουμε ένα πρόβλημα που είχε προκύψει με την οικογένειά μου. Οι άνθρωποι τότε ήταν ανοιχτοί για το κοινό καλό- δεν νομίζω να βρεις κάποιον αξιωματούχο σήμερα που να το κάνει αυτό. Είχα γνωρίσει τον Μακάριο, αλλά και τον Κληρίδη, τον οποίο θαύμαζα για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με τις δικές μου ιδεολογικές απόψεις. Γι’ αυτό και χάρηκα όταν είδα πως το αεροδρόμιο πήρε το όνομά του και ελπίζω στο μέλλον να μη του δώσουν το όνομα κάποιου άλλου ηγέτη. Υπάρχει εξάλλου πολύς διαθέσιμος χώρος, για να καταφέρεις να συνυπάρχεις, να ζεις μαζί με την ιστορία σου. 

Έχω τόσα ωραία πράγματα στο αρχείο μου, κρίμα που δεν τα έχω μαζί μου για να στα δείξω. Από τότε που πήγαμε για πρώτη φορά στο εξωτερικό, από το «Μάνα Κουράγιο» με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη στον πρωταγωνιστικό ρόλο και από το Φεστιβάλ Σαίξπηρ. Μερικές φορές συνειδητοποιώ με λύπη ότι πολλοί από τους ανθρώπους που είχαμε έρθει κοντά, έχουν πεθάνει. Ο Βλαδίμηρος Καυκαρίδης, ο Νίκος Σιαφκάλης, ο Γιώργος Κοτσώνης, ο Γκλυν Χιουζ και ο Χριστάκης Γεωργίου, που ήταν ένας από τους τρεις ανθρώπους που με παρέλαβαν από το αεροδρόμιο όταν πρωτοήρθα.

Ο Παναγιώτης Σέργης, που τότε διατελούσε διευθυντής της Μορφωτικής Υπηρεσίας, και ο Γιάννης Κατσούρης ήταν άνθρωποι συνυφασμένοι με την κουλτούρα του τόπου, σπουδαίες προσωπικότητες, αναμεμειγμένοι στο κίνημα ανεξαρτησίας του νησιού. Οι δημόσιοι υπάλληλοι τότε δεν ήταν αυτό που έχει ο κόσμος στο μυαλό του σήμερα. Ένα μέρος τους παρέμενε πάντα εκεί από όπου είχαν προέλθει, γι’ αυτό και ήταν εύκολο να τους προσεγγίσεις. Όλοι εμείς γνωριζόμασταν μεταξύ μας, βρισκόμασταν τα Σαββατοκύριακα στον Κουρούσιη, μαζί με άλλους καλλιτέχνες, με πολιτικούς και συγγραφείς, και η ατμόσφαιρα ήταν πολύ φιλική, όλο ζωντάνια. Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να δημιουργηθεί ξανά σήμερα, τουλάχιστον όχι με τεχνητές μεθόδους. Ελπίζω, όμως, ότι δεν θα ξεχαστεί αυτή η πρώτη γενιά, όλοι αυτοί οι παλιοί που ασχολούνταν με τα θέματα πολιτισμού στην Κύπρο. Αλλά ξέρω πως θα ξεχαστούν. Και είναι τρομερό αυτό για ένα λαό.

Στη Λευκωσία τότε, ένα χρόνο μετά την εισβολή, με τα οδοφράγματα κλειστά και τους Τούρκους ορατούς πέρα από αυτά, οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να μένουν στα σπίτια τους, κοντά στην Πράσινη Γραμμή. Τα καταστήματα ήταν ανοιχτά, οι χειροτέχνες δούλευαν, οι επιχειρήσεις άρχιζαν τότε να λειτουργούν ξανά και κάθε Σάββατο γινόταν το παζάρι, εκεί που θα κτιστεί το νέο δημαρχείο. Οι ρυθμοί ήταν και πάλι έντονοι, όλα είχαν αρχίσει να αποκτούν ξανά ζωή. Περπατώντας σήμερα στους ίδιους εκείνους δρόμους, μόνο απογοήτευση μου προκαλεί η εικόνα της περιοχής, τα έρημα κτήρια και τα σπίτια κοντά στο οδόφραγμα, που αφέθηκαν να γκρεμιστούν, αλλά και η ταυτότητα του νησιού που έχει αρχίσει να χάνεται. 

Όλοι πια υποτιμούν τα πράγματα που έχουν να κάνουν με το παρελθόν. Όταν ζεις στη σημερινή εποχή, όμως, δεν μπορείς να το δεις ξεκάθαρα. Οι προσπάθειες εκμοντερνισμού πετούν από το παράθυρο την εθνική μας ταυτότητα, μας αποπροσανατολίζουν, ενώ δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να στέκονται στο δρόμο της ανάδειξης του πολιτισμού. Αυτό είναι βέβαια ένα παγκόσμιο φαινόμενο, αφού το βλέπουμε σε μεγάλο βαθμό και στην Ευρώπη. Σε μεγάλες κοινωνίες όμως, η διαδικασία της αλλοίωσης διαρκεί πολύ περισσότερο, ενώ σε ένα νησί, σε μικρές κοινωνίες όπως στην Κύπρο, είναι πολύ πιο έντονο, πιο άμεσο και δεν μπορείς να το παλέψεις μόνο ιδεολογικά, ρίχνοντας την  ευθύνη μόνο στον καπιταλισμό. Το θέατρο κάποτε λειτουργούσε ως κέντρο πολιτισμού, ένας τρόπος για να έρθει ο κόσμος κοντά και το μέσο για να ανακαλύψει την πολιτισμική του ταυτότητα. Αυτός πιστεύω πως είναι ο ρόλος που πρέπει να παίζει ένα εθνικό θέατρο, ακόμα και σήμερα. 
Μου έλεγε ένας ταξιτζής τις προάλλες πως άρχισαν να δίνουν υπηκοότητα σε ξένους για τα χρήματα, χωρίς να τους νοιάζει από πού προέρχονται. Δεν νομίζω όμως ότι αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα στην Κύπρο. Τα προβλήματα αυτά υπήρχαν πάντα στην ιστορία, αλλιώς δεν θα είχαν έρθει στο παρελθόν στο νησί τόσοι Άραβες, ούτε τόσοι Τούρκοι. Με την παγκοσμιοποίηση προέκυψαν πολλά ανάλογα ζητήματα. Μας έφερε οικονομικά οφέλη, αλλά μας οδήγησε στην πολιτισμική μας αποδόμηση. Δεν λέω πως δεν πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στις επιρροές από άλλες κουλτούρες, φτάνει όμως να μην καταλήγουμε στην αλλοίωσή μας. 

Για την «Κυρά της Θάλασσας» έχω την τύχη να συνεργάζομαι με εκπληκτικούς επαγγελματίες και νιώθω μεγάλη ευτυχία γι΄ αυτό. Με τον μουσικό Μιχάλη Χριστοδουλίδη, που πάντα τον θαύμαζα για τις δουλειές που έκανε μαζί με τον Νίκο Σιαφκάλη, τον Στέφανο Αθηαινίτη που ανέλαβε τα κουστούμια και είναι μια μοναδική προσωπικότητα και τον Λάκη Γενεθλή,  που έχει τόσες γνώσεις ώστε τα σκηνικά του να καταφέρνουν να πουν την ιστορία, χωρίς όμως να καθοδηγήσουν το κοινό για το τι να σκεφτεί. Όλοι μας μοιραζόμαστε την επιθυμία να δημιουργήσουμε και να κάνουμε ό,τι μπορούμε ώστε το αποτέλεσμα να είναι ιδανικό. 
Βρίσκω παράλογο το κυνήγι του ιδανικού καστ. Αν όχι παράλογο, υπερεκτιμημένο. Γιατί με όποιον κι αν συνεργάζεσαι, όποιος κι αν είναι ο ηθοποιός, πρέπει να καθοδηγήσεις αυτό τον άνθρωπο στο πώς θα διαβάσει και πώς θα ερμηνεύει ένα έργο σύμφωνα με το σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζεται. Όταν αρχίζεις να δουλεύεις με τον κόσμο, το υλικό ξεδιπλώνεται. Αυτή είναι και η πιο δύσκολη δουλειά. 

«Σ’ αγαπώ, μα πρέπει να σε αφήσω ελεύθερο». Αυτό συμβαίνει όταν κάποιος αγαπά τον άλλον. Τον αφήνει ελεύθερο. Το έργο «Κυρά της Θάλασσας» δεν μιλά για την πιθανότητα να εγκαταλείψει μια γυναίκα τον άντρα της, αλλά για την ελευθερία της να επιλέξει. Και ναι, πιστεύω ότι η αγάπη είναι περίπλοκη, πολύ περίπλοκη. Δεν νομίζω πως είναι απαραίτητη τόσο η ψυχολογική ανάλυση του έρωτα, αλλά οι πράξεις. Στην περίπτωση της Ελίντα και του Βέντερ που είναι ξεκάθαρο πως αγαπά ο ένας τον άλλον. Και αυτό κάνει τα πράγματα ακόμα πιο ενδιαφέροντα. Γιατί βλέπεις πως ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, που υπάρχει αγάπη, εξακολουθούν τα προβλήματα να υπάρχουν και τα πράγματα να είναι εξίσου περίπλοκα. Ο άλλος πρέπει να σου δίνει τη δυνατότητα της επιλογής, ακόμη κι αν βγει χαμένος από αυτή την αναμέτρηση. Γιατί αν δεν τη δώσει, δεν είναι πραγματικός νικητής, αφού ο άλλος δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά ελεύθερος. Και η σχέση δύο ανθρώπων πρέπει να είναι βασισμένη στην απόλυτη ελευθερία, που σημαίνει πολλά περισσότερα από το να βγαίνεις εσύ με τους φίλους σου την Παρασκευή κι εγώ το Σάββατο με τους δικούς μου…  

«Ανυπομονώ να δω την παράσταση! Γιατί μιλάει για την ελευθερία…», μου είπε μια νεαρή ηθοποιός που συνάντησα μόλις ήρθα πριν από μερικές βδομάδες στο νησί. Και τα λόγια αυτά ήταν μιας γυναίκας που αποτελεί την τρανή απόδειξη για το πόσα πράγματα άλλαξαν από τη δεκαετία του ΄70 στην κυπριακή κοινωνία. Όπως και μια άλλη νεαρή ηθοποιός, που την παρακολουθούσα να κάθεται στο πίσω μέρος της μοτοσικλέτας του συντρόφου της, μια εικόνα που δεν θα έβλεπα σε καμία περίπτωση τότε, που οι γυναίκες στο θέατρο ήταν ελάχιστες, σχεδόν δεν υπήρχαν, που έρχονταν οι γονείς να με συναντήσουν γιατί δεν ήθελαν τα παιδιά τους να ακολουθήσουν αυτό το δρόμο. 
Όταν είχα πάει το 1975 σε ένα χωριό ενός συναδέλφου μου στην Κύπρο, η μητέρα του δεν επιτρεπόταν να κάτσει μαζί μας για φαγητό. Έπρεπε πρώτα να μας σερβίρει και μόνο όταν τελειώναμε εμείς, μπορούσε να φάει. Οι συγγενείς στέκονταν και έβλεπαν εμένα, έναν άγνωστο άντρα, να  γευματίζει με τον πατέρα και  τον γιο του που ήρθε από τη Λευκωσία και η γυναίκα του σπιτιού να τους υπηρετεί. Η απόλυτη καταπίεση είχε διαδραματιστεί μπροστά στα μάτια μου! Όλοι μπορούσαμε να δούμε τότε την αντίφαση, αφού ξέραμε ότι αυτή η γυναίκα ήταν πολύ πιο έξυπνη αλλά και πιο μορφωμένη από τον άντρα της. Αυτή όμως ήταν η παράδοση…

Ο φεμινισμός δεν τελειώνει όταν οι γυναίκες αποκτήσουν ίσα δικαιώματα. Πολλές φορές ακούμε τον κόσμο να μιλά για τις γυναίκες σαν να είναι το παράρτημα ενός άντρα και αυτή την αλαζονεία τη βλέπω σε πολλούς νεαρούς ανθρώπους που ξέρω. «Πρέπει να αλλάξει πριν αποφασίσω να την παντρευτώ», άκουσα τις προάλλες έναν άντρα γύρω στα 30 να λέει στους φίλους του για τη σύντροφό του, όταν αυτοί τον συμβούλευαν να κάνει το επόμενο βήμα. Και την ίδια ώρα γυναίκες μορφωμένες, ανεξάρτητες, που έχουν τη δουλειά τους και δεν έχουν κανέναν ανάγκη, λένε πως ίσως να έπρεπε να άκουγαν τους γονείς τους και να παντρεύονταν κάποιον που δεν αγαπούσαν, μόνο και μόνο για να κάνουν παιδί. Αυτά δεν είναι κάποια μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ο τρόπος σκέψης πολλών ανθρώπων, νεαρών και μεγαλύτερων. Μυαλά που έχουν μείνει κολλημένα στο παρελθόν. 

Σήμερα οι γυναίκες εξακολουθούν να παλεύουν καθημερινά για την ελευθερία τους. Δεν συμβαίνει μόνο στην Κύπρο, αλλά και στη Γερμανία. Είμαστε σε μια διαδικασία αλλαγής και ο Ίψεν ζούσε σε μια ανάλογη περίοδο, αφού τότε οι γυναίκες  είχαν μόλις αποκτήσει το δικαίωμα να πάνε στο πανεπιστήμιο. Γι’ αυτό και είναι τόσο καλός. Γιατί το 1887 κατάφερε να θίξει ζητήματα που παραμένουν μέχρι και σήμερα επίκαιρα. Τα ίδια αυτά προβλήματα για τα οποία έγραφε τότε, εξακολουθούν να υπάρχουν, να επαναλαμβάνονται. Μόνο που σήμερα κρύβονται κάτω από την επιφάνεια… Αν ένα βιβλίο είναι καλό, έχει πολλές ιστορίες να πει, αν είναι κακό έχει μόνο μία. Το ίδιο συμβαίνει και στο θέατρο. Το καλό έργο είναι αυτό που συνεχίζει να είναι επίκαιρο σε κάθε πιθανό κοινό και όχι σε ένα συγκεκριμένο. Κανένας από τους σπουδαίους συγγραφείς όπως ο Σαίξπηρ, ο Μπρεχτ, ο Τσέχωφ ή ο Μολιέρος δεν είχαν ένα συγκεκριμένο κοινό στο μυαλό τους όταν έγραφαν τα έργα τους. Ήταν όμως έμπειροι παρατηρητές της κοινωνίας, που ήξεραν καλά τις διαδικασίες της εξέλιξης. Τo ίδιο και ο Ίψεν. 

INFO: Οι παραστάσεις για την «Κυρά της Θάλασσας» πραγματοποιούνται κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 20:30 και την Κυριακή στις 18:30 στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ, στην αίθουσα Εύης Γαβριηλίδης.