Κλείσαμε ραντεβού στο ξενοδοχείο του στη Λευκωσία ένα πρωινό του Οκτώβρη, την ημέρα που θα τον τιμούσε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης με το βραβείο του Ιδρύματος «Φώτος Φωτιάδης», για τη συμβολή του στην προβολή των μεγάλων ελλήνων δημιουργών. Μου λέει ότι έχουμε μιάμιση ώρα στη διάθεσή μας προτού συναντηθεί με τον Φώτο Φωτιάδη, τον άνθρωπο που τον προσκάλεσε στην Κύπρο γι’ αυτή τη μεγάλη τιμή. «Γίναμε φίλοι από τότε που προβλήθηκε η ταινία για τον Ελ Γκρέκο στην Κύπρο. Όμως νιώθω σαν να γνωριζόμασταν από πάντα. Η σχέση μας είναι πολύ ισχυρή», λέει. Θυμάται ότι στο γυμνάσιο κάνανε διαδηλώσεις υπέρ του κυπριακού αγώνα. «Οι Κρητικοί έχουν μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με την Κύπρο και μια ευαισθησία. Είμαστε συγγενείς για δυο πράγματα: Είμαστε ακρίτες και είμαστε νησιά. Κρητικοί και Κύπριοι έχουμε κρατήσει το ιδίωμά μας. Και έχουμε και πολλά κοινά στις διαλέκτους», θα μου πει.
Ζήσατε στο Ηράκλειο μέχρι τα 16 σας χρόνια. Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε; Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος, καλή ψυχή. Θυμάμαι όμως, όταν τέλειωσα το δημοτικό και δεν πέρασα στις εξετάσεις για το γυμνάσιο, τον ενόχλησε και την ημέρα που έμαθε ότι δεν πέρασα ήρθε νωρίς στο σπίτι από την δουλειά για να με επιπλήξει. Ήταν μεγάλη ντροπή αυτό.
Δεν σας άρεσε δηλαδή το σχολείο; Όχι. Ο Καζαντζάκης στην Αναφορά στον Γκρέκο γράφει για ένα παιδί το οποίο άκουγε που κελαηδούσαν τα πουλιά έξω από το σχολείο. Και ο μαθητής είπε στο δάσκαλο την ώρα του μαθήματος, «σώπα δάσκαλε να ακούσουμε τα πουλιά». Συνέχεια τα πουλιά άκουγα, φαίνεται…
Σας φαινόταν βαρετό; Ένιωθα ότι αυτά που λεγόντουσαν μέσα στην τάξη δεν είχαν σχέση με μένα. Εκείνη ακριβώς την περίοδο ο τρίτος μου αδελφός, μια μέρα που παλεύαμε, έπεσε κάτω και χτύπησε το κεφάλι του και μου λέει «θα το πω στον μπαμπά». Του είπα να μην του το πει. «Άκουσε να σου πω», του είπα, «να ξέρεις ότι εγώ μια μέρα θα γίνω μεγάλος άνθρωπος».
Γνωρίζατε δηλαδή από τότε ότι αυτό που θέλατε να κάνετε στη ζωή σας ήταν η σκηνοθεσία; Ναι, το ήξερα από τα οκτώ μου.

Και πώς συνειδητοποιήσατε ότι σας άρεσε η σκηνοθεσία; Ο πατέρας μου δεν ήταν κομουνιστής, αλλά ήταν άνθρωπος με κοινωνικές ευαισθησίες. Ήταν στην αριστερά χωρίς να είναι αριστερός, και όταν μπήκε στα κοινωνικά κινήματα τον συνέλαβαν. Έτσι αναγκαστήκαμε να ανέβουμε σε ένα χωριό στον Ψηλορίτη. Από τα τρία μου ως τα οκτώ ήμασταν εκεί. Όταν επιστρέψαμε στο Ηράκλειο, πρωτοείδα κινηματογράφο σε ένα υπαίθριο σινεμά, κρεμασμένος σε μια μάντρα. Εκείνη την ημέρα ένιωσα σαν να αναρρίγησε η ψυχή μου. Και είπα μέσα μου, «είμαι γεννημένος γι’ αυτό», χωρίς να ξέρω τι είναι αυτό.
Θυμάστε ποια ταινία είδατε; Ήταν μια ασπρόμαυρη ελληνική που έπαιζε η Σμαρούλα Γιούλη. Έψαξα να τη βρω αλλά δεν μπόρεσα. Αυτό που έβλεπα ήταν κινούμενες εικόνες, αλλά και το πανί κουνιόταν, γιατί ήταν αυτοσχέδιος κινηματογράφος. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως αυτό που έβλεπα είχε σχέση με τα άστρα και το σύμπαν. Και μ’ αυτό έχω και εγώ.
Έπειτα ποιες ταινίες βλέπατε; Ήμουνα κινηματογραφόφιλος και κατάπινα τις ταινίες. Περίμενα στην έξοδο των κινηματογράφων και έμπαινα κρυφά, γιατί δεν είχα χρήματα. Παρακολουθούσα ελληνικές ταινίες και ξένες. Αυτό όμως που μου έμεινε ήταν οι γλυκιές, πολύ ανθρώπινες κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου τις οποίες η εποχή δεν τις είχε εκτιμήσει.
Μετά το θάνατο του πατέρα σας, μετακομίσατε στην Αθήνα. Πώς επιβιώσατε; Στα 16 μου έγινα εσωτερικός μετανάστης. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, μετακομίσαμε στην Αθήνα. Δουλεύαμε και τα τέσσερα παιδιά σε ό,τι δουλειές φανταστείτε. Εγώ ήμουν πιο τυχερός, γιατί ο νονός μου είχε φαρμακείο στο Χαλάνδρι και δούλευα κοντά του. Αυτός μου έδωσε ώθηση να ασχοληθώ με τις τέχνες. Κάποια στιγμή, του είπα ότι δεν μπορώ στο φαρμακείο, πνίγομαι. Δούλευα την ημέρα και τη νύχτα πήγαινα νυχτερινό σχολείο. Του είπα ότι θέλω να γίνω σκηνοθέτης. Έφυγα, και με τα χρήματα που έπαιρνα από το ταμείο ανεργίας γράφτηκα στη σχολή Σταυράκου. Δούλευα και σε ένα περιοδικό για το σύγχρονο κινηματογράφο που το κυνηγούσε η χούντα. Ήμουνα στην αρχή διανομέας του στα περίπτερα, μετά έγινα εκδότης. Εκεί γνώρισα τους ανθρώπους που διαμόρφωναν τον ελληνικό κινηματογράφο. Ήταν ο Αγγελόπουλος, ο Ραφαηλίδης, ο Μπακογιαννόπουλος… Στο περιοδικό ήταν οι δάσκαλοι της Σχολής Σταυράκου, έτσι σταμάτησα τη σχολή.
Το περιοδικό δηλαδή έγινε μια σχολή για σας; Εκεί έμαθα κινηματογράφο. Τα νέα παιδιά που δουλεύαμε σ’ αυτό το περιοδικό γίναμε όλοι μετά σκηνοθέτες. Τότε κατάλαβα ποιες ήταν οι μόδες του κινηματογράφου. Δεν κάνουν καλό στους δημιουργούς ταινιών, πρέπει να βγαίνουν έξω από αυτές.
Ποιες ήταν οι μόδες; Τότε ήταν ο πολιτικός κινηματογράφος. Ήταν και η γαλλική νουβέλ βαγκ στη μόδα, όπου μπήκα κι εγώ. Όταν πήγα όμως στη Γαλλία, είδα τη σημασία που έχουν οι ελληνικές αξίες και άρχισα να διαβάζω τα μεγάλα κείμενα της φυλής μας. Ενώ ήμουν λάτρης του γαλλικού κινηματογράφου και της διανόησης, άλλαξα.
Ποιοι σκηνοθέτες επηρέασαν τη δουλειά σας; Με γοήτευε ο Όρσον Γουέλς. Αισθανόμουν ότι έχει ένα μεγάλο κομμάτι θείας γνώσης. Αργότερα μου άρεσε πολύ ο Φελίνι. Επίσης οι ελληνικές ταινίες του αθώου ελληνικού κινηματογράφου. Μου άρεσαν οι κωμωδίες, ο Σακελλάριος, ο Τζαβέλας, ο Τσιφόρος, ταινίες που οι νέοι σκηνοθέτες τις φτύνανε.
Ποια ήταν η πρώτη σας ταινία; Μια μικρού μήκους που λεγόταν «Ένα-δύο-τρία πράγματα», μια αστεία αντιγραφή και επιρροή από τον Ζαν Λικ Γκοντάρ. Μάλιστα ο τίτλος ήταν από μια ταινία του που λεγόταν «Δυο-τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν», και εγώ τον έκοψα.
Χρειάστηκε να κάνετε θυσίες για να υποστηρίξετε τις ταινίες σας; Το έργο που έχω κάνει δεν θα υπήρχε αν δεν ήταν η γυναίκα μου. Στη Σορβόνη πήρε το μεταπτυχιακό της στη φιλολογία. Η ζωή μου είναι συνδεδεμένη με μια γυναίκα η οποία ήταν ένας άγγελος για μένα. Είναι δίπλα μου σε όλη μου τη ζωή και με προστατεύει.
Γνωριστήκατε στη Γαλλία με τη σύντροφό σας; Όχι, όταν ήμουν στο φαρμακείο του νονού μου, ερχόταν εκεί με τη μητέρα της. Μια πανέμορφη γυναίκα στα 16 της. Της χάρισα κάτι αντίγραφα από τις μινωικές τοιχογραφίες, επειδή νόμιζα ότι με τον πολιτισμό της Κρήτης θα την κατακτούσα. Τα κοίταζε και με έκανα να νιώσω ότι ήταν από χρυσάφι. Με ρώτησε τι θα κάνω στη ζωή μου και της είπα ότι θέλω να γίνω σκηνοθέτης. Ήμουν και εγώ τότε 16. Μου είπε «σου πάει να γίνεις σκηνοθέτης». Αυτό το «σου πάει» με έκανε να αλλάξω τη ζωή μου.
Κινδυνεύσατε να πάτε φυλακή από χρέη που σας άφησε η ταινία «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι», για τον ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη; Ναι, είναι αλήθεια, είχα πολλά χρέη. Εγώ βέβαια σ’ όλη μου τη ζωή λιτά ζούσα. Ένα μεγάλο διάστημα ζούσαμε με τη σύνταξη της γυναίκας μου. «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» ήτανε μια ταινία που αδικήθηκε. Το κινηματογραφικό κατεστημένο της χώρας είναι μικρόψυχο και καταδιώκει ό,τι δεν είναι στη μόδα. Η μόδα σήμερα διεθνώς, αλλά κυρίως στον ελληνικό κινηματογράφο, είναι ταινίες με αρνητικό πρόσημο: Παραβατικότητα, βαρβαρότητα, μιζέρια. Εγώ κάνω ταινίες με θετικό πρόσημο και ό,τι μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο πιο κοντά στον ανώτερο εαυτό του.
Εσείς κάνετε κλασικό σινεμά. Σας αρέσουν οι ταινίες των σκηνοθετών του λεγόμενου νέου ρεύματος, όπως του Λάνθιμου; Ο Λάνθιμος ήταν μαθητής μου στη Σχολή Σταυράκου. Είναι εξαιρετικά ταλαντούχος. Κάνει ένα κινηματογράφο που είναι στη μόδα αυτή τη στιγμή. Δικαίως έχει αυτές τις διακρίσεις και πρέπει να είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτόν. Έχω την ελπίδα ότι όταν θα βγει απ’ τις μόδες, θα μπορεί να ενταχθεί στον ελληνικό πολιτισμό. Υπάρχουν ταλαντούχοι σκηνοθέτες που σκάβουν σε λάθος χωράφι και απευθύνονται σε περιορισμένο κοινό.
Έχετε κάνει ταινίες για τον Ελ Γκρέκο, τον Καζαντζάκη, τον Παπαδιαμάντη. Επιλέγετε να εστιάζετε στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού; Μ’ αυτές τις ταινίες θέλω να δίνω δύναμη στην ανθρώπινη ψυχή. Ο Καζαντζάκης μιλούσε για την αμόλευτη τέχνη. Η τέχνη δημιουργεί οροπέδια καταφυγής της ανθρώπινης ψυχής. Τα έργα αυτά ανεβαίνουν κάπου, δεν κρίνονται, δεν βαθμολογούνται. Είναι εκεί για τον καθένα μας. Εγώ όταν βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση τραγουδάω το «Χάρτινο το φεγγαράκι». Ένα έργο που είναι δίπλα στον Ντα Βίντσι, δίπλα στον Βαγγέλη Παπαθανασίου με τη Μυθωδία, δίπλα στις ταινίες του Ταρκόφσκι και του Κιούμπρικ.
Η τέχνη δηλαδή δίνει δύναμη στον άνθρωπο; Η τέχνη αυτή τη δουλειά κάνει, λειτουργεί ως το λιπαντικό της ψυχής. Αν δεν λειτουργεί ως λιπαντικό δεν είναι τέχνη. Άρα, δεν σε βοηθάει να ανέβεις στα οροπέδια επάνω.
Έχουν χαρακτηρίσει ελληνοπρεπείς τις ταινίες σας, με μια αρνητική έννοια. Αντιθέτως, για μένα είναι εξαιρετικά τιμητικό αυτό που λένε. Θα περάσουν οι μόδες που οι Έλληνες απαξιώνουν τον εαυτό τους και τον πολιτισμό τους. Εγώ δουλεύω σκεπτόμενος μόνο ένα πράγμα: Πώς να είμαι χρήσιμος στους συνανθρώπους μου με τα έργα που κάνω, είτε είναι Έλληνες είτε όχι. Τα έργα τέχνης δεν υπάρχουν για να αναπαράγουν τα γεγονότα της ζωής αλλά για να διαμορφώνουν συνθήκες ποιότητας για τις ψυχές.
Είχατε πάντα αυτή τη θετική στάση ζωής; Όχι, άλλαξα μεγαλώνοντας. Στην ουσία, από τότε που έκανα την ταινία για τον Παπαδιαμάντη. Αυτό το φιλμ που έκανα για την τηλεόραση, το οποίο ίσως είναι η καλύτερή μου ταινία, ήρθε στον ύπνο μου ολόκληρη. Το είπα στην γυναίκα μου και μου λέει γράψε το σενάριο αμέσως. Το είπα και στον Αγγελόπουλο και του εξήγησα ότι θα το κάνω για την τηλεόραση και όχι στο σινεμά. Μου είπε «να το κάνεις».
Ο Αγγελόπουλος ήταν δάσκαλός σας; Στο σινεμά ναι, ως άνθρωπος όχι. Ξέρετε, το εγώ είναι ψυχοφθόρο. Οι καλλιτέχνες για να είναι μεγάλοι και το έργο τους λαμπερό, πρέπει να είναι ταπεινοί.
Εσείς έχετε πολεμήσει το εγώ σας; Νομίζω ότι όταν το καθυπόταξα, άρχισαν να έρχονται τα θέματα των ταινιών μου. Όταν κατάλαβα ότι η οντότητα πρέπει να ενταχθεί σε μια ανώτερη αρμονία. Μια οντότητα μέσα στο σύμπαν τι είναι; Μια κουκκίδα. Όταν φωνάζει «εγώ», το σύμπαν γελάει. Αν όμως ενταχθείς στον πολιτισμό από τον οποίο προέρχεσαι, και μικρή να είναι η κουκκίδα, έχει σημασία να υπάρχει. Άρα, δεν μπορείς να φωνάζεις «εγώ» αλλά «εμείς».
Σήμερα η Ελλάδα παράγει σημαντικές προσωπικότητες; Μια τέτοια προσωπικότητα που ο αθηναϊσμός κατάφερε να εξορίσει, είναι ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Η ΝΑΣΑ στις έρευνές της έχει συλλέξει ήχους από το σύμπαν που είναι σαν τις μουσικές του Βαγγέλη. Είναι μεγάλο το μέγεθός του και πέφτει βαρύς σε αυτούς που φτιάχνουν τις μόδες.
Πώς οδηγήθηκε η Ελλάδα στη σημερινή κατάσταση; Το ΠΑΣΟΚ έφερε ένα νέο ήθος στη συνείδηση των Ελλήνων: Το ότι όλα επιτρέπονται για την ευδαιμονία. Ακόμη και να κλέβεις το δημόσιο, να παίρνεις μίζες, να κάνεις παρανομίες. Αυτό το έφερε δυστυχώς ο Ανδρέας Παπανδρέου. Αυτό είναι που ζούμε σήμερα. Χάθηκε το μέτρο και άρχισε ένας περίεργος ανταγωνισμός στο ποιος θα φαίνεται πιο πάνω απ’ τους άλλους μέσα από χρήματα, αυτοκίνητα, βίλες. Γι’ αυτά κλέβανε ή καταχρεωνόντουσαν στις τράπεζες.
Δεν φταίνε τα διεθνή κέντρα όπως ισχυρίζονται κάποιοι; Μ’ αυτά που κάναμε και υπερχρεωθήκαμε, βγάλαμε τα πόδια μας έξω από το σεντόνι. Τους δώσαμε το δικαίωμα. Οι ξένοι κοράκια είναι. Εκμεταλλεύονται ό,τι μπορούν. Η Ελλάδα όπως και η Κύπρος είναι εξαιρετικά οικόπεδα. Θα πρέπει να βρούμε το μέτρο. Απ’ το «εγώ» να πάμε στο «εμείς». Αν συμβεί αυτό θα φύγουμε γρήγορα από την κρίση.
Πιστεύετε ότι έχουνε λόγο και οι πολίτες; Οι ηγεσίες είναι ο καθρέφτης του λαού. Είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Μεγάλους ηγέτες δεν έχουμε, καλούς διαχειριστές θα μπορούσε να είχαμε. Ήταν ένας, ο Καποδίστριας, Κύπριος από τη μάνα του, και τον σκότωσαν. Ως κυβερνήτης προσπάθησε για να κάνει μια Ελλάδα άξια των πεπρωμένων της. Δυστυχώς, ελληνικά χέρια με ξένο δάχτυλο, τους Άγγλους και τους Γάλλους, έφεραν τη χώρα εκεί που τη φέρανε. Το αποτέλεσμα αυτής της καταστροφής ζούμε τώρα και εμείς και εσείς.
Ο Καποδίστριας είναι η επόμενη ταινία σας; Έχω έτοιμο το σενάριο.
Τι σας παρακίνησε να κάνετε μια ταινία για τον Καζαντζάκη; Γεννήθηκα στο Ηράκλειο της Κρήτης και κατά μια παράξενη συγκυρία, το σπίτι που γεννήθηκα, το σπίτι του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και το σπίτι του Καζαντζάκη στην παλιά πόλη, δημιουργούν ένα ισοσκελές τρίγωνο. Φαίνεται ότι ήταν η μοίρα μου να κάνω ταινίες για τον Ελ Γκρέκο και τον Καζαντζάκη. Ήμουν 16 χρονών όταν έφυγα από το Ηράκλειο και είχα διαβάσει όλα του τα βιβλία. Οι νέοι της εποχής μιλούσαμε όλοι μας με τσιτάτα του Καζαντζάκη.
Ήσασταν παρών και στην κηδεία του; Ήμουν 11 χρονών και θυμάμαι την πομπή με το φέρετρό του που περνούσε έξω από το μαγαζί του πατέρα μου και χειροκροτούσαμε. Αισθανόμουν ότι έφευγε ένας γίγαντας.
Ανατρέπετε κάποιους μύθους για τον Καζαντζάκη στην ταινία σας. Όλους τους μύθους τους ανατρέπουμε. Τη σχέση που είχε με τον Χριστό, με τον έρωτα. Έχουν πει χιλιάδες ψεύδη.
Δηλαδή δεν ήταν άθεος; Ήτανε ακριβώς το αντίθετο. Και αυτό δεν είναι μια προσέγγιση δική μου. Τον Καζαντζάκη τον έμαθαν πολλοί άνθρωποι με τον τρόπο που τον έβλεπαν ορισμένοι που δεν τον συμπαθούσαν. Τα πράγματα έχουν πολλές όψεις. Τον λέγανε άθεο και αντίχριστο. Όμως, από τότε που έφυγε από το Ηράκλειο, κουβαλούσε παντού μαζί του ένα σταυρό 1,80 ύψος.
Πόσο κράτησε η έρευνά σας για την ταινία; Μελετάω 50 χρόνια τον Καζαντζάκη. Το σενάριο βασίζεται στην αυτοβιογραφία του, στην Αναφορά στον Γκρέκο. Τα δικαιώματα μού τα έδωσε η Νίκη Σταύρου, κόρη του Πάτροκλου Σταύρου, χωρίς χρήματα. Όταν διάβασε το σενάριο, μου είπε «αυτό είναι Καζαντζάκης».
Βγάζετε και άγνωστα στοιχεία γι’ αυτόν; Ναι. Αυτό που θα δει κανείς είναι με την έγκριση του Καζαντζάκη από εκεί πάνω. Κάποιο αόρατο χέρι έλυνε προβλήματα. Στο χωριό της γυναίκας μου, τις Λιβανάτες, ένα καλοκαίρι πριν δυο χρόνια, έγραψα το σενάριο σε 21 μέρες. Το σενάριο για τον Ελ Γκρέκο γράφτηκε 37 φορές σε 9 χρόνια και το «Ο Θεός αγαπάει το Χαβιάρι» 33 φορές σε 4 χρόνια. Ο Καζαντζάκης βγήκε μια και έξω. Εκεί ένιωσα ότι κάτι συμβαίνει που με ξεπερνάει. Αυτή η ταινία κανονικά δεν έπρεπε να έχει το όνομά μου.
Γιατί; Γιατί αυτά που έχει η ταινία είναι πάνω από μένα. Κάποιος την έκανε, δεν είμαι εγώ. Αν μπορούσε να βγει χωρίς όνομα σκηνοθέτη, θα την έβγαζα χωρίς όνομα. Ο Καζαντζάκης μπορεί να είναι το χέρι που βοηθούσε.
Πιστεύετε δηλαδή ότι έχετε μια μεταφυσική επικοινωνία με τον Καζαντζάκη; Μα και τώρα που μιλάμε μας κοιτάζει. Και μεις όταν φύγουμε, αν είμαστε καλοί άνθρωποι θα λειτουργούμε προστατευτικά για τις οντότητες που βασανίζονται στη γη.
Με όσα υποστηρίζετε να υποθέσω ότι δεν σας φοβίζει ο θάνατος; Καθόλου. Θάνατος δεν υπάρχει. Υπάρχει θάνατος αυτού του κύκλου. Η ψυχή είναι αιώνια. Τα μεγάλα πρόσωπα ήρθαν για να επιτελέσουν ένα έργο. Και όταν αυτό επιτελεστεί σωστά, χωρίς φλερταρίσματα με το κακό, η ψυχή φεύγει απαλλαγμένη από βάρη. Θα σας πω ένα μικρό περιστατικό: Ο αδελφός της πρώτης του γυναίκας, της Γαλάτειας, ο Λευτέρης ο Αλεξίου, είχε γράψει ένα βιβλίο πολύ αρνητικό για τον Καζαντζάκη. Του το έστειλε και τον έβριζε, έλεγε ότι ήταν ο χειρότερος συγγραφέας της Ευρώπης. Ο Καζαντζάκης του απάντησε με θετικά λόγια, χωρίς θυμό. Και η Ελένη του λέει, «Νίκο τι είναι αυτά που του γράφεις, αυτός σε βρίζει». Και της απαντά: «Αυτός κάνει ό,τι νομίζει, εμείς πρέπει να προσπαθήσουμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.» Αυτό είναι το μεγάλο κλειδί: Εάν απαντήσεις στο κακό με κακό, τότε μπαίνεις μέσα στο κακό. Εάν μείνεις στο καλό, το κακό θα γυρίσει σε αυτόν που το έχει πράξει. Γι’ αυτό ο Καζαντζάκης έφυγε ελεύθερος.
Σας έχει σημαδέψει αυτή η στάση ζωής του; Είχα μια σταθερή επικοινωνία με αυτή την οντότητα 50 χρόνια. Καταπιάνεται με τις μεγάλες ουσίες της ζωής ο Καζαντζάκης και είναι οδηγός. Η ζωή είναι ανήφορος και πρέπει να τον ανέβεις με αξιοπρέπεια και ανδρεία. Η ψυχή του είναι αναβαθμισμένη γιατί έπραξε το καλό. Εγώ ήμουνα τυχερός που συναλλάχτηκα με το κακό όταν ήμουνα νέος. Άρα το ξέρω. Και ακόμα αγωνίζομαι για να είμαι με το καλό.
INFO: Η ταινία «Νίκος Καζαντζάκης» προβάλλεται από την περασμένη Πέμπτη στις αίθουσες των KCineplex σε όλες τις πόλεις και ΡΙΟ στη Λεμεσό.