Αν και προηγήθηκε έντονη συζήτηση για την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να μην κάνει ανοικτό διαγωνισμό για την ανάπλαση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, με την ανακοίνωση του ονόματος του Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ, η συζήτηση κόπασε.
Σε εποχές που επικρατούσε μια φαντεζί αρχιτεκτονική, ο Βρετανός αρχιτέκτονας Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ, επέλεξε μια πιο διακριτική ταυτότητα στη δουλειά του, η οποία σιγά σιγά καταξιώθηκε. Με αποκορύφωμα την ανάπλαση του Neues Museum στο Βερολίνο, δουλειά για την οποία βραβεύτηκε με Mies van der Rohe, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε και την αποκατάσταση της Εθνικής Πινακοθήκης του Βερολίνου που είχε σχεδιαστεί τη δεκαετία του΄60 από τον Mies van der Rohe. Στο πορτφόλιο του δε, υπάρχουν αρκετά άλλα έργα στα οποία κλήθηκε να παρέμβει ως “χειρούργος” για αποκατάσταση τους. Όπως το Procuratie στη Βενετία (αποκατάσταση τριών εμβληματικών κτιρίων στην πλατεία του Αγίου Μάρκου) και την αποκατάσταση ενός παλιού νοσοκομείου και εκκλησίας στη Γερμανία (St. Vincenz) σε γραφεία εταιρείας (Jacobs Studio).
Την ίδια φιλοσοφία φαίνεται να ακολουθεί και στην ανάπλαση και επέκταση του Νέου Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αθήνα, που θα κάνει σε συνεργασία με τον Έλληνα αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Τομπάζη. Παρουσιάζοντας τα σχέδια, τόνισε τη σημασία της αρμονικής σύνδεσής του νέου τμήματος με το υπάρχον κτίριο καθώς και της διαμόρφωσης του τοπίου. «Επιδίωξή μας ήταν να ενισχύσουμε το υφιστάμενο κτίριο και να σκεφτούμε εκ νέου πώς ακριβώς οι επιμελητές θα παρουσιάσουν με ανανεωμένο τρόπο τα εκθέματα. Παράλληλος και εξίσου σημαντικός στόχος, ήταν η δημιουργία μιας πιο ισχυρής σχέσης του μουσείου με την πόλη».

Στο Μουσείο της Ακρόπολης ο Μπερνάρ Τσουμί, στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος ο Ρέντζο Πιάνο, στην Αθήνα 2004 ο Καλατράβα και τώρα ο Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ για το Αρχαιολογικό Μουσείο.
Η σχέση των κτιρίων με την πόλη είναι κάτι πολύ σημαντικό στη δουλειά του. «Καθώς μεγαλώνω, είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξη του, με ενδιαφέρει πολύ λιγότερο η αρχιτεκτονική αυτή καθαυτή. Με ενδιαφέρουν περισσότερο τα κοινωνικά ζητήματα της αρχιτεκτονικής και πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ανάπτυξη των πόλεων». Και εξήγησε γιατί είναι τόσο σημαντικό οι χώροι στους οποίους περνάμε τον ελεύθερο χρόνο μας να είναι καλά σχεδιασμένοι. «Η σύγχρονη κοινωνία τείνει να γιορτάζει τον ατομικισμό, αλλά οι άνθρωποι είμαστε κοινωνικά όντα. Γιατί πηγαίνουμε σε εστιατόρια και πληρώνουμε μια περιουσία για κάτι που θα μπορούσαμε να είχαμε μαγειρέψει στο σπίτι; Γιατί θέλουμε να καθίσουμε σε ένα δωμάτιο με 50 άτομα με τα οποία δεν γνωριζόμαστε; Είναι η επιθυμία μας να γίνουμε μέρος σε κάτι μεγαλύτερο, να αποτελούμε μέρος της κοινωνίας. Και οι πόλεις είναι αντιπροσωπευτικές αυτής της επιθυμίας. Ωστόσο, όλο και πιο πολύ ιδιωτικοποιούνται. Όλο και περισσότερο βασιζόμαστε στον ιδιωτικό τομέα για να κάνει τόπους συνεύρεσης για το κοινό. Στη Γερμανία, αισθάνομαι ότι υπάρχει ακόμα μια ισχυρή δημόσια φωνή. Στη Βρετανία, όχι. Στο Λονδίνο αυτή τη στιγμή υπάρχει άδεια σχεδιασμού για άλλους 200 πύργους και περισσότεροι είναι στα σκαριά. Αυτά είναι πακέτα χρημάτων, δεν πρόκειται για την οικοδόμηση μιας πόλης. Η αρχιτεκτονική έχει ευθύνη απέναντι στον περαστικό, όχι μόνο στους ανθρώπους που επισκέπτονται ή εργάζονται στα κτίρια που δημιουργούμε. Κατά κύριο λόγο έχουμε ευθύνη απέναντι στο άτομο που μας πληρώνει, αλλά δεν ξεχνάμε το γεγονός ότι έχουμε ευθύνη και απέναντι σε όλους τους άλλους».

Ελεύθερα, 26.2.2023