Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής λογοτεχνίας σήμερα, ζει στη Θεσσαλονίκη και έχει κατανοήσει απολύτως ποιο είναι το πραγματικό νόμημα της ύπαρξης.
Πολυπράγμων και πολύπλευρος: Έχει γράψει βιβλία, έχει τραγουδήσει, έχει βραβευτεί, έχει διδάξει, έχει ζήσει στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη ανά διαστήματα, έχει βιώσει όλες τις εκφάνσεις της ζωής σε ό,τι οι σπουδαίοι φίλοι του -πνευματικοί άνθρωποι κι εκείνοι, αλλά, κυρίως, άνθρωποι της καρδιάς του- του μετάγγισαν ή του πρόσφεραν χωρίς φειδώ, καθρέφτισμα στην μεγαλοψυχία του. Ο Θωμάς Κοροβίνης είναι κυρίως αυτό: Ένας γενναιόδωρος άνθρωπος, εξαιρετικά ταλαντούχος, μάλλον χορτασμένος, αλλά -ευτυχώς!- ανυπόμονος στο καινούργιο που τον περιμένει στη γωνία να του δοθεί -αυτό, άλλωστε, κινεί τη δημιουργικότητά του- ένας από τους ελάχιστους πνευματικούς ανθρώπους της Θεσσαλονίκης (λέξη που αποστρέφεται, αλλά του ταιριάζει με τη βαθύτερή της έννοια), συνεχώς σταθερός σε όσα πίστευε και πιστεύει για τους ανθρώπους τους οποίους αγαπά βαθιά – γι’ αυτό και τον «βασανίζουν» όχι επιδερμικά.
Χάρηκα που θα τον συναντούσα στην πόλη του, εκείνη τη βροχερή δεύτερη Παρασκευή του Νοέμβριου, του «Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης». Για την «όμορφη νύχτα» του, για το «τι πάθος ατελείωτο» του, για τον «κατάδεσμό» του, για το βραβευμένο με Κρατικό Βραβείο «’55» του, για το μικρό εκείνο βιβλιαράκι του που βρήκα πρόσφατα σε ένα παλαιοπωλείο στο Μοναστηράκι, το «Κανάλ ντ’ Αμούρ». Μου μίλησε για το νέο του βιβλίο, τον «θρύλο του Ασλάν Καπλάν» που ετοιμάζει -ένα ερωτικό λαϊκό μυθιστόρημα- για τις έγνοιες και τις αγάπες του, για τα παθήματα και τα λάθη του που εντέλει κατέληξαν ολόσωστα. Βάλαμε τα ουίσκι μπροστά μας. Κάπνιζε. Κι έδειχνε ευχαριστημένος με τον ομιχλώδη Θερμαϊκό να κοιτιέται μέσα στα μάτια του, απέναντί μας, αλλά και στο φως του μυαλού του.
Το πάθος παραμένει ατελείωτο; Στην περίπτωσή μου, ναι. Έτσι εγεννήθην. Είναι γραμμένο στην ούγια.
Σας κινεί το πάθος; Πιο ισορροπημένα απ’ το παρελθόν. Αλλά επειδή, παραδόξως, διατηρώ μία νεανικότητα και μία ιδεώδη -για τον καθένα, τολμώ να πω- θερμοκρασία και φλόγα, φαίνεται ότι το πάθος αυτό είναι μία κινητήριος δύναμη η οποία με πηγαίνει και δεν μ’ αφήνει να ναρκωθώ ποτέ.
Έρωτας και πάθος είναι ταυτισμένα; Το πάθος είναι μία δύναμη εσωτερική η οποία εκπέμπεται από την ιδιοσυγκρασία. Γιατί το πάθος δεν πηγάζει από τη συνήθεια, ούτε υποβάλλεται, ούτε επιβάλλεται, ούτε ετεροκαθορίζεται, ούτε διδάσκεται. Αυτό βγαίνει σαν μία γενεσιουργός δύναμη που υπάρχει στα εσώτερα του ανθρώπου. Ή είσαι έτσι ή δεν είσαι. Μπορεί οι άλλοι της γενιάς σου να μην είναι.
Αν είσαι; Τότε είσαι πάρα πολύ τυχερός.
Γιατί; Διότι ζεις! Ζεις στα βαρβάτα, στα γεμάτα. Σε πολλές δραστηριότητες –και της εσωτερικής ζωής.
Τι σας λείπει από τον 20χρονο Κοροβίνη; Δεν μου λείπει ο 20χρονος Κοροβίνης. Μου λείπουν οι 20χρονοι του σήμερα και θα ήθελα να είμαι σε ηλικία όπως είναι αυτοί. Τίποτ’ άλλο δεν ζηλεύω, τα μαλλιά μερικών ίσως που είναι πολύ ωραία. Όπως λέει κι ο Εμπειρίκος «νεότης, νεότης, τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου!». Και ζηλεύω, με την καλή έννοια, τα πολύ έξυπνα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, που βλέπω να βγαίνουν τώρα και να ξεφυτρώνουν σαν κλωσσομηχανή –διάνοιες είναι μερικά και ταλαντούχα. Αυτό με κάνει να τα καμαρώνω. Ζηλεύω τη νιότη και επιδιώκω τη διηνεκή νεότητα. Και του πνεύματος και της σαρκός.
Δύσκολο… Αφύσικο. Αλλά τα δέντρα πεθαίνουν όρθια, που λένε.
Δεν φαίνεστε πάντως άνθρωπος που να φοβάται το θάνατο… Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Γιατί, όπως έλεγε και ο δάσκαλός μου, ο Γ. Π. Σαββίδης, για τον Καβάφη, πως «όλη του η ζωή ήταν μία μελέτη θανάτου» -και μπορεί κανείς να το εννοήσει αυτό διαβάζοντας την ποίησή του- υπάρχουν άνθρωποι που είναι περισσότερο εξοικειωμένοι ή προετοιμασμένοι με την ιδέα ότι θα αναχωρήσουν –και μάλιστα, μπορεί, αυτοστιγμεί. Αυτό δεν το επιλέγεις. Ελάχιστα πράγματα επιλέγουμε εξάλλου, σε σχέση με τη μοίρα μας.
Υπάρχει μετά θάνατον ζωή; Δεν ξέρω αν υπάρχει. Δεν ξέρω αν υπάρχει θεός. Δεν πιστεύω τίποτα. Δεν ξέρω τίποτα. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι πρέπει κανείς να ζει! Μια κυρία προχθές μου είπε στο δρόμο: «Κύριε Θωμά, θέλω να σας πω κάτι». «Παρακαλώ, πείτε μου», της λέω. «Ξέρετε, εγώ στάθηκα σε μεγάλη απόσταση απ’ τον έρωτα», μου λέει. Και της απαντώ: «Εγώ, κυρία μου, αντίθετα, του έδωσα να καταλάβει! Και πιστεύω ότι δεν είμαι χαμένος. Αν εσείς είστε κερδισμένη, αυτό δεν το ξέρω. Αν, όμως, περιμένετε να μετεμψυχωθείτε και να τον ξαναζήσετε, είστε λάθος».
Έρωτας χωρίς ανταπόκριση είναι έρωτας; Είναι ο ύψιστος έρωτας! Εγώ έτσι, κυρίως, ερωτεύτηκα. Άλλωστε, στην τέχνη, το απωθημένο και η ματαίωση είναι δημιουργία. Εξάλλου, ας είμαστε ειλικρινείς: Στον έρωτα δεν υπάρχει πληρότητα. Για ένα διάστημα μπορεί να υπάρχει ένας ωραίος συνδυασμός, ένας εξαιρετικός αισθησιασμός, μία συναισθηματική κάλυψη. Αλλά ως εκεί. Γιατί οι άνθρωποι είναι ρευστά όντα. Δεν είναι σταθερά. Σήμερα λες «σ’ αγαπώ», νιώθεις κάτι, αλλά μετά αυτό αναιρείται απ’ τα πράγματα, δεν ταιριάζεις, προκύπτουν άλλα. Είμαστε περίπλοκα όντα οι άνθρωποι. Κι ο άνθρωπος, χωρίς να είναι αθάνατος, είναι θεός όσο ζει. Έχει και μία θεϊκή διάσταση, μία υπερδύναμη καταπληκτική, ένα θεϊκό κόσμο κι έναν παράδεισο μέσα του.
Πού βρίσκεται η δική σας θεότητα; Όταν γράφετε κι όταν τραγουδάτε; Σ’ αυτά, αλλά και σε σκέψεις αγάπης που συμβαίνουν μέσα μου. Βρίσκω παραδείσια πράγματα, άσχετα αν δεν λάβεις. Αλλά κι αν δεν λάβεις έχεις δώσει, άρα έχεις λάβει.
Λίγο χριστιανικό ακούγεται αυτό… Ίσως. Στον έρωτα είναι αλλιώς, βέβαια. Γιατί αν δεν συμβεί να λάβεις, βρίσκεσαι σε απόλυτη απόγνωση: Το δικό σου είδωλο ή είναι απρόσιτο ή μπορεί να σου κάνει τρομερά νούμερα, δηλαδή να βρεθείς μαζί του και να μην σ’ αφήσει ούτε να τ’ αγγίξεις και μέσα απ’ αυτό να ζεις -ένα μαρτύριο!- και παράλληλα να σταυρωθείς αλλά και να λυτρωθείς μετά απ’ αυτό. Το ιδεώδες θα ήταν να συναντηθούν αυτοί οι δύο. Αλλά, τι; Καθρεφτίζουμε τις επιθυμίες μας επάνω στον άλλον και περιμένουμε την πλήρη ανταπόκριση; Μάλλον είμαι πολύ περίεργο ον. Αλλά αν δεν ήμουν, δεν θα έκανα αυτά που κάνω.
Από όλα αυτά εμπνευστήκατε τα βιβλία σας; Εμπνεύστηκα από τη ματαίωση, από το ρίξιμο, από την απογοήτευση και από την μη ανταπόκριση.
Είστε τόσο ευαίσθητος; Λιγότερο πια. Παλιά δεν μπορούσα να τα κανονίσω, δεν μπορούσα να τα βάλω στη σειρά. Ήταν δύσκολο. Μην ξεχνάς ότι μεγάλωσα στην επαρχία κι έπρεπε να κάνω αγώνα για να γλιτώσω απ’ αυτήν. Μ’ ό,τι κουβαλά. Ήμουν επίσης πολύ ανήσυχος και καθόλου συμβατικός. Αλλά παράλληλα ήμουν και λογικός. Και την κοπάνησα! Υπάρχουν, ξέρετε, άνθρωποι οι οποίοι ανήκουν στη συντήρηση των πραγμάτων, είτε φύγουν από την επαρχία είτε όχι, είτε ζουν στη μεγαλούπολη είτε όχι –καθηλωμένοι σε ορισμένα ταμπού, ηθικολόγοι κι ας τους βλέπεις να κινούνται στο χώρο του πολιτισμού. Εγώ, όμως, δεν ήμουν έτσι.
Υποφέρατε νεότερος; Πάρα πολύ. Πέρασα δύσκολα. Υπέφερα, αλλά έκανα κι έναν αγώνα. Δεν ταίριαζα. Όταν ήμουν μικρός μου άρεσαν οι πολύ μεγάλοι άνθρωποι για να μαθαίνω, είχα έφεση στους γεροντότερους, στους ωριμότερους. Μετά μπερμπάντευα ερωτικά από 12 χρόνων – αυτά δεν είδα να τα κάνουν οι άλλοι. Ήθελαν να κάνουν οικογένειες… Τώρα πιο πολύ ταιριάζω με τους νέους. Είμαι 64 ετών, αλλά δεν μπορώ τη νοοτροπία των ανθρώπων της ηλικίας μου. Αφού ήταν 20 χρόνων σαν γέροι, θα είναι καλύτεροι στα 60 τους;
Μάλλον η εξωστρέφειά σας είναι που ταιριάζει τόσο πολύ με τους νέους… Μπα, δεν είναι τόσο εξωστρεφείς αυτοί, εγώ τους τρώω λάχανο (γελάει)! Γι’ αυτό και ταίριαξα τόσο πολύ με τη Νένα Μεντή, την ηθοποιό κι έχουμε μεταξύ μας μία ερωτική φιλία: Είναι ισορροπημένη, εκλογικευτική στα πράγματα και πολύ δοτική. Με την Καρυστιάνη επίσης ταιριάζω πολύ, γιατί είναι σαν μυδραλιοβόλο. Δεν την βαριέμαι. Μπορώ να κάνω ώρες μαζί της παρέα. Πολύ φίλη μου είναι και η Μάρω Δούκα, σαν μεγάλη αδελφή μου είναι, τη σέβομαι, την εκτιμώ αφάνταστα, τη λατρεύω. Και η Ζυράννα βέβαια, με την οποία είμαστε κολλητοί. Αλλά αυτές είναι η εξαίρεση. Αυτοί είναι άνθρωποι με πληρότητα προσωπικότητας. Και αυτό είναι που μ’ αρέσει στον άνθρωπο: Το να είναι καλός άνθρωπος.
Πώς αναγνωρίζετε τον καλό άνθρωπο; Α, φαίνονται αυτά, δεν θέλει και πολύ. Με δυο τρεις συμπεριφορές, με δυο τρεις κινήσεις. Ο κόσμος όμως, ξέρετε, δεν είναι τόσο κακός όσο νομίζουμε, έχουμε πολλούς καλούς ανθρώπους. Απλώς, άλλος θέλει το κουμπί του -κι όποιος αντέχει σκαλίζει- άλλος θέλει την ώρα του να μιλήσει, άλλος θέλει τον τρόπο του. Δυστυχώς, δεν ρωτάμε τον άλλον «τι κάνεις;» και να το εννοούμε. Απλώς τον πλησιάζουμε για να ξεφορτώσουμε το δικό μας. Τον κουράζουμε.
Οι γυναίκες σας καθόρισαν πιο πολύ στη ζωή σας απ’ ό,τι οι άντρες; Ερωτικά με καθόρισαν πιο πολύ οι άντρες. Ως μύθος, αλλά και ως πραγματικότητα. Αλλά, κυρίως, ως μύθος. Γιατί τα μοντέλα που σχηματίστηκαν σε μένα -η ομορφιά, η ρώμη, η αξιοπρέπεια και το φιλότιμο- δεν βρίσκονταν όλα μαζί στις γυναίκες. «Άντρας χωρίς αξιοπρέπεια, δεν νοείται άντρας», έλεγε η φίλη μου, η Πόλυ Πάνου. Βεβαίως, όλο αυτό, ήταν ένα λανθασμένο μοντέλο, δεν είναι έτσι όπως τα ‘χεις πάντα στο μυαλό σου. Αποδείχθηκαν πολλοί ρεμπεσκέδες, «λίγοι», αδιάφοροι, δειλοί, χίλια δυο.
Ωραίος άντρας είναι ο αξιοπρεπής; Αν ο άντρας δεν έχει αξιοπρέπεια, φιλότιμο και ήθος, τι άντρας είναι; Επειδή είν’ όμορφος; Και τι έγινε; Η ομορφιά είναι τρέχουσα. Απ’ την άλλη κι όταν μια γυναίκα έχει δυνατή προσωπικότητα με ελκύει πάρα πολύ –λίγες είν’ αυτές, δυστυχώς. Σαν αυτές που σας προανέφερα.
«Ο εαυτός μας μόνο στον έρωτα πραγματοποιείται», λέει ο Δημήτρης Καπετανάκης στο δοκίμιό του «Μυθολογία του Ωραίου» που αναφέρετε στο βιβλίο σας «τι πάθος ατελείωτο». Συμφωνείτε; Είναι κι άλλα. Ίσως, εσωτερικά, ο άνθρωπος να πληρούται -όπως και να διαχειριστεί τον έρωτα- με τον έρωτα. Επειδή είναι το πιο δυνατό κεφάλαιο της ύπαρξης. Είναι η κινητήριος δύναμη. Μην κοιτάς τώρα που τον έχουμε κάνει σόου. Ο έρωτας δεν είναι σόου.
Είναι βάσανο; Και χαρά είναι. Και σεξ. Αλλά δεν υπάρχει πληρότητα και δεν μπορείς με ένα μόνο άνθρωπο να τα κάνεις όλα. Δεν γεννηθήκαμε για έναν. Όπως και κανένας δεν γεννήθηκε για εμάς μόνο. Θυμάμαι που ρωτούσα κάποτε τη φίλη μου, τη Δέσπω Διαμαντίδου, «πείτε μας, τι αξίζει;», και μου ‘λεγε «λένε κάποιοι πως η ζωή τους είναι μόνο το θέατρο. Σκατά! Η ζωή σου είναι και τα ταξίδια σου, είναι και η πνευματική σου ζωή, είναι και το παιδί σου, είναι και οι έρωτές σου, είναι όλα…». Όταν κάποιος δίνει τον εαυτό του πολυπρισματικά, είναι πλήρης. Αλλά κανείς δεν το ξέρει αυτό, γιατί κανείς δεν μας έχει μάθει να κάνουμε δουλειά με τον εαυτό μας. Από παιδιά που γεννιόμαστε, η μάνα μας, ο πατέρας μας, οι παππούδες μας, οι δάσκαλοί μας, οι φίλοι μας, οι γείτονές μας, οι θείοι μας, μας λένε άλλ’ αντ’ άλλων: Μην φοράς αυτό, κόψε τα μαλλιά σου, έλα νωρίς –όλες αυτές τις αηδίες. Και κανένας δεν μας είπε ούτε πώς θα χειριστούμε τα λεφτά μας -αλλά δεν πειράζει, χαλάλι- ούτε πώς θα περπατήσουμε στη ζωή, ούτε πώς θα διαχειριστούμε τον εαυτό μας. Κάνουμε κάποιες βλακείες και κανείς δεν τις παρατηρεί. Όλοι κάνουν επεμβάσεις επί της προσωπικότητας. Άθλιες παρατηρήσεις. Σαν τον Προκρούστη που έρχεται να σε κουτσουρέψει. Αυτές ήταν οι συμβουλές που πήραμε. Φρικτές! Κι όλες προέρχονταν είτε από κρατικές επιταγές, είτε από θρησκοληψία, είτε από τη μαλακία που δέρνει τον καθένα. Με τις καλύτερες των προθέσεων γινόταν η ζημιά, δεν λέω… Κι έτσι φτάνεις σε μια ηλικία και γερνάς, σαν εμένα, για να έχεις κάπως ωριμάσει κι έχοντας κάνει τρομερό αγώνα μέσα σου, για να δεις ποιος είσαι, τι σου ταιριάζει, πώς θα αντιμετωπίσεις την κοινωνία, πώς θα διαχειριστείς τη μοναξιά σου.
Τη μοναξιά σου, γιατί; Γιατί ο άνθρωπος είναι πάντα μόνος, αγαπητέ μου. Ακόμη κι αν έχει κάνει 100 παιδιά.
Δεν υποφέρατε απ’ τη μοναξιά σας; Δεν υπάρχει κανείς που να μην υποφέρει απ’ τη μοναξιά του. Δεν «τρώγεται» όλο αυτό. Όμως πρέπει να μάθεις να ζεις μ’ αυτήν και να κάνεις πράγματα. Να την απολαμβάνεις! Ή αν δεν την απολαμβάνεις, να τη διατηρείς προς όφελός σου. Εγώ είμαι και δημιουργός βέβαια και δεν προλαβαίνω να μονάσω. Πρέπει να δουλέψω. Είμαι ταγμένος. Κι ενώ είμαι της ζωής άνθρωπος, είμαι σαν καλόγρια. Ή είμαι ανάπηρος χωρίς αυτό ή είμαι ανάπηρος επειδή είμαι αυτό. Όπως θες πάρτο.
Ποιες πόλεις καθόρισαν πιο πολύ τη ζωή σας; Τα στάδια είναι τρία. Η Μηχανιώνα, εκεί όπου γεννήθηκα, μέχρι τα 17 μου. Εκεί γίνονται τα πρώτα, τα καθοριστικά. Μετά είναι η Θεσσαλονίκη που την κέρδισα, την κατέκτησα, και είναι η πόλη μου, και μετά είναι η Κωνσταντινούπολη. Η οποία μου έδωσε θησαυρούς! Αλλά, κυρίως, στην εξέλιξη της προσωπικότητας, η Πόλη μου έδωσε κάτι που δεν θα μου έδινε ούτε η Αθήνα: Το κοσμοπολίτικο στοιχείο, που οφείλεται στο μέγεθος και στην ιστορία της. Και επειδή είναι τα μάτια μου ανοιχτά και δεν είμαι κομπλεξικός, το κέρδισα αυτό το παιχνίδι. Μην ξεχνάμε επίσης ότι ο Θεσσαλονικιός δημιουργός βιώνει τα πράγματα λίγο συμπλεγματικά και μειοδοτικά σε σχέση με την Αθήνα, γιατί η πόλη είναι μία, είναι η Αθήνα και δεν υπάρχει άλλη στην Ελλάδα. Η Θεσσαλονίκη βγάζει δημιουργούς, είναι ταλεντομάνα, είναι ωραία πόλη και χίλια δυο άλλα καλά, θα πουν οι αθηναίοι, αλλά όλα γίνονται στην Αθήνα. Κι εμείς όλοι που έχουμε κάνει κάποιες δουλειές και κρατάμε την πόλη, καμιά εικοσαριά-τριανταριά άνθρωποι, είμαστε γνωστοί απ’ την Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να αναδείξει κάτι. Δεν έχει τη δυνατότητα. Πολλώ δε μάλλον η Κοζάνη ή τα Καλάβρυτα. Δεν φταίνε οι άνθρωποι των Αθηνών. Είναι έτσι το πράγμα.
Γίνεται μεγαλύτερη η παρατηρητικότητά σας μεγαλώνοντας και περπατώντας στο δρόμο; Η παρατηρητικότητά μου είναι οξυμένη από συνήθεια. Γίνεται φυσικά. Καθόμαστε εδώ και μιλάμε κι εγώ στο μεταξύ έχω δει όλα τα τραπέζια, κάποιες κυρίες που μιλάνε, τα μαλλιά τους, τις ρυτίδες τους… Αυτό είναι και άσκηση. Κάποια στιγμή αποθηκεύονται όλα αυτά και περνάνε και στα γραπτά. Γράφω παντού, μαζεύω σημειώσεις… Η παρατηρητικότητα είναι μεγάλο προσόν για τον δημιουργό.
Πάντα το είχατε; Φαίνεται πως το είχα. Επειδή ήμουν πολύ νευρικό παιδί, ανήσυχο – να ψάξω, να βρω, να μη χάσω τίποτα – λειτούργησε και ως εμπειρία. Έπειτα μεγάλωσα και μέσα σ’ ένα καφενείο, με τα τραγούδια, με τους ψαράδες, με τους αγρότες. Ήμουν παιδί, αλλά διάβαζα εφημερίδα. Ψήθηκα αναγκαστικά. Πρώιμη ήταν η ωριμότητά μου. Αναγκάστηκα να ζήσω πράγματα πρόωρα.
Τι παρατηρείτε τώρα; Ο κόσμος δεν περνά καλά. Όταν σε ληστεύει το κράτος… Ο κόσμος περνά καλά, όταν μπορεί να κεράσει τους φίλους του! Αυτό λείπει. Όχι όταν δεν μπορεί να ντυθεί πολυτελώς και να κάνει ένα ταξίδι στις Μπαχάμες. Ο άνθρωπος είναι καλά όταν μπορεί να κάνει ένα τραπέζι και να καλέσει τους ανθρώπους που αγαπά.
Γράφετε όπως ζείτε; Ναι. Γράφω παράφορα. Δεν το διάλεξα. Μοιραίο είναι. Καλό, κακό, δεν ξέρω. Αγωνία έχει, ένταση έχω, ησυχία δεν έχω…
Την επιδιώκετε; Θα ‘πρεπε να έχω και λίγη ησυχία. Δεν μπορώ να κοιμηθώ μια νύχτα καλά!
Γιατί δεν κοιμάστε καλά; Πολλά τα φαντάσματα…
Απ’ το παρελθόν; Απ’ τον κόσμο των νεκρών, απ’ τον κόσμο των σοφών, απ’ τον κόσμο των επιθυμιών.
Δεν κατευνάζονται οι επιθυμίες όταν είσαι πια 64 χρόνων; Στην περίπτωσή μου, όχι. Ούτε οι ερωτικές. Δεν χορταίνεται το άτιμο! Σε περιπτώσεις άλλων ανθρώπων, οι οποίοι μπορεί να έχουν δει τα πράγματα με μία σώφρονα διάθεση, ίσως να ηρεμούν. Αλλά όταν έχεις φλογερό ταμπεραμέντο – και εγώ έχω φλογερό ταμπεραμέντο – δεν μπορεί να ησυχάσει όλο αυτό. Σκυλί που έμαθε να γαβγίζει, δεν ξεμαθαίνει.
Είστε ευτυχισμένος; Όχι. Κανείς δεν είναι. Δεν είμαι, όμως, δυστυχής. Και δεν ξέρω αν θα ήμουν ευτυχής αν είχα αυτά τα οποία μου λείπουν. Η ευτυχία είναι προσωρινή. Ώρες ώρες είμαι καλά. Όταν γίνεται κάτι ωραίο… Όχι κατ’ ανάγκη σ’ εμένα, δίπλα μου. Μπορεί μία σκηνή να μου δώσει γαλήνη, ευχαρίστηση. Ή ένας άνθρωπος που αξίζει τον κόπο. Ή κάποιος που αδικείται και δικαιώνεται. Ή όταν σε ένα φτωχό του έρχεται καλά η τύχη. Ή ένα ταλέντο που το βοηθούν οι συνθήκες να προκόψει. Αυτά, ναι, μπορούν να με ικανοποιήσουν πάρα πολύ. Με ενοχλούν πολύ η φιλοχρηματία, η πονηριά, η διπροσωπία, η ασυνέπεια –να μου τάξεις αυτό και μετά να μου κάνεις άλλα γιατί σε συμφέρει κάτι άλλο. Μ’ αρέσει η ντομπροσύνη, μ’ αρέσουν οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν πλούσια αισθήματα και τα ξοδεύουν αφειδώς, αυτοί που τα χαλαλίζουν για την ίδια τη ζωή. Κι από εκει έρχεται η ζωή μέσα τους και μετά πάει και στους άλλους…
Οι λαϊκοί άνθρωποι γιατί είναι πιο γοητευτικοί; Αυτούς έζησα, αυτούς πόνεσα, αυτούς αγάπησα, μ’ αυτούς τη βρίσκω. Ελάχιστοι είναι πια οι παλιοί λαϊκοί άνθρωποι, εκείνοι του παλιού φάσματος. Έχουν πάει αλλού.
Εκείνοι της «όμορφης νύχτας»… Α, πάνε αυτά. Αλλά πάλι κλίνω προς τους πιο ταπεινούς, προς τους πιο λούμπεν ανθρώπους. Έτσι έγινε στην περίπτωσή μου.
Όλα είναι ψευδαισθήσεις; Ναι. Αλλά η ψευδαίσθηση στον άνθρωπο είναι απαραίτητη. Μέχρι την ώρα που ξεψυχάς.
Γιατί; Για να‘ έχεις μια ελπίδα! Κι αν δεν την έχεις, πρέπει να τη δημιουργήσεις. Από κάτι. Η ψευδαίσθηση είναι κάτι το ζωτικό, είναι κάτι το αναγκαίο στον άνθρωπο. Μη φτάσεις, όμως, να γίνεις ονειροπαρμένος κι αλαφροΐσκιωτος, που λέει κι ο Σικελιανός. Να είσαι στην πραγματικότητα, αλλά μαζί με τις ψευδαισθήσεις. Να πατάς με το ένα πόδι στο όνειρο και με το άλλο στον ρεαλισμό.
Στον έρωτα και με τα δύο πατάμε στο όνειρο; Ναι. Αλλά είναι και η σαρξ. Η οποία είναι απτή.
Το έργο σας το πλάσατε με σωματικά υλικά; Μικτά, θα σας απαντούσα. Σωματικά, ψυχικά, πνευματικά. Σε συνεργασία όλα.
Κάποτε ρωτήσατε τον φιλόσοφο Κώστα Αξελό «τι αξίζει στη ζωή;». Εσείς τι απάντηση θα δίνατε σήμερα σ’ αυτό; Θα σας απαντούσα με τον ίδιο τρόπο που μου απάντησε κάποτε κι εκείνος. Αυτό που αξίζει στη ζωή είναι αυτό που κάνουμε τώρα: Το ουίσκι που πίνουμε.
INFO: Τα τελευταία βιβλία του Θωμά Κοροβίνη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Άγρα».