Ένα αφιέρωμα στις γκαλερί της Λευκωσίας που λειτούργησαν κατά την περίοδο από το 1960 μέχρι και το 1974 παρουσιάζει το Ίδρυμα Λευτέρη Οικονόμου. Οι επιμελήτριες ανατρέχουν στα αρχεία της εποχής και φέρνουν στο φως πολύτιμο υλικό για τους χώρους που έβαλαν τα θεμέλια της κυπριακής Τέχνης.
Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Λευτέρη Οικονόμου ξεκινά μια νέα τριλογία ερευνητικών εκθέσεων με θέμα τις γκαλερί και εκθεσιακούς χώρους της Λευκωσίας από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι τις αρχές του 2000, με επιμελήτριες τις Mυρτώ Θεοχαρίδου, Μαρία Λεωνίδου και Άννα Μαρία Χαραλάμπους. Η έκθεση με τίτλο «1960-1974, Λευκωσία: ΓΚΑΛΕΡΙ» είναι η πρώτη της σειράς. Θα ακολουθήσουν άλλες δυο. Η δεύτερη έκθεση θα καλύπτει την περίοδο 1975 με 1990, και η τρίτη και τελευταία έκθεση θα εστιάζει στο 1990 μέχρι τις αρχές του 2000.
– Ποιες είναι οι γκαλερί στις οποίες επικεντρώνεται η έρευνά σας για την περίοδο 1960-1974 και ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές της δημιουργίας τους; Παρόλο που κατά την περίοδο που εστιάζουμε (1960-1974) λειτουργούσαν διάφοροι άλλοι εκθεσιακοί χώροι όπως η Τεχνική Σχολή Λευκωσίας, η Πνευματική Στέγη, το Γκαίτε, το Μέγαρο Λευκωσίας και το Βρετανικό Συμβούλιο, η παρούσα έκθεση θα κινηθεί γύρω από τις Γκαλερί «Απόφασις», «Αργώ», «Ακρόπολις» (Σχολή Τυφλών) και χώρους που φιλοξενούσαν εκθέσεις όπως το ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας, η Ένωση Νέων Τραστ και το ξενοδοχείο Χίλτον. Πρωταγωνιστές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι Χριστόφορος Σάββα και Γκλυν Χιουζ που ίδρυσαν και λειτουργούσαν την γκαλερί «Απόφασις», και ο Κώστας Σερέζης την «Αργώ», οι οποίοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην μετέπειτα πορεία της εικαστικής σκηνής στην Κύπρο.

– Πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος τους στην ανάπτυξη της Τέχνης αλλά και στην αισθητική καλλιέργεια του κοινού; Ο ρόλος τους υπήρξε πολύ σημαντικός, έχοντας υπόψη μας ότι οι πρώτοι σπουδαγμένοι καλλιτέχνες έρχονται στην Κύπρο από το εξωτερικό τη δεκαετία του1920, όπως ο Αδαμάντιος Διαμαντής (1900-1994) και η Λουκία Νικολαΐδου (1909-1994), σε μια αποικιοκρατική χώρα χωρίς ουσιαστική παράδοση στην εικαστική Τέχνη, επομένως η παρουσίαση των έργων αυτών των πρώτων καλλιτεχνών στο κυπριακό κοινό αποτελεί ουσιαστικά την έναρξη της εικαστικής πορείας του νησιού, θέτοντας στόχους και σκοπούς για να θεμελιωθεί η κυπριακή Τέχνη. Αναφορά κάνουμε επίσης στο κείμενο του Νίκου Κουρούσιη με τίτλο «Βρισκόμαστε σε σωστό δρόμο» (Νέα Εποχή / Μάης-Ιούνης 1971, αρ.89): «… σε κάθε μας βήμα θα πρέπει να θυμόμαστε τον πρωτοπόρο αυτής της επίμοχθης προσπάθειας και τον εμπνευστή της ιδέας να ενταχθεί η Κύπρος στον παγκόσμιο χώρο απ’ τη γη και τη γύρω πραγματικότητα. Αυτός είναι ο Χριστόφορος Σάββα, ο Κύπριος καλλιτέχνης που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε». Κι εμείς συμπληρώνουμε, όπως και όλους τους υπολοίπους πρωτεργάτες και συνεχιστές της κυπριακής Τέχνης.
– Πώς αντιμετωπίστηκαν από το κοινό της Λευκωσίας οι πρώτοι εκθεσιακοί χώροι; Παρόλο που το κοινό το οποίο επισκεπτόταν τότε τους εκθεσιακούς χώρους δεν ήταν μεγάλο, αγκάλιασε τις γκαλερί γιατί του δινόταν η ευκαιρία να έρθει σε επαφή με τους νέους καλλιτέχνες της τότε εποχής, να τους γνωρίσει, να συζητήσει μαζί τους και να αντιληφθεί τόσο τα έργα τους όσο και τις εικαστικές τάσεις της εποχής. Ουσιαστικά οι χώροι αυτοί λειτούργησαν ως χώροι βιωματικής αισθητικής μάθησης και θέασης, αλλά και ως χώροι ψυχαγωγίας και εικαστικής συνεύρεσης.

– Η γκαλερί «Απόφασις» με εμπνευστές δυο καλλιτέχνες, τον Χριστόφορο Σάββα και τον Γκλυν Χιουζ, ήταν η πρώτη στην Κύπρο που δεν είχε κερδοσκοπικό χαρακτήρα; Ο κάθε εκθεσιακός χώρος τότε, όπως και σήμερα, είχε διαφορετικό σκοπό ύπαρξης και λειτουργίας. Η γκαλερί «Απόφασις», όπως αντιλαμβανόμαστε και από τις συνεντεύξεις ανθρώπων που την έζησαν, είχε έναν μποέμικο χαρακτήρα. Ήταν χώρος που κύριο μέλημά του ήταν η καλλιτεχνική και πνευματική έκφραση και όχι το κέρδος. Ίσως να είναι και ένας από τους λόγους που δεν κράτησε για πολύ, λειτούργησε από το 1960 μέχρι και το 1965. Αντίθετα η «Αργώ», που αναφέρεται συχνά και ως εμπορική γκαλερί, συνεχίζει μέχρι και σήμερα τη δράση της -στην Αθήνα πλέον- και όπως προκύπτει από τα λεγόμενα των συνεντευξιαζόμενων, εξέθεταν τα έργα τους με τους συνήθεις οικονομικούς όρους που λειτουργούν οι εμπορικές γκαλερί (με ποσοστό επί των πωλήσεων των έργων). Εκθεσιακοί χώροι όπως το Χίλτον αντί ποσοστού λάμβαναν από τον καλλιτέχνη ενοίκιο για τον χώρο.
– Στην έκθεση προβάλλονται συνεντεύξεις καλλιτεχνών που παρουσίασαν δουλειά τους σ’ αυτούς τους χώρους. Τι κρατούν σήμερα οι ίδιοι στη μνήμη τους από τις πρώτες γκαλερί; Οι καλλιτέχνες μοιράστηκαν μαζί μας συγκεκριμένα περιστατικά από τις εκθέσεις τους. Αναφέρθηκαν και σε τεχνικά θέματα, δυσκολίες ή και ευρεσιτεχνίες που επινοούσαν για το στήσιμο των εκθέσεών τους. Περιγράφουν και το κλίμα που επικρατούσε στα εγκαίνια, όπως και τις πρώτες τους γνωριμίες με άλλους καλλιτέχνες ή ανθρώπους των γραμμάτων. Αναφέρονται και σε εκθέσεις άλλων εικαστικών της εποχής που είχαν επισκεφθεί. Αρκετές φορές θυμούνται με δέος εκθέσεις και έργα συναδέλφων τους που τους αποτυπώθηκαν στη μνήμη ως αξιοθαύμαστες, και αναφέρονται σ’ αυτές σαν να τις βλέπουν μπροστά τους τώρα.

– Τι περιλαμβάνει η έκθεση και ποιες ήταν οι βασικές πηγές της έρευνάς σας; Είναι μια κατά βάση αρχειακή έρευνα, οπότε τις βασικές μας πηγές αποτελούν ο τοπικός Τύπος και περιοδικά της εποχής, δελτία Τύπου, προσωπικά αρχεία των καλλιτεχνών με φωτογραφικό υλικό από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, αρχειακό υλικό, όπως προσκλήσεις, καταλόγους εκθέσεων, βιβλία, αλλά και οπτικοακουστικό υλικό το οποίο ψηφιοποιήθηκε και διατίθεται από τον ψηφιακό «Ηρόδοτο» του ΡΙΚ. Επιπλέον, μια πιο ζωντανή πηγή πληροφοριών ήταν οι συνεντεύξεις που κάναμε με εφτά καλλιτέχνες οι οποίοι είχαν ενεργή δράση εκείνη την εποχή.
– Η Τέχνη εκείνη την περίοδο αφορούσε το ευρύ κοινό ή ήταν υπόθεση μιας ελίτ; Είναι μια ερώτηση που μας απασχολούσε ιδιαίτερα κατά την έρευνά μας, θέλαμε να αντιληφθούμε δηλαδή το κλίμα που επικρατούσε στις εκθέσεις και σε ποιο κοινό στόχευαν. Ο εκθεσιακός χώρος καθόριζε και το κοινό, π.χ. άλλο ήταν το κοινό στην «Απόφασις» άλλο στο Χίλτον ή στην «Αργώ». Βέβαια, οι καλλιτέχνες ήταν παρόντες και παρούσες ανεξαρτήτως εκθεσιακού χώρου. Κυρίως όμως σύχναζαν άνθρωποι των τεχνών και του πνεύματος, καθώς και πρόσωπα από την πολιτική ζωή του τόπου. Τα εγκαίνια συχνά τελούνταν από πολιτικά πρόσωπα. Σε μια κατά βάση αγροτική κοινωνία, η ενασχόληση με τα πολιτιστικά δεν ήταν το πρώτο μέλημα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα δράση που μας γνωστοποίησαν ο κ. Χαμπής και ο κ. Ανδρέας Χαραλάμπους στις συνεντεύξεις τους ήταν «η Τέχνη στον λαό». Οι δυο τους, μαζί με τον κ. Μολέσκη και άλλους νέους καλλιτέχνες και ποιητές της εποχής, μετέφεραν την Τέχνη στην ύπαιθρο, έστηναν δηλαδή εκθέσεις σε χωριά της Κύπρου για να γεφυρώσουν το πολιτιστικό χάσμα με τις πόλεις, το οποίο συχνά προέκυπτε λόγω αποστάσεων, αλλά και έλλειψης ενημέρωσης και ενδιαφέροντος για τέτοιου είδους εκδηλώσεις.
– Πιστεύετε ότι σήμερα είμαστε σε μια μεταβατική περίοδο όπου υπάρχει ανάγκη για νέους εκθεσιακούς χώρους, διαφορετικούς από τις παραδοσιακές γκαλερί; Πιστεύουμε πως, είτε μεγάλες γκαλερί -που μπορεί να συνεργάζονται και με γκαλερί του εξωτερικού- είτε μικρές, artist spaces ή πολιτιστικοί χώροι που μπορεί να μην είναι του ίδιου μεγέθους και της ίδιας εμβέλειας ούτε να απευθύνονται στο ίδιο κοινό, όλοι προωθούν με κάποιον τρόπο την Τέχνη. Η Κύπρος σήμερα έχει κάνει άλματα στον χώρο αυτόν και ο κόσμος περιμένει από τις νέες γενιές να συνεχίσουν το όραμα που άρχισαν οι πρωτεργάτες. Υπάρχει ένα έντονα δημιουργικό κλίμα, τα ερεθίσματα είναι πολλά και οι καλλιτέχνες ανταποκρίνονται. Λείπει βέβαια η εικαστική παιδεία, η διαμόρφωση ευρύτερου κοινού, η χρηματοδότηση. Και φυσικά περιμένουμε μια ουσιαστικότερη στήριξη του κράτους στον Πολιτισμό.

*Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Λευτέρη Οικονόμου ευχαριστεί τους καλλιτέχνες Κώστα Ιωακείμ, Σούζαν Κερ Ιωακείμ, Γιώργο Κυριάκου, Ανδρέα Λαδόμματο, Ρέα Μπέιλυ, Χαμπή Τσαγγάρη και Ανδρέα Χαραλάμπους, καθώς και το G.H. Foundation, το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, τον Ψηφιακό Ηρόδοτο – ΡΙΚ και την Ένωση Νέων ΤΡΑΣΤ για την πολύτιμη βοήθεια τους. Επιμελητική ομάδα: Mυρτώ Θεοχαρίδου, Μαρία Λεωνίδου, Άννα Μαρία Χαραλάμπους. Γραφικά: Πόπη Πισσουρίου. Παραγωγή βίντεο: Έκτορας Παπαγεωργίου.
Λευκωσία, Γκαράζ (22001508). H έκθεση «1960-1974, Λευκωσία: ΓΚΑΛΕΡΙ» θα διαρκέσει ως τις 12/4.
Ελεύθερα 19.3.2023