Αφιέρωμα στη διάσωση της παράδοσης, της ιστορίας και των μυστικών γύρω από τα Λευκαρίτικα.
Μέσα στις 334 σελίδες του βιβλίου της, «Λευκαρίτικα – Τέχνη και Παράδοση», η Ανδρούλα Χατζηγιασεμή «κεντά» με πολύ μεράκι και αγάπη ένα περίτεχνο μωσαϊκό για την ιστορία του μοναδικού αυτού είδους κεντήματος. Από το 1975 μέχρι σήμερα μίλησε με κεντήτριες, πήγε σε μουσεία, σπίτια και καταστήματα με κεντήματα, ανέτρεξε σε παλαιότερες πηγές, ανακάλυψε φωτογραφίες και άλλα ντοκουμέντα για το Λευκαρίτικο.
Πέραν από αυτό το υλικό που αναδεικνύεται στην εντυπωσιακή και καλαίσθητη έκδοση, σημαντικό κεφάλαιο αποτελεί και το αφιέρωμα στην τεχνική όλων των σχεδίων, όπου αναλύονται με κάθε λεπτομέρεια όλες οι βελονιές του λευκαρίτικου κεντήματος. «Διαπίστωνα με λύπη, πως οι παλιές χρυσοχέρες κεντήτριες που γνώριζα, έφευγαν σταδιακά μία-μία από τη ζωή, με αποτέλεσμα ο αριθμός τους να μειώνεται ανησυχητικά», λέει. Από την άλλη, τα καταστήματα γέμισαν με βιομηχανοποιημένα λευκαρίτικα «κεντήματα». Έτσι λοιπόν, εκείνη αποφάσισε να αναδείξει την αξία του αυθεντικού Λευκαρίτικου, ως του πιο αντιπροσωπευτικού στοιχείου της παραδοσιακής κεντητικής τέχνης και πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου μας. Θέλησε να προβάλει τη δημιουργική και συνθετική ικανότητα της κεντήτριας των Λευκάρων, όπως και να διασώσει τα παλιά και νεότερα σχέδια που υπάρχουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές στην Κύπρο και στο εξωτερικό. «Προσδοκία μου είναι το βιβλίο μου να καταστεί αναφορά και παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές», σημειώνει.
Παλιό λινό υφαντό κλινοσκέπασμα με λινές κλωστές του 1920-1930 με διαφορετικούς τύπους «ποταμών».
-Ποιες ήταν οι πιο σημαντικές σας πηγές; Έχετε κάνει συνεντεύξεις με κεντήτριες και άλλους ανθρώπους που είχαν σχέση με τα Λευκαρίτικα;
Φυσικά. Το βιβλίο αποτελεί προσωπική και πρωτογενή έρευνα, όπως και το πρώτο μου βιβλίο το 1987. Δυστυχώς, για τα θέματα αυτού του περιεχόμενου οι πηγές είναι πολύ περιορισμένες.
-Ποια στοιχεία κάνουν τα Λευκαρίτικα τόσο μοναδικά διεθνώς, ώστε να περιληφθούν στον παγκόσμιο κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO;
Η διαχρονική τους αξία, κατά κύριο λόγο, αφού το κέντημα αυτό πέρασε από γενιά σε γενιά και έφτασε άφθαρτο μέχρι σήμερα. Σημειώστε πως, παρόλες τις ιταλικές επιδράσεις που δέχτηκε, το Λευκαρίτικο κατόρθωσε να εξελιχτεί στο πέρασμα του χρόνου και να δημιουργήσει τη δική του δομή και τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Τα κεντήματα είναι αυθεντικά και μοναδικά, δεν ακολουθείται σχέδιο για την κατασκευή τους και γίνονται όλα από μνήμης.

-Από πού εμπνέονταν οι κεντήτριες;
Όλα τα σχέδια τα εμπνέονταν από το περιβάλλον, τη φύση και την καθημερινότητά τους. Όταν τέλειωναν κάποιο μοτίβο και διαπίστωναν να προσομοιάζει με κάτι σχετικό, του έδιναν ανάλογη και χαρακτηριστική ονομασία. Οι κεντήτριες, έχοντας ως βάση τα σχέδια της παράδοσης, πειραματίζονται, συσχετίζουν και δημιουργούν νέα και ποικίλα σχέδια, βάζοντας την προσωπική τους σφραγίδα σε αυτά, έτσι που ποτέ το ένα δεν είναι ίδιο με μιας άλλης κεντήτριας.
-Ποια είναι η δική σας σχέση με τα Λευκαρίτικα;
Από δώδεκα χρονών άρχισα να μαθαίνω τα πιο απλά σχέδια από τη μητέρα μου, η οποία, αν και δεν ήταν Λευκαρίτισσα, ήξερε να κεντά. Το Λευκαρίτικο το θαύμαζα από τότε. Επίσης, το 1975, δέχτηκα με χαρά πρόταση για απόσπασή μου από το υπουργείο Παιδείας στο υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας, με σκοπό την ίδρυση του Κέντρου Κυπριακής Χειροτεχνίας. Στη συνέχεια ανέλαβα ως υπεύθυνη του τομέα της Κεντητικής. Έτσι, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω πολλές κεντήτριες, όσες εργοδοτήθηκαν στο εργαστήριο και άλλες που εκπαιδεύτηκαν για σκοπούς εξωτερικής παραγωγής, στην πλειονότητά τους εκτοπισμένες. Στα πλαίσια της εργασίας μου άρχισα την έρευνα, την οποία συνέχισα αργότερα, όταν επέστρεψα πίσω στην Εκπαίδευση. Γνώρισα έμπειρες Λευκαρίτισσες κεντήτριες. Από αυτές πήρα τις λεπτομέρειες της τεχνικής τους και από τις εκπαιδευόμενες και τις μαθήτριες τον προβληματισμό για τον τρόπο απλοποίησης της τεχνικής, ώστε να είναι απλός και κατανοητός.
-Πού μπορεί κάποιος σήμερα να μάθει να κεντά Λευκαρίτικο;
Στην Υπηρεσία Κυπριακής Χειροτεχνίας και στα Λεύκαρα. Η Κυπριακή Εθνική Επιτροπή της UNESCO διοργανώνει κάθε χρόνο, σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Κεντητριών και Προβολής του Κεντήματος, μαθήματα εκμάθησης του Λευκαρίτικου, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε άλλες μορφές τέχνης.
-Σήμερα υπάρχουν νέες γυναίκες που ασχολούνται με τα Λευκαρίτικα;
Είναι πολύ περιορισμένος ο αριθμός των κεντητριών. Όσες συνεχίζουν να κεντούν είναι μεσήλικες και οργανώθηκαν στον Σύνδεσμο Προβολής του Λευκαρίτικου που προανέφερα. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι γυναίκες επιχειρηματίες, με σεβασμό και αγάπη στην παράδοση του τόπου, προσφέρουν σήμερα εργασία σε κεντήτριες, προσαρμόζοντας το Λευκαρίτικο σε νέες και σύγχρονες χρηστικές κατασκευές, με μεγάλη επιτυχία.
-Απ’ ό,τι γνωρίζουμε, πωλούνται απομιμήσεις Λευκαρίτικων που εισάγονται από την Κίνα. Πώς μπορεί να τα ξεχωρίσει κάποιος από τα αυθεντικά;
Οι διαφορές είναι ότι τα αυθεντικά Λευκαρίτικα είναι κεντημένα πάνω σε λινό με μερσεριζέ, επεξεργασμένες βαμβακερές κλωστές, ενώ τα βιομηχανοποιημένα γίνονται πάνω σε συνθετικό λεπτό ύφασμα με συνθετικές λεπτές κλωστές. Οι βελονιές είναι πιο αραιές, κυρίως στα κοφτά σχέδια. Πιστεύω πως θα πρέπει να διασφαλιστεί, με ειδική σήμανση, η γνησιότητα του χειροποίητου λευκαρίτικου κεντήματος, όπως αυτή καθορίστηκε στο εγκεκριμένο Πρότυπο του Κυπριακού Οργανισμού Τυποποίησης, το 2015.

-Μπορεί το βιβλίο σας να χρησιμεύσει και σαν οδηγός για όσες ενδιαφέρονται να μάθουν πώς φτιάχνονται τα Λευκαρίτικα;
Ασφαλώς. Ακόμα και όσες δεν επιχείρησαν ποτέ να κεντήσουν, θα καταφέρουν να κόψουν και να ακολουθήσουν τα στάδια της τεχνικής του. Το κάθε στάδιο πλαισιώνεται με πλούσιο, έγχρωμο φωτογραφικό υλικό και επεξηγούνται σχέδια για όλους τους «ποταμούς», τις «ταγιάδες» τα «κοφτά», τα «ανεβατά» και τα άλλα σχέδια. Στο άλλο μισό του βιβλίου καλύπτεται το ιστορικό και λαογραφικό μέρος.
-Όπως γράφετε, ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι ήρθε στην Κύπρο και αγόρασε μια δαντέλα των Λευκάρων την οποία δώρισε στον Καθεδρικό Ναό του Μιλάνου. Αυτή η πληροφορία προέρχεται από την προφορική παράδοση;
Δεν αναφέρομαι μόνο εγώ σε αυτή την παράδοση, Έλληνες και ξένοι συγγραφείς και μελετητές κάνουν την ίδια αναφορά. Η τελευταία πληροφορία που ήρθε στο φως και τη θεωρώ σημαντική, είναι η δήλωση του διευθυντή Έρευνας και Ανάπτυξης του Μουσείου Leonardo da Vinci στη Φλωρεντία, Gabriele Niccolai, τον Ιανουάριο του 2013, με την ευκαιρία τής εδώ παρουσίας του για την έκθεση «Machines» που έγινε στη Λεμεσό. Σε ερώτηση του δημοσιογράφου Μιχάλη Χριστοδούλου για το γεγονός αυτό, απάντησε ως εξής: «Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι υπάρχει μια πολύ ωραία περιγραφή της Κύπρου και ενός ναού της Αφροδίτης στις προσωπικές σημειώσεις του da Vinci». Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος, γιατί να περιγράψει στις σημειώσεις του κάτι που άκουσε για την Κύπρο ένας άνθρωπος που με τόση λεπτομέρεια περιέγραφε τις δικές του ανακαλύψεις και εμπειρίες;

-Σας άγγιξε ιδιαίτερα κάποια από τις ιστορίες που αναφέρετε στο βιβλίο σας;
Ναι, η ιστορία της Αλισσαβούς του Καραολά, η οποία ταξίδεψε με γαϊδουράκι στο Τρόοδος το 1897, για να πουλήσει κεντήματα στις Αγγλίδες που παραθέριζαν εκεί. Κουρέλιασε τα ρούχα της στην επιστροφή για να μην τη ληστέψουν, καθώς είχε αποκομίσει το ποσό των 18 χρυσών λιρών. Η ιστορία επίσης της τολμηρής γυναίκας κεντητάρισσας Θεόφιλας Κυριάκου Χατζηαντώνη, που πρώτη ταξίδεψε για να πουλήσει κεντήματα το 1896 και το 1897 στην Αλεξάνδρεια. Εισέπραξε το ποσό των 500 χρυσών λιρών, που με αυτές πλήρωσε τις κεντήτριες.
-Η οικονομική άνεση που είχαν οι γυναίκες αυτές τις επηρέασε κοινωνικά και πολιτισμικά;
Δεν είχαν όλες την ίδια οικονομική άνεση. Μόνο όσες είχαν τους συζύγους τους στο εμπόριο ή εγκαταστάθηκαν μαζί τους στο εξωτερικό. Οι υπόλοιπες έβγαζαν τόσα, όσα για να ενισχύουν τα οικονομικά της οικογένειάς τους. Οπωσδήποτε, η θέση των γυναικών δεν ήταν υποβαθμισμένη, αφού με το κέντημα εξασφάλιζαν οικονομική αυτονομία και ταυτόχρονα ανεξαρτησία, πράγμα που τις βοήθησε να βελτιώσουν σταδιακά τη θέση τους μέσα στην οικογένεια και την κοινωνία γενικότερα. Όσες ακολούθησαν τους συζύγους τους στο εξωτερικό, γνώρισαν άλλες κουλτούρες και πολιτισμούς, κάτι που συνέβαλε στην πολιτισμική και κοινωνική τους ανάπτυξη.