Ένας από τους σημαντικότερους Κύπριους εικαστικούς και με καταλυτική παρουσία πέραν των 30 χρόνων, στα θεατρικά δρώμενα του τόπου, ξεδιπλώνει θύμησες και εικόνες μιασ ζωής, με όσα τον άγγιξαν και όσα τον καθόρισαν ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη.
Φωτο: Δημήτρης Βαττής
Την είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου, στα πέντε μου χρόνια. Ο παππούς μου δούλευε στην Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρία και για ένα διάστημα ήταν αποθηκάριος στην παλιά πόλη της Αμμοχώστου. Μια μέρα με πήρε μαζί του. Πήραμε το τρένο από τη Λευκωσία και φτάσαμε στην Αμμόχωστο. Όταν αντίκρισα πάνω από τα τείχη τη θάλασσα, ποθαυμάστηκα από την απεραντοσύνη της. Την ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Με το νερό αλλά και μ’ αυτό το απέραντο, το δίχως όρια, στοιχείο. Τα όρια πάντα με ενοχλούσαν στη ζωή μου και πάντα ήθελα να τα ξεπερνώ. Κι αυτός ο έρωτας που γεννήθηκε τότε, στα πέντε μου χρόνια, κρατά μέχρι σήμερα. Παρόλο που γεννήθηκα σε βουνό και έζησα στο δάσος, ο έρωτας μου ήταν και είναι η θάλασσα.
Όταν ήμουν μικρός, τον περισσότερο χρόνο ξάπλωνα κάτω από μιαν ελιά, πάνω σ’ ένα κρεβάτι στρατιωτικό και παρατηρούσα τα άστρα, τα οποία ένωνα με νοητές γραμμές. Έφτιαχνα κύβους, τρίγωνα, ορθογώνια… Τα γεωμετρικά σχήματα που στη συνέχεια ενέταξα στη δουλειά μου, έχουν την αφετηρία τους σ’ εκείνες τις νύχτες, της απόλυτης ησυχίας που μετρούσα τα άστρα.
Με τον Αντώνη Κατσαρή μοιραζόμασταν τον ίδιο έρωτα για τη θάλασσα. Και επειδή η σκέψη μας ήταν να πάμε να ζήσουμε στην Ελλάδα για να είμαστε στο κέντρο των καλλιτεχνικών δρώμενων, θελήσαμε κάποτε να κατασκευάσουμε ένα σκάφος. Μ’ άρεσε η ιδέα να έχω ένα σκάφος, να ζω πάνω, να δουλεύω πάνω, να ταξιδεύω στα νησιά… Πήγαμε, λοιπόν, και παραγγείλαμε σχέδια από την Αμερική. Ήταν σχέδια για ένα μεγάλο καράβι, 60 ποδών, σε στυλ πειρατικό. Κι αρχίσαμε να το κατασκευάζουμε στο εργαστήριο μου. Είχαμε φτάσει σχεδόν προς το τέλος, όταν έγινε η εισβολή. Ο ΘΟΚ τότε έκλεισε, ο Αντώνης έφυγε για την Ελλάδα, εγώ χρήματα δεν είχα… Και όπως έμειναν τότε οι ζωές μας στη μέση, έμεινε και το όνειρο του σκάφους ανολοκλήρωτο.
Ως μαθητής δεν ήμουν και πολύ του σχολείου. Έφευγα το πρωί και επέστρεφα σπίτι μόνο όταν βράδιαζε. Εξού και με τη μητέρα μου, τη Θέκλα, ήμουνα διαρκώς σε μια συγκρουσιακή σχέση, προφανώς της δημιουργούσα μεγάλο άγχος και αγωνία. Έφευγα και πήγαινα είτε στη μια πλευρά του χωριού, μέσα στο δάσος, είτε στην άλλη πλευρά, στα βραχώδη βουνά με τη σκληρή πέτρα και τα αγκάθια, όπου ήταν το μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα. Εκεί στο μοναστήρι υπήρχε μια δεξαμενή στην οποία έπεφτε το νερό που κατέβαινε από το βουνό. Όταν ανακάλυψα τη θάλασσα και έμαθα λίγο να κολυμπώ, το ταξίδι προς τη δεξαμενή γινόταν με μεγάλη προσμονή. Όλα αυτά με βοήθησαν να αναπτύξω ένα δυνατό δέσιμο με τη φύση. Η οποία αποδείχτηκε σπουδαίος δάσκαλος για μένα.
Όταν γεννήθηκα, το Μιτσερό είχε δεν είχε τετρακόσιους κάτοικους. Δεν μπορώ να πω αν ήμασταν φτωχή ή μη φτωχή οικογένεια. Τότε ο κόσμος είχε όσα χρειαζόταν γύρω του. Στην αυλή του. Τα πρόβατα, τις πάπιες, το σιτάρι, το κρασί, τις ελιές… Δεν ένιωσα να στερούμαι κάτι στα παιδικά μου χρόνια. Στα δώδεκά μου, μετακόμισα στη Λευκωσία για να φοιτήσω στην Εμπορική Σχολή Σαμουήλ. Και έμενα σε ένα δωμάτιο στο αρχοντικό του Χατζηγιωργάκη Κορνέσιου, το οποίο τότε ήταν ιδιωτικό σπίτι.
Με τις τρεις μικρότερες αδελφές μου δεν κάναμε πολλή παρέα όταν ήμασταν μικροί, εξαιτίας της διαφοράς ηλικίας που είχαμε. Πολλή παρέα έκανα με τον παππού μου τον Νικόλα. Πηγαίναμε μαζί στο δάσος, κοιμόμασταν μαζί, στήναμε παγίδες να πιάσουμε λαγούς… Ο πατέρας μου με επηρέασε σ’ ό,τι αφορά την τέχνη και ο παππούς μου σ’ ό,τι αφορά στη σχέση μου με τη φύση. Παρόλο που ήταν και οι δυο υπάλληλοι της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρίας, εντούτοις ήταν καλλιτεχνικές φύσεις. Ο πατέρας μου ήταν ξυλογλύπτης καταπληκτικός. Έφτιαχνε πέπλα για τις εκκλησίες, αλλά και διάφορα μουσικά όργανα, βιολιά, φλάουτα… Μάζευε τα ξύλα, τα φύλαγε για πέντε χρόνια ώστε να στεγνώσουν και μετά επέμβαινε σ’ αυτά. Ήταν εντυπωσιακός ο τρόπος που δούλευε. Ο παππούς μου έφτιαχνε διακοσμητικά για τις σουβάντζες και διάφορα άλλα γλυπτά με γύψο.
Τον καιρό της ΕΟΚΑ συνελήφθηκα από τους Άγγλους δύο φορές και έκανα μερικούς μήνες στη φυλακή. Σ’ ένα δωμάτιο ήμασταν γύρω στα δεκαπέντε άτομα, κοιμόμασταν στέκοντας που λέει ο λόγος, δεν υπήρχε χώρος να ξαπλώσουμε, ενώ οι Άγγλοι έβαζαν στον χώρο αέρια προκειμένου να τρέχουν συνέχεια τα μάτια μας. Τη χειρότερη εμπειρία, όμως, τη βίωσα όταν έφυγαν όλοι και έμεινα μόνος μου. Ήταν πολύ τραυματικό βίωμα, σαν απομόνωση, κουτουλούσα στους τοίχους, μιλούσα μόνος μου… Ήμουν τότε κάπου στα δεκαοκτώ μου.
Υπήρξε μια περίοδος της ζωής μου που στα όνειρά μου έβλεπα ότι πετούσα. Ίσως είχε να κάνει με την ανάγκη απελευθέρωσης από τον στενόχωρο τόπο στον οποίο ζούμε, όπου πάντα έπρεπε να μπεις σε ένα αεροπλάνο ή σ’ ένα πλοίο για να ταξιδέψεις… Αλλά ήταν τόσο αληθοφανή αυτά τα όνειρα που νόμιζα ότι πετούσα πραγματικά. Είναι θαρρείς και έζησα μέσα στα όνειρά μου την απόλυτη ελευθερία που νιώθουν μόνο τα πουλιά. Γι’ αυτό και πάντοτε ζήλευα τους αετούς…
Το ‘59 δούλευα στο τυπογραφείο του Κουβά και είχε έρθει ένας Άγγλος ο οποίος σχεδίαζε το έμβλημα τον Κυπριακών Αερογραμμών, ο οποίος μου ζήτησε να τον βοηθήσω με τις γραμματοσειρές. Αφού τον βοήθησα και συσχετιστήκαμε κάπως, φεύγοντας μου έδωσε τη διεύθυνσή του και μου είπε αν βρεθώ ποτέ στην Αγγλία, να πάω να τον βρω. Μετά τον αγώνα έκανα αίτηση να φοιτήσω στην Ελλάδα, που ήταν η επιθυμία μου, αλλά με απέρριψαν επειδή δεν ήμουν απόφοιτος γυμνασίου. Με είχε απογοητεύσει πάρα πολύ αυτή η απόφαση και η μόνη διέξοδός μου ήταν η Αγγλία, ένεκα του διαβατηρίου αλλά και επειδή ήξερα αγγλικά. Του έγραψα, λοιπόν, και όντως ανταποκρίθηκε και με βοήθησε πολύ εκείνα τα χρόνια. Και τελικά, κάθε εμπόδιο για καλό, αφού η Αγγλία ζούσε τότε μια καλλιτεχνική και όχι μόνο, επανάσταση με τους Μπιτλς, τα παιδιά των λουλουδιών, τα θέατρα, τις μουσικές… Ήταν μια εκρηκτική περίοδος.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο του Λονδίνου ήταν ένας χώρος στον οποίο πήγαινα τακτικά, καθόμουνα εκεί με τις ώρες και σχεδίαζα τις μετόπες του Παρθενώνα. Κατά κάποιον τρόπο, εκεί αναπλήρωσα την απογοήτευση που ένιωθα από την απόρριψη της αίτησής μου να φοιτήσω στην Ελλάδα. Μπορώ να πω εν πλήρει συνειδήσει πως η σχέση μου με την Τέχνη της Ελλάδας μέσα από τις αμέτρητες ώρες στο αρχαιολογικό μουσείο, ήταν το σημαντικότερο όσων έζησα στο Λονδίνο.
Πήγα σε πάρα πολλές χώρες. Έζησα στην Αγγλία, στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη… Παρόλο, όμως, που έβρισκα την Κύπρο στενόχωρη, επέστρεψα. Οι ρίζες ήταν τόσο δυνατές που με έφεραν πίσω. Το συνειδητοποίησα όταν πήγα στη Νέα Υόρκη για δεύτερη φορά. Η πρώτη ήταν το 1982, για έξι μήνες. Τότε η Νέα Υόρκη ήταν ένας μύθος. Οι καλλιτέχνες προωθούνταν πάρα πολύ. Ακόμα κι από τη CIA. Πολλοί σπουδαίοι Ευρωπαίοι καλλιτέχνες, μετέφεραν τη βάση τους στη Νέα Υόρκη. Τη δεύτερη φορά, έκατσα ένα χρόνο, ταξίδεψα σε πολλές πόλεις, έκανα διαλέξεις στο South Dakota University… Και μου πέρασε. Δεν με εντυπωσίαζε πλέον ως καλλιτέχνη, είχα απομυθοποιήσει το μύθο που εγώ είχα φτιάξει. Συνειδητοποίησα ότι η Μεσόγειος και η Ευρώπη ήταν ο χώρος μου. Και η Κύπρος μια γερή βάση, από την οποία μπορούσα να κάνω τις εξορμήσεις μου. Και εκεί στο Μιτσερό, δημιούργησα το μουσείο μου. Σ’ ένα χώρο που τον ήξερα, στον οποίο μεγάλωσα, στον οποίο ένιωθα ότι ανήκω. Επέστρεψα εκεί για να βάλω τα θεμέλια μου.
Όταν έγινε το πραξικόπημα, ο Πάτροκλος Σταύρου με τον οποίο φτάνουμε συγγενείς, ήταν υπό σύλληψη στο σπίτι του στη Λευκωσία. Η γυναίκα του, όμως, η οποία μόλις είχε γεννήσει την κόρη τους, ήταν μαζί με την Ελένη Καζαντζάκη στον Άγιο Γεώργιο Κερύνειας, σ’ ένα παραθαλάσσιο σπίτι που είχαν εκεί και ο Πάτροκλος μου ζήτησε να πάω να τους δω, να τους πάω χρήματα, να δω πώς είναι… Όντως πήρα το τζιπ μου και πήγα μέσω Μόρφου στην Κερύνεια. Δεν ήταν εύκολο, υπήρχε κέρφιου και όποιον έβρισκαν τον πυροβολούσαν επί τόπου. Εκεί, στο σπίτι είχε έναν τύπο ο οποίος δεν μου γέμισε το μάτι, εξέπεμπε κάτι αρνητικό, αισθάνθηκα έναν αόρατο κίνδυνο. Όταν έφυγε τους ρώτησα ποιος ήταν και μου είπαν ότι ήταν ο μπακάλης. Ύστερα από λίγη ώρα και προτού προλάβω να φύγω, γέμισε ο τόπος πραξικοπηματίες. Ήθελαν να ελέγξουν το αυτοκίνητό μου για όπλα και στη συνέχεια με πήραν για ανάκριση. Εκεί ο αστυνομικός που με ανέκρινε, Μηνάς το όνομά του, ήθελε να του υπογράψω ότι αποδέχομαι τον Σαμψών ως πρόεδρο, κάτι που δεν έκανα βεβαίως και έτσι συνελήφθηκα και φυλακίστηκα στο κάστρο μαζί με πολλούς άλλους. Θυμάμαι που με ρώτησε, γιατί είσαι εδώ. Και του είπα ότι ετοιμάζουν για έκθεση στο Ντόμους. Ε, εκεί που θα πας, μου είπε, θα βρεις και τον ιδιοκτήτη του, τον Κατσελή. Εκεί κοιμόμασταν στο πάτωμα και δεν μπορούσαμε να πάμε καν στην τουαλέτα, όποιος τολμούσε να βγει από το δωμάτιο που μας είχαν τον πυροβολούσαν στα πόδια. Έτσι κάναμε την ανάγκη μας σε μια γωνιά, στον ίδιο χώρο που μέναμε. Τελικά με άφησαν την Παρασκευή το βράδυ, πριν από την εισβολή. Με μετέφεραν δυο στρατιώτες σε ένα ξενοδοχείο οι πόρτες του οποίου ήταν ερμητικά κλειστές με άφησαν και έφυγαν. Όταν δεν άνοιξε κανένας, φοβούμενος να κυκλοφορήσω μόνος μου υπό τέτοιες συνθήκες, αποφάσισα να επιστρέψω στο κάστρο. Λίγο πριν το κάστρο, όμως, είδα το τζιπ μου σταθμευμένο μπροστά από τον αστυνομικό σταθμό με το κλειδί πάνω. Μπήκα μέσα, ήταν γύρω στις 10 το βράδυ, το ξεκίνησα και από το Μπελαπάις και μέσα από διάφορα χωριά για να αποφύγω τις περιπόλους, έφτασα τελικά στη Λευκωσία στις 2 τα ξημερώματα. Στις έξι το πρωί ξύπνησα από τους βομβαρδισμούς της τουρκικής αεροπορίας…

Μετά την εισβολή αποφάσισα να γίνω ψαράς. Ήταν τόσο αποκαρδιωτικά όλα όσα συνέβησαν, που αναρωτήθηκα: Μήπως η τέχνη είναι πολυτέλεια; Μήπως η τέχνη είναι μια ουτοπία; Ο ξεριζωμός, η προσφυγιά, ο πόνος, τα όνειρα που χάθηκαν… Πήγα, λοιπόν, με μια φίλη που είχα τότε και απομονωθήκαμε σε μια παραλία, εκεί στα νησάκια του Άη Γιώρκη, στην Πάφο και ζούσαμε με το ψάρεμα. Ήθελα να ηρεμήσω και να ανασυνταχθώ ακούγοντας τους ήχους της θάλασσας και αγναντεύοντας τον ουρανό. Τα ψάρια που έπιανα τα αντάλλαζα με άλλα τρόφιμα όπως ντομάτες, αγγουράκια, με τους κατοίκους της Πέγειας. Κάποια στιγμή, αποφάσισα να έρθω πίσω στη Λευκωσία και τότε, μια μέρα που καθόμουνα έξω από το εργαστήριο μου, ένα μουντό βροχερό δειλινό του Οκτώβρη, είδα ένα ουράνιο τόξο στον ουρανό, με τα υπέροχα χρώματά του και το οποίο, από το σημείο που εγώ το έβλεπα έμοιαζε λες και έβγαινε μέσα από το κοιμητήριο. Θυμήθηκα τότε τον Ηράκλειτο, τα πάντα ρει είπα, και ξεκίνησα τη γλυπτική. Μέχρι τότε η δουλειά μου, πέρα από τις κατασκευές σκηνικών στο θέατρο, ήταν μόνο ζωγραφική σε καμβά.
Σ’ ένα ταξίδι μου στη Γερμανία, πρέπει να ήταν το 1976, σκηνογραφούσα τότε ένα έργο στη Βαϊμάρη, κάποιος έκλεψε το διαβατήριο μου. Ένιωσα ότι μου έκλεψαν τις μνήμες μου, ένα κομμάτι της ζωής μου. Ένιωσα ότι έχασα την ταυτότητά μου, μέρος των βιωμάτων μου. Τότε τα διαβατήρια μας γέμιζαν με σφραγίδες, έδειχναν από πού ερχόμαστε, πού ήμασταν και πού πηγαίναμε… Κι εγώ έκανα πάρα πολλά ταξίδια, με το αυτοκίνητό μου είχα οργώσει όλη την Ευρώπη, πήγα σε πάρα πολλά μέρη. Σήμερα φαντάζει αδιανόητο, αλλά τότε η εμπειρία ήταν τραυματική. Όταν πήρα το καινούργιο στα χέρια μου, με λευκές σελίδες, ένιωθα ότι δεν είχα κάνει τίποτα. Ήταν σαν κάποιος να είχε κλέψει τις αναμνήσεις μου…
Όταν θα ανέβαινε στην Αθήνα το «Μάνα Κουράγιο» με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη, ήταν την περίοδο που μου είχαν κλέψει το διαβατήριο και εγώ κατέβαινα από τη Γερμανία στην Ελλάδα για τα σκηνικά. Στα σύνορα, δεν μπορούσαν να με δεχτούν, το διαβατήριο ήταν νέο, μου το είχε εκδώσει μετά από ταλαιπωρία η αγγλική πρεσβεία στο Βερολίνο, δεν υπήρχε κάποια σφραγίδα να δείχνει από πού μπήκα, ήταν λες και βρέθηκα εκεί ουρανοκατέβατος… Τους εξηγούσα, αλλά δεν συνεννοούμασταν. Ένας αστυνομικός που καθόταν μέσα στο φυλάκιο και άκουγε τη συζήτηση που κάναμε με το φουρό έξω, έβλεπε εκείνη την ώρα τηλεόραση. Και κατά σύμπτωση άρχισε να λέει για το έργο και τους συντελεστές, οπόταν αυτός είδε το πρόσωπό μου και άκουσε το όνομα και πετάχτηκε έξω, είναι αυτός που σου λέει είπε στον φρουρό και με άφησαν να περάσω.
Το πρώτο γλυπτό έργο που έκανα ήταν το «Ουράνιο Τόξο», εμπνευσμένο από το ουράνιο τόξο που είχα δει να «βγαίνει» από το κοιμητήριο εκείνο του δειλινό του Οκτώβρη. Ήταν ένα συμβολικό έργο ειρήνης και αισιοδοξίας το οποίο θέλησα και εξασφάλισα άδεια, να το στήσω σε μια περιοχή σκληρών μαχών, εκεί στον κυκλικό κόμβο του Κολοκασίδη, για να είναι ορατό κι από τις δυο πλευρές. Τότε, το 1975, με χορήγησαν για την κατασκευή και την ανέγερσή του με 500 λίρες τα τσιγάρα Γκαράνη. Η τελική φάση του στησίματος ήταν ένα συμπόσιο καλλιτεχνικό, που πρώτη φορά συνέβαινε μετά το 1974, αφού κάλεσα εκεί φίλους ηθοποιούς και συνεργάτες, ανθρώπους των Τεχνών και των Γραμμάτων αλλά και όσο κόσμο ήθελε να παρευρεθεί. Ήταν μια γιορτή, έμοιαζε με πικ νικ, σαν Καθαρά Δευτέρα στην εξοχή, πίναμε, τρώγαμε και έτσι ανυψώθηκε το «Ουράνιο Τόξο». Δυστυχώς, χρόνια αργότερα και παρόλο που εξασφαλίσαμε χορηγία 10.000 λιρών για επιδιόρθωση και ανακατασκευή του, το κράτος και η διαφορετική προσέγγιση των υπηρεσιών του, το κατέβασαν για να δημιουργήσουν κάτι άλλο… «Δεν ταιριάζει με τη νέα τοπιοτεχνική διαμόρφωση» είπε η Πολεοδομία…
Πρόσφερα πολλά στο θέατρο, αλλά μου πρόσφερε πολύ περισσότερα πίσω. Διδάχτηκα πάρα πολλά από αυτό. Παρόλο που δεν είχα σπουδάσει σκηνογραφία, μπήκα στο χώρο από αγάπη και χαίρομαι που πολλές από εκείνες τις παραστάσεις που κάναμε, παραμένουν μέχρι σήμερα σημεία αναφοράς. Το πρώτο έργο που έκανα ήταν το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», του Έντουαρντ Άλμπι. Δεν υπήρχε ΘΟΚ τότε, είχε μια ομάδα ο Νίκος ο Σιαφκάλλης και μου ζήτησε να κάνω τα σκηνικά σ’ αυτό το έργο. Εγώ είχα μόλις εκπροσωπήσει την Κύπρο στην Μπιενάλε Νέων του Παρισιού με τρία έργα αισθησιακής έμπνευσης. Στην Κύπρο, όμως, παρόλο που αυτοί με επέλεξαν και με έστειλαν, δεν ήθελαν, συντηρητικά σκεπτόμενοι, να τα παρουσιάσουν στις εκθέσεις που έκαναν στη συνέχεια στην Κύπρο. Έτσι, όταν μου ζήτησε ο Σιαφκάλλης να σκηνογραφήσω τη Βιρτζίνια Γουλφ, του είπα υπό έναν όρο. Να εντάξω στο σκηνικό, στο σαλόνι, αυτά τα έργα. Όπως και έγινε. Και θυμάμαι που όταν ήρθε να δει την παράσταση ο Παναγιώτης Σέργης, Μορφωτικός Λειτουργός του Υπουργείου Παιδείας, σοκαρίστηκε που τα είδε. «Ευτυχώς που με απορρίψατε», του είπα. «Στην Παγκύπρια Έκθεση θα τα έβλεπαν πολύ λίγοι, ενώ εδώ θα τα δουν μερικές εκατοντάδες». Πολλά χρόνια μετά, το 1982, στη Νέα Υόρκη, με κάλεσε σε δείπνο μια φίλη Κουβανέζα επί ευκαιρία των εγκαινίων μιας έκθεσής της. Απέναντί μου, καθόταν ένας κύριος ο οποίος με ρώτησε τι κάνω και του ανέφερα ότι το πρώτο έργο που σκηνογράφησα ήταν το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», του Έντουαρντ Άλμπι. Α, ωραία μου, λέει. Χαίρομαι που ανεβάζετε έργα μου χωρίς να το γνωρίζω, σε έναν τόπο που επίσης δεν γνωρίζω. Είμαι ο Έντουαρντ Άλμπι…
Όταν ανεβάζαμε τους «Παλαιστές» του Στρατή Καρά, τη σκηνοθεσία την υπόγραφε ο Βλαδίμηρος Καυκαρίδης, αλλά το έργο το συζητούσαμε όλοι μαζί οι συντελεστές, ο Κατσαρής, ο Χαραλάμπους, ο Στέλιος ο Καυκαρίδης, η Δέσποινα, εκεί στο Garden Café που καθόμασταν κάθε πρωί. Και το σκηνικό και τα κοστούμια προέκυψαν από αυτή τη συζήτηση και είχαν ένα σαφέστατο αντιχουντικό χαρακτήρα. Φτιάξαμε μια περιστροφική σκηνή, πρωτοποριακό εύρημα για την εποχή, κάθε φορά που έμπαινε ένας υποτιθέμενος δικτάτορας, έπεφτε κι ένα κάγκελο που έκλεινε το χώρο ο οποίος σιγά σιγά έμοιαζε με φυλακή. Οι στολές ήταν λευκές μεν, αλλά σε στυλ ναζί, η δε φωνή του Κατσαρή θύμιζε τον Παττακό. Όταν ήρθε ο Στρατής Καράς στη γενική πρόβα, σοκαρίστηκε. Θα σας αφήσουν να το ανεβάσετε; μας ρώτησε. Στην Ελλάδα το έργο το είχε ανεβάσει ο Κουν, χωρίς αυτό το στόχο και η χούντα, μάλιστα, το βράβευσε. Πράγματι, μετά την πρώτη προβολή, κι αφού είδαν τι μηνύματα έστελνε, δεν πρόλαβε να κάνει πολλές παραστάσεις. Έκαναν το παν για να σταματήσουν τη συνέχιση και την περιοδεία του. Και τα κατάφεραν.
Ήμασταν μια παρέα, μέσα και έξω από το θέατρο. Κάθε Δευτέρα οι ηθοποιοί δεν είχαν θέατρο και στο στάβλο μου, στο σπίτι που έμενα τότε κοντά στο K Cineplex, μαζευόμασταν, πίναμε τα κρασιά μας, τρώγαμε τα σουβλάκια μας, τραγουδούσαμε, χορεύαμε, ανάβαμε φωτιά στη μέση και καθόμασταν γύρω της… Και δεν ήταν μόνο ηθοποιοί, ήταν άνθρωποι των Γραμμάτων, άνθρωποι από πολλούς και διάφορους χώρους… Ήταν ένας χώρος δράσης, συζητούσαμε, ανταλλάζαμε σκέψεις… Υπήρχε μια βασική παρέα, ένας πυρήνας, αλλά κάθε Δευτέρα προσθέτονταν κι άλλοι, κι άλλοι… Πλέον δεν μπορώ να πω ότι βλέπω ανθρώπους του θεάτρου συχνά. Υπάρχει, όμως, ένας σεβασμός, του ενός προς τον άλλο κι αυτό είναι δεδομένο.
Είμαι συνειδητοποιημένος με τη ζωή. Είμαστε στιγμές στο χρόνο. Δευτερόλεπτα. Εύθραυστες, λεπτές, κλωστές. Η πορεία, άλλωστε, προς το θάνατο είναι το μόνο καθορισμένο στη ζωή μας, από την πρώτη ημέρα που γεννιόμαστε. Και είμαι πολύ ευχαριστημένος απ’ όσα έζησα μέχρι τώρα. Γιατί έζησα απόλυτες καταστάσεις. Και στον έρωτα και στην καθημερινότητα και στη δημιουργική μου πορεία. Αλλά δεν είμαι νοσταλγικός τύπος, αν πας πίσω χάθηκες. Η ιστορία μου συνεχίζεται, Παραμένω καλλιτέχνης εν δράσει…
Info: Ο Νίκος Κουρούσιης συμμετέχει σε κοινή έκθεση με τη Λία Λαπίθη που διοργανώνει το Τμήμα Αρχαιοτήτων στο Μεσαιωνικό Κάστρο Κολοσσίου, στη Λεμεσό.
Νίκος Κουρούσιης / συμπόσιο, 1363
Λία Λαπίθη / ανάθημα, 1356
Εγκαίνια 22 Απριλίου, 18:30 – διάρκεια μέχρι 30/9