Ακολουθούμε τον αρχιδούκα της Αυστρίας Λουίς Σαλβατόρ σε μια περιήγηση στη Λευκωσία του 1873, μέσα από μια μοναδική έκδοση που μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά από τη Φώφη Μυριανθούση Νεοφύτου.
«Είναι σαν να ξυπνάμε από το όνειρο σε μια από τις “Χίλιες και Μια Νύχτες” όταν, μετά από μια σειρά λοφίσκων, τόσο ευχάριστων στο βλέμμα, ξεπροβάλλει μπροστά μας η Λευκωσία με τα λυγερόκορμα φοινικόδεντρά της και τους μιναρέδες. Τοποθετημένη σε μια έρημη πεδιάδα με φόντο μια γραφική οροσειρά, μοιάζει με μπουκέτο από πορτοκαλεώνες και φοινικόδεντρα σε ένα άγονο τοπίο, μια όαση περιτριγυρισμένη από τείχη, δημιούργημα ανθρώπινων χεριών».
Στο βιβλίο «Λευκωσία, η πρωτεύουσα της Κύπρου» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, ο Λουίς Σαλβατόρ, αρχιδούκας της Αυστρίας, μας ταξιδεύει στην πόλη μερικές δεκαετίες πίσω, τότε που Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι ζούσαν μαζί, «εχθροί πικραμένοι κατά βάθος, ενωμένοι μόνο με την αγάπη τους για τη γη που τους γέννησε». Τις γλαφυρές περιγραφές του από την περιήγησή του στη Λευκωσία συνοδεύουν τα 15 χαρακτικά του σχέδια στα οποία αποτυπώνει τον θαυμασμό του για όλα όσα τον γοήτευσαν.
Ο Σαλβατόρ επισκέφθηκε την Κύπρο όταν ήταν 26 χρονών, τον χειμώνα του 1873, πέντε χρόνια πριν από την αγγλική κατοχή. Ο αρχιδούκας γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1847 και στα 20 χρόνια του άφησε την αυτοκρατορική υπηρεσία για να αφοσιωθεί στην επιστήμη και τα ταξίδια. Έζησε στη Μαγιόρκα, πάνω στο αγαπημένο του σκάφος τη Nixe, και έγραφε ένα βιβλίο τον χρόνο. Στο βιβλίο του για τη Λευκωσία γυρίζουμε τον χρόνο πίσω στο 1873 και, μέσα από τις περιγραφές και τα σχέδιά του, τον ακολουθούμε στα παζάρια και τα χάνια της πόλης, ενημερωνόμαστε για την λιτή αρχιτεκτονική των σπιτιών, μπαίνουμε μαζί του στα τζαμιά και στις εκκλησίες και τον συνοδεύουμε στις συναντήσεις του με τον κυβερνήτη Μεχμέτ Μπέη και με τον Αρχιεπίσκοπο.
Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά για πρώτη φορά από τη Φώφη Μυριανθούση Νεοφύτου, η οποία γοητεύτηκε, όπως μας ανέφερε, από την ποιητική ματιά του συγγραφέα για τη Λευκωσία. «Το 1881 εκδόθηκε η αγγλική έκδοση του γερμανικού πρωτότυπου του βιβλίου στην Πράγα. Από όλη την αγγλική παραγωγή, η οποία καταστράφηκε σε πυρκαγιά, σώθηκαν μόνο τρία αντίτυπα. Το 1983 η εκδοτική μας εταιρεία TRIGRAPH στην Αγγλία, μαζί με την Ηρώ Χαντ, επανέκδοσε στα αγγλικά την αρχική έκδοση του 1881, πάνω στην οποία έγινε η παρούσα μετάφραση», σχολιάζει η κ. Νεοφύτου.
Καθώς περιπλανιέται στην εντός των τειχών πόλη και είναι στην κορυφή της Πύλης Αμμοχώστου, ο αρχιδούκας περιγράφει τη θέα που «εκτείνεται στον δρόμο προς τη Λάρνακα, όπου οι καμήλες ακολουθούν τη σιωπηρή τους πορεία προς τη Σκάλα. Μερικές απ’ αυτές πατούν σιγά σιγά και με πόνο στο έδαφος γιατί πάσχουν, κατά πάσα πιθανότητα, από μια δερματική ασθένεια που έχει ρημάξει τα ζώα στην Κύπρο». Στη συνέχεια περιγράφει μια σκηνή με λεπρούς ανθρώπους: «Και τι τρομερό θέαμα στην άκρη του δρόμου! Ανθρώπινες υπάρξεις, σέρνοντας το γεμάτο λέπρα σώμα τους, απλώνουν τα σκελετωμένα μπράτσα τους προς τους περαστικούς προσπαθώντας να τραβήξουν την προσοχή τους με τρομερές κραυγές, παρακαλώντας για ελεημοσύνη.
Παρακαλούν τον Θεό, μέσα στην αγωνία τους, για ανακούφιση και καθώς δεν τους επιτρέπεται να μπουν στην πόλη, έχουν κάνει σπίτι τους τους αγρούς στην ύπαιθρο». Σ’ ένα υπέροχο χαρακτικό του, βλέπουμε τη γειτονιά του Ταχτακαλά όπως φαίνεται από την Πύλη Αμμοχώστου, με τους φοίνικες, τους μιναρέδες και τους ανθρώπους που διακινούνται με γαϊδούρια. Παρατηρεί ότι τα πετρόκτιστα σπίτια είναι πολύ λίγα στη Λευκωσία και σημειώνει ότι τα περισσότερα είναι πλινθόκτιστα για καλύτερη προστασία από τους σεισμούς.
Ο Λουίς Σαλβατόρ είναι ιδιαίτερα γοητευμένος από τα τζαμιά και τις φωνές του μουεζίνη, και αφιερώνει ένα κεφάλαιο σ’ αυτό το θέμα. Ανεβαίνοντας στην κορυφή του μιναρέ του τζαμιού της Αγίας Σοφίας περιγράφει: «Η θέα από την κορυφή τέτοιων οικοδομημάτων προς τους δώδεκα μιναρέδες της πόλης (συμπεριλαμβανομένων και των δυο της Αγίας Σοφίας), τα άλλα κτήρια της πόλης και την υπέροχη οροσειρά, καθώς αντανακλούν τα χρώματα της δύσης του ήλιου, είναι μαγευτική». Ιδιαίτερα γοητευμένος είναι και από την περιήγησή του σε εκκλησίες και μοναστήρια της παλιάς πόλης. Αναφέρεται στις εντυπώσεις του από τις εκκλησίες της Φανερωμένης, του Τρυπιώτη, του Αγίου Σάββα, του Αγίου Αντώνιου, του Αγίου Ιωάννη στην Αρχιεπισκοπή, της Χρυσαλινιώτισσας, του Αγίου Κασσιανού και άλλες.
Στη επίσκεψη του στο Σεράι ή Παλάτι, είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με τον Κυβερνήτη, τον Μεχμέτ Μπέη, τον οποίο περιγράφει ως έναν Οθωμανό παλαιάς κοπής, με ήπιους και ευγενικούς τρόπους, που μιλά μόνο τουρκικά. Ο Κυβερνήτης του επέτρεψε να επισκεφθεί τις φυλακές όπου είδε φυλακισμένους με αλυσίδα στο δεξί ή και στα δυο πόδια. Κάποιοι από αυτούς εργάζονται στα δημόσια έργα στην πόλη. Στην συνάντησή του με τον Αρχιεπίσκοπο έμαθε ότι εκείνη την περίοδο υπήρχαν τριακόσια αγόρια στη Λευκωσία που προετοιμάζονταν για το ιερατείο και πενήντα ιεροσπουδαστές.
Ο αρχιδούκας είναι ιδιαίτερα γοητευμένος από τις εικόνες που βλέπει στα 23 παζάρια της Λευκωσίας, τα οποία είναι κυρίως υπαίθρια, σκεπασμένα μόνο με χαλάκια και λινά κιλίμια. Στις περιγραφές του σημειώνει: «Από τα παζάρια που διακρίνονται, πρέπει πρώτα να αναφέρουμε το Παζάρι των Γυναικών… Οι πωλήτριες είναι εξαιρετικά φλύαρες καθώς εκθέτουν τα εμπορεύματά τους πάνω στα πόδια τους, κοντά στα κεντρικά παζάρια. Βλέπουμε σωρούς από βαμβακερά και νήματα σε ποικιλία. Τα μεταξωτά νήματα γνέθονται στην Λευκωσία. Βρίσκει κανείς αλατζά, πουρουντζούκι (ύφασμα από μετάξι και βαμβάκι), λευκό τσίτι, ξενόφερτα τυπωμένα υφάσματα, πουκάμισα από μετάξι για Τούρκους και γυναίκες, ζώστρες για τη μέση για Ελληνίδες γυναίκες…». Και όλα αυτά, σύμφωνα με τον Λουίς Σαλβατόρ, είναι μόνο «μια αμυδρή εικόνα από το θαυμάσιο πανόραμα» που παραμένει στα έκθαμβα μάτια του.
Το βιβλίο «Λουίς Σαλβατόρ, Λευκωσία, η πρωτεύουσα της Κύπρου» θα παρουσιάσει η Λουκία Λοΐζου Χατζηγαβριήλ, διευθύντρια του Ιδρύματος Αναστάσιος Γ. Λεβέντης, στις 26 Ιανουαρίου 2023 στις 19:00, στο Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο Λευκωσίας.
Ελεύθερα 22.1.2023