Μου μιλάει και κλαίω, κλαίω και μου μιλάει. Του διαβάζω τα ποιήματά του και συγκινείται. Συγκινείται και ξαναπιάνει τα λόγια απ’ την αρχή. Με σιωπές, με παύσεις, με παρατεταμένα ρήματα και αποσιωπηητικά. Τρεις φορές στο σπίτι του ποιητή μέσα σ’ ένα Σαββατοκύριακο, στη Θεσσαλονίκη. «Καταλαβαίνετε τη σημαντικότητά σας, κύριε Χριστιανόπουλε; Έχετε επίγνωση της σπουδαιότητάς σας;», είπα «Δεν ξέρω τίποτα, τίποτα απ’ αυτά», είπε.

Φωτο: Γιάννης Χατζηγεωργίου

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017, 17:10
Κάποια βράδια βλέπει εφιάλτες. Ανοίγει απότομα τα μάτια του, κι ίσως να αιωρούνται λιγάκι οι σκέψεις του μέσα στο μικρό δωμάτιο –με τα βιβλία στο πάτωμα και στην ξύλινη βιβλιοθήκη στοιβαγμένα σε θέση χρονολογική ή και τυχαία, από δικές του συλλογές, συλλογές νέων ποιητών που προλόγισε στο παρελθόν και τεύχη της Διαγωνίου–, μένει για λίγο σιωπηλός, μα έπειτα φωνάζει δυνατά: «Μαμά! Μαμά!». Η Ελένη, η γυναίκα που μένει μαζί του και τον προσέχει, του χαϊδεύει το μέτωπο. «Πάντα αυτό κάνω», θα μου εξηγήσει εκείνη. «Το χάδι τον ησυχάζει». «Και του περνάει;». «Ναι. Του λέω: “Εγώ είμαι η μαμά σας τώρα, κύριε Ντίνο. Η μαμά σας πέθανε”». «Και τι σας απαντά;». «Τίποτα. Μου λέει: “Πέθανε”. Ξαναλέει: “Πέθανε…”. Κι έπειτα ξανακοιμάται».
Η θέση της καρέκλας που κάθεται είναι συγκεκριμένη: Αν γυρίσει δεξιά το κεφάλι του, θα κοιτάξει προς τον δρόμο, στη συννεφιασμένη οδό Σκεπαστού απ’ την οποία σπανίως περνάνε ταξί, η οποία οδηγεί, έπειτα από φιδίσιες στροφές, στα Κάστρα της πόλης, αν κοιτάξει αριστερά, στην πόρτα του μικρού γραφείου που παραμένει ανοιχτή, πίσω του βρίσκονται βιβλιοδετημένα ενθύμια και τόμοι, πίνακες, δυο τρεις τιμητικές πλακέτες που του έστειλαν –αντίθετες στα πιστεύω και στο «εναντίον» του–, στο πλάι ο Καβάφης και ο Τσιτσάνης –όρθιοι, ασπρόμαυροι, σαν εικονίσματα σε εκκλησία έξω απ’ το ιερό. Προσπαθεί να με θυμηθεί. Μου είχαν ήδη πει φίλοι, μου το επισήμανε πριν από λίγους μήνες και ο Γιώργος Χρονάς, πως άλλες μέρες είναι καλά κι άλλες όχι –«σίγουρα δεν είναι όπως παλιά». Είχαμε συναντηθεί, άλλωστε, ξανά τον Απρίλιο του 2014 –τι μέρα ηλιόλουστη ήταν εκείνη, μέσα στην κατακλυσμιαία της βροχή! «Το θεωρώ γελοίο το “σ’ αγαπώ”. Δεν δέχτηκα να το πω. Ποτέ δεν έχω πει τέτοιο πράγμα. Η επίδειξη αγάπης είναι και λίγο ενοχλητική. Κι επειδή από τα ποιήματα δίνω την εντύπωση ότι ερωτεύτηκα πολύ, ε, τότε ας σας διαψεύσω και μια φορά!», ήταν κάτι απ’ τα πολλά –λόγια μεστά από μιας ώρας συζήτηση– που μου είχε αναφέρει τότε και μ’ έκαναν να δακρύσω φεύγοντας, κρατώντας στο χέρι το ποτήρι με τη λεμονάδα –«τη σπιτική!»– που με κέρασε «για τον δρόμο». «Είναι πολύ καλός άνθρωπος!», θα μου πει η Ελένη στην είσοδο του μικρού διαμερίσματος, χαρούμενη που με ξανάδε ξαφνικά μπροστά της έπειτα από τρία χρόνια. «Δεν ζητάει τίποτα. Μόνο λίγο νερό. Προτιμά να κάθεται εδώ και να σκέφτεται». Μετακινώ μία καρέκλα απέναντί του. «Με θυμάστε καθόλου;». Δεν απαντά. Με ξανακοιτάει. «Λιγάκι», ψελλίζει. Ο ζωγραφισμένος φαντάρος επάνω από τη βιβλιοθήκη, και ο άλλος, αυτός με το πλατύ μουστάκι δίπλα, παρατηρούν επίμονα το κενό και την πλάτη του. 

Είστε καλά;
Ας πούμε καλά.

Πού είναι οι γάτες σας;
Εξαφανίστηκαν όλες. 

Δεν θα ήταν ωραία παρέα τώρα;
Ούτε γι’ αστείο. 

Τι ώρα ξυπνάτε το πρωί;
Στις 7. Νωρίς. Κάνω διάφορας εργασίας ή τίποτα απολύτως. Πώς περνάει η μέρα δεν το ξέρω. Πάντως περνάει. Το μεσημέρι αναπαύομαι καμιά ωρίτσα κι έπειτα, το απόγευμα, κάθομαι εδώ στο παράθυρο και κοιτάω στον δρόμο. Ή και τίποτα. Το βράδυ κοιμάμαι αρκετά.   

Συνεχίζετε να ακούτε μουσική; Ρεμπέτικα; Τσιτσάνη;
Όχι. Όχι πια. Κάθε Τρίτη έρχονται εδώ κάποιοι φίλοι και τραγουδάμε. Αυτό μόνο. Κατά καιρούς έρχεται κόσμος πολύς στο σπίτι. 

Σας κουράζουν;
Όχι. 

Σας δυσκολεύουν οι μέρες καθώς μεγαλώνετε;
Δεν ξέρω. Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω.

Θυμάστε πως στις 20 Μαρτίου γίνεστε 86 χρόνων;
Δεν ξεχνιέται…

Τι θα κάνετε εκείνη τη μέρα;
Τίποτα… Είναι συγκινητικό το να έχει κανείς γενέθλια. Θα ευχόμουν όμως να μην ήταν συγκινητικό.

Σας ενοχλεί που μεγαλώνετε;
Όχι.

Δεν γράφετε πια…
Δεν γράφω. Δεν ξέρω πώς εξαφανίστηκαν τα ποιήματα από τη ζωή μου.

Ούτε έχετε πλέον τη διάθεση να γράψετε κάποιο ποίημα;
Ούτε. Πάνε 10 χρόνια αφότου έχω να σκεφτώ κάποιο ποίημα.   

Σας λείπουν τα ποιήματα;
Μου λείπουν. Αλλά… Το πάτε προς τακτική ανάκριση κι αυτό δεν μ’ αρέσει. 

Χάνεται η έμπνευση;
Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Συνέβη ξαφνικά.

Σας στενοχώρησε τότε;
Πάρα πολύ. Αλλά μετά μου πέρασε. 

Σας λείπει κάτι σήμερα;
Τίποτα. Παράπονο δεν έχω.

Ευτυχισμένος, λοιπόν;
… Είμαι περίπου ευχαριστημένος. 

Τι διαφορά έχει η ευχαρίστηση από την ευτυχία;
Γράψε «δεν ξέρω». 

Στα ποιήματά σας, ωστόσο, φαίνεται να γνωρίζετε τις απαντήσεις σ’ αυτά…
Τις λένε τα ποιήματα. Αλλά έρχεται η στιγμή που δεν τις θυμάμαι. Ή δεν τις καταλαβαίνω. Στα ποιήματα θα βρείτε όλα όσα με ρωτάτε… Δεν μ’ αρέσει η τροπή των ερωτήσεων.

Τι θα θέλατε να ακούσετε;
Θα ήθελα να εξαφανιστείτε. 

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017, 12:05
Δεν τον πρόλαβα. Αφήνω φαγητό στο τραπέζι της κουζίνας. «Κυριακή της Απόκρεω», λέω στην Ελένη. Μόλις έχει ξαπλώσει. Μάλλον θα ‘χει αποκοιμηθεί. «Θα δούμε», λέω. «Συνηθίζει να κοιμάται λιγάκι τέτοια ώρα. Χθες βράδυ δεν ένιωθε και πολύ καλά», θα πει εκείνη. Ο διάδρομος οδηγεί στο δωμάτιο, σ’ ένα μονό κρεβάτι με διπλή κουβέρτα. Τα χέρια του βρίσκονται ευθεία στο σώμα του και ακουμπάνε ίσια στα πόδια του. Εκείνη του βάζει λευκή πετσέτα στο προσκέφαλο. Είναι ζεστή. Την πλένει, την ξαναβάζει, του χαϊδεύει προηγουμένως το μέτωπο. «Αισθάνεστε καλύτερα τώρα;». Δεν απαντά. Είναι σκεπασμένος μέχρι τον λαιμό κι έχει τα μάτια του κλειστά. Κρατάω στα χέρια μου την τρίτη έκδοση των «Ποιημάτων» του, εκδόσεις Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1998 –ανοίγω στον «Ανυπεράσπιστο καημό» του 1960. Σελίδα 91.

Του διαβάζω:
Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.
Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.

Σιωπή. Σιωπή. Γυρνάει το κεφάλι του δεξιά, με κοιτάει, ανοίγει τα μάτια του, υγραίνονται, κοιτάει έπειτα στο ταβάνι, τα κλείνει ξανά. Υγραίνονται. 

Γιατί συγκινηθήκατε;
Το ένιωσα. Το ένιωσα τώρα που σας άκουγα. Είν’ αλήθεια πως συγκινήθηκα. 

Σας θυμίζουν κάτι τα ποιήματά σας; Κάτι δικό σας;
Μερικές φορές. Όχι πάντα. 

Του διαβάζω:
Μα πιο πολύ δοξάζω τον καλό θεό.
Που πρώτα μου τον χάρισε
κι εγκαίρως μου τον πήρε.

Κλείνει τα μάτια του ξανά. Τα ανοίγει. Κλείνω τον τόμο. Προσπαθεί κάτι να θυμηθεί και το πρόσωπό του συσπάται. Δεν του είναι εύκολο. «Είστε κουρασμένος, ε;». «Λιγάκι». Του κρατάω το χέρι, καθώς προεξέχει πια απ’ το κρεβάτι –το βάζω κάτω απ’ τα σκεπάσματα. «Θα σας δω το απόγευμα. Καλή ξεκούραση, κύριε Ντίνο». 
 

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017, 17:00
Όλο το μεσημέρι έψαχνα σ’ ένα παλαιοπωλείο, κοντά στην Καμάρα, παλιά του βιβλία –το «Επ’ εμοί», που δεν είχα, κάποια για τον Βασίλη Τσιτσάνη, την πρώτη έκδοση του «Εντευκτηρίου», τη μετάφρασή του στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, τα «Δημοσιεύματα για το Ρεμπέτικο 1942-1968», τους «Ρεμπέτες του ντουνιά», το «Αιώνιο παράπονο». «Ίσως στον Ιανό, στην Αριστοτέλους, να βρείτε κάτι. Αλλά απ’ την τότε του βιβλιογραφία αποκλείεται. Κι είναι κρίμα που δεν βρίσκεις εύκολα πλέον έργα του σημαντικότερου ποιητή της Θεσσαλονίκης. Γιατί ο Χριστιανόπουλος είναι η ίδια η Θεσσαλονίκη!». Ένας αγώνας ποδοσφαίρου στο Καυτανζόγλειο κλείνει την 3ης Σεπτεμβρίου που οδηγεί από τη Νέα Παραλία προς τις Σαράντα Εκκλησιές, παράκαμψη από Εγνατία προς Εθνικής Αμύνης κι έπειτα στη Γεωργίου Βιζυηνού –ο οδηγός ταξί εκνευρίζεται και του φταίει ο ΠΑΟΚ, «πανάθεμά τον». Κάνουμε κύκλους. Αστυνομία παντού –μπλόκα και κλούβες. Απελπισία. «Θα βρέξει, ε;», λέω. «Μπα…». 
Στο ισόγειο διαμέρισμα του κυρίου Ντίνου οι κουρτίνες είναι ήδη ανοιχτές. Τον βλέπω απ’ τον δρόμο. Με κοιτάει. Πλησιάζω. Βάζω το χέρι μου στο τζάμι και το κουνάω δεξιά-αριστερά. Του χαμογελώ. Χτυπάω το θυροτηλέφωνο. «Είναι πολύ καλύτερα τώρα. Είστε πολύ τυχερός», θα πει η Ελένη. Κάθομαι πάλι απέναντί του. Στα δεξιά του, αμετακίνητοι, οι άγιοι της ζωής του: ο Καβάφης και ο Τσιτσάνης. 

Σας αρέσουν οι συννεφιασμένες μέρες, σαν τη σημερινή;
Όχι. Προτιμώ τις ανοιχτόκαρδες. 

Έτσι ήσασταν κι εσείς στη ζωή σας; Ανοιχτόκαρδος;
Ήμουν.

Το καταλάβαιναν οι άλλοι ή σας λογάριαζαν σκληρό;
Δεν μ’ ένοιαζε αυτό.

«Παράξενο, πού βρίσκει το κουράγιο κι ανθίζει», έλεγε η τελευταία σας ποιητική συλλογή, που πρωτοκυκλοφόρησε στη Λευκωσία από τις εκδόσεις Αιγαίον. Εσείς πού βρίσκετε το κουράγιο;
Πάντως το έβρισκα. 

Δεν απελπιζόσασταν;
Δεν ξέρω. Ήμουν μάλλον δυνατός χαρακτήρας. 

Δεν είστε πια;
Τον καιρό εκείνο, ήμουν. Αυτή η έκδοση που κρατάτε στα χέρια σας κρατάει μέσα της όλο το κουράγιο –κι ανθίζει! 

Όλα είναι περαστικά στη ζωή;
Όχι όλα. 

Ό,τι κι αν ισχυρίζεστε, τα ποιήματά σας αποτυπώνουν πολύ μεγάλη ευαισθησία εκείνου που τα έγραψε…
Η ευαισθησία αυτή είναι φθαρτή. Πώς γίνεται δεν ξέρω. Πάντως υπάρχει. Και μάλιστα αρκετά έντονη. 

Εξωτερικεύεται αυτή σας η ευαισθησία με κλάμα;
Όχι. 

Ούτε κλάψατε ποτέ στο παρελθόν;
Δεν θυμάμαι. Δεν βαριέσαι… 

Είχατε απαιτήσεις από τους ανθρώπους;
Καμία απαίτησις. 

Σας πείραζε που ζούσατε μόνος στο σπίτι;
Όχι. Το προτιμούσα… 

Απ’ την άλλη, ο καημός γιατί είναι ανυπεράσπιστος;
Α, αυτό είναι μεγάλη ιστορία. Είναι ανυπεράσπιστος διότι δεν υπάρχει κανείς εκεί γι’ αυτόν. Είναι ένα μυστήριο πράγμα. Τώρα χάθηκε ο καημός, αλλά πότε πότε επανέρχεται. 

Όσο μεγαλώνετε θυμάστε με νοσταλγία τους έρωτες που πέρασαν απ’ τη ζωή σας ή χάθηκαν κι αυτοί;
Έσβησαν απ’ το μυαλό. Αλλά, ως μνήμη, εξακολουθούν και υπάρχουν, τους θυμούμαι κάποτε. Ας είναι. Καλώς, κακώς, περνάνε. Μετά ξαναβγαίνουν. 

Ποιο είναι το πιο σημαντικό που πέρασε απ’ τη ζωή σας; Τα ποιήματα; Η Διαγώνιος; Οι συναναστροφές; Οι άνθρωποι;
Δεν ξέρω. Ξέρεις πόσο με κυνηγούν και με κατατρέχουν άνθρωποι; Άνθρωποι κακιάς στιγμής.

Αφηνόσασταν να πληγωθείτε από ανθρώπους; Ή είχατε πάντα ασπίδα προστασίας απέναντί τους;
Υπήρχε και αυτό. Αλλά σε λίγο μέτρια κατάσταση. 

Η μοναξιά υπήρξε επικίνδυνη για τη ζωή σας;
Ας πάψουμε να μηρυκάζουμε τα πράγματα.

Του διαβάζω:
Ο νεαρός που με πλησίασε
μου ‘κανε προπαγάνδα για τον Μάο
αλλ’ όταν φτάσαμε στο πιο λεπτό μας ζήτημα
ήταν ξεκάθαρος: «Είμαι του Μάο, βέβαια, αλλά
όταν εγώ γαμάω, θέλω λεφτά».
«Έτσι βουλιάξατε την επανάσταση»
του απάντησα πικρόχολα
κι εξαφανίστηκα. 

Πρώτη φορά χαμογελάει. Μιλάει: 
«Αυτό το ποίημα έκανε εντύπωση, ίσως επειδή είχε πρόστυχες λέξεις. Πάντως έκανε εντύπωση». 

Υπάρχει ομορφιά σήμερα στον κόσμο;
Πολύ γενικεύεις. Ξέχασα αν υπάρχει. Τέτοια είναι πολλή στα ποιήματα. 

Το να είστε τόσο πολύ αφιερωμένος στην ποίηση σάς στέρησε χρόνο απ’ τη ζωή;
Δεν νομίζω. 

Ήταν μέρος της ζωής σας;
Όλα ήταν μέρος της ζωής μου. Τώρα τα ξέχασα και ησύχασα. Έγιναν παρελθόν.

Κρατάτε τίποτα απ’ αυτό το παρελθόν;
Τίποτα. Σχεδόν όλο, ξεχνιέται. 

Τι απέμεινε;
Πολύ φοβούμαι ότι το ξεχνώ. 

Του διαβάζω:
Βρήκες την εποχή να με ταράξεις στα δαγκάματα
και να μου κάνεις μελανιές σ’ όλο μου το κορμί.
Φοβάμαι μήπως φαίνονται απ’ τον ανοιχτό γιακά,
μήπως το καταλάβει η μητέρα,
μήπως το μυριστούν οι φίλοι,
και πώς να εμφανιστώ γυμνός στα μπάνια.
Δεν ξέρω πού ήσουνα ολόκληρο χειμώνα.

Όχι σιωπή. Αμέσως μιλάει:
«Είναι πολύ παλιό αυτό. Έχει και συνέχεια, αλλά τώρα πια την ξέχασα». 

Να πούμε άλλο ένα παλιό;
Να πούμε.

Του διαβάζω:
Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια –
η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.
Δεν ξέρω πως αντιλαμβάνεσαι εσύ τον έρωτα.
Δεν είναι μόνο μούσκεμα χειλιών,
φυτέματα αγκαλιασμάτων στις μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριά σπασμών.
Είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας,
όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί.

Αυτό είναι υπέροχο!
Κι εμένα μου αρέσει πολύ! Αυτό το «όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί»… (μου συλλαβίζει τη λέξη «δυσκολοκατάχτητο»)…

Αυτό είναι ο έρωτας;
Περίπου αυτό είναι. Αν ο έρωτας δεν είχε δυσκολία, δεν θα ήταν έρωτας. 

Του διαβάζω:
Στάξε μου το σάλιο σου
να γίνω λάσπη
ως πότε θα ‘μαι
χώμα ξερό…

Σιωπή. Για περισσότερο από ένα λεπτό. Ακούνητος, ωστόσο. Μιλάει:
«Είναι πολύ ωραίο αυτό. Με το τίποτα».

Με το τίποτα δεν γίνονται τα ποιήματα;
Πράγματι. Με το τίποτα… 

… Φοβάστε το τέλος;
Θα σας έλεγα πως βαριέμαι το τέλος.

Πάντως ήταν ωραία η μέρα σήμερα!
Πράγματι.

Ήταν αριστούργημα!
Ας μην είμαστε υπερβολικοί.  

Του διαβάζω:
Όλοι είναι όμορφοι
κατάλληλοι για συντροφιά.
Όλοι είναι εύκολοι
όταν κλοτσάει η μοναξιά.
Γιατί λοιπόν τόση ερημιά;

Σιωπή. Σιωπή. Για περίπου πέντε λεπτά. Απ’ την κουζίνα ακούγεται ο ήχος της ανοιχτής τηλεόρασης. Κοιτιόμαστε. Επανέρχεται. Σιωπή για άλλο ένα λεπτό. Δεν διακόπτω τους συνειρμούς του. Περιμένω. Περιμένω. Σκέφτεται. Θυμάται. Σιωπή ξανά. Μιλάει:
«Πάρε αυτό το απόσπασμα ποιήματος. Είναι απ’ τα καλύτερα. Κι ας είναι μια σταλίτσα». 

Γιατί, λοιπόν, τόση ερημιά;
… Γιατί, λοιπόν, τόση ερημιά;