Συγγραφέας παραμυθιών / μουσικοπαιδαγωγός. Δεν μπορεί να φανταστεί πώς θα ήταν η ζωή της εάν ο θείος, ο Μίκης, δεν έλεγε στους γονείς της να της αγοράσουν ένα πιάνο.
Το καινούριο παραμύθι μου λέγεται «Γιαγιά σ’ αγαπώ». Προέκυψε από τη δυνατή σχέση που είχα με τη γιαγιά μου, η οποία μας άφησε πριν πέντε χρόνια. Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι καριερίστες και ουσιαστικά αυτή μας μεγάλωσε όπως συνηθίζεται στις ελληνικές οικογένειες.
Με αφορμή την απώλεια της γιαγιάς μου λοιπόν έγραψα αυτό το παραμύθι. Σε αυτό ένα κοριτσάκι περιγράφει τη σύνδεση με τη γιαγιά της η οποία κάποια στιγμή παθαίνει άνοια και το μυαλό της, της παίζει παιχνίδια. Ο στόχος ήταν να δείξω ότι πρέπει να σεβόμαστε τους ανθρώπους που φτάνουν σε τέτοια κατάσταση.
Θεωρώ ότι στην Ελλάδα του σήμερα οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν τη μέριμνα και την προσοχή που τους αξίζει. Όταν έχεις λεφτά πιθανόν να έχεις και τη φροντίδα. Τα πράγματα έχουν γίνει πολύ δύσκολα οικονομικά όμως και από το κράτος δεν υπάρχει αυτή η βοήθεια.
Είμαι καθηγήτρια φωνητικής και πιάνου. Κάποια στιγμή, το ’99 όταν δίδασκα στο Εθνικό Ωδείο ένιωσα την ανάγκη να γράψω ένα βιβλίο που να μιλά για τις νότες σαν να είναι παραμύθι. Εξέδωσα λοιπόν το «Η Παραμυθάδα με τις Νότες» όπου τον πρόλογο τον έκανε ο θείος μου ο Μίκης (σ.σ. Θεοδωράκης). Η μουσική ήταν η αφορμή που ξεκίνησα να γράφω και ο λόγος που συνεχίζω.
Η μητρότητα έπαιξε ρόλο στο πώς γράφω και μου έδωσε ώθηση να συνεχίσω. Πάντα πριν παραδώσω το χειρόγραφο στον εκδοτικό οίκο το διάβασα στις κόρες μου για να έχω και μια δική τους άποψη.
Και στο σπίτι μου, όταν ήμουν μικρή διάβαζαν σε μένα και τον αδελφό μου παραμύθια. Είχαμε δυο γονείς δημοσιογράφους επομένως διαβάζαμε μέχρι και τα άρθρα τους και καμαρώναμε.
Όταν είσαι παιδί δεν καταλαβαίνεις το επίθετό σου. Έβλεπα το θείο μου τον Μίκη και έλεγα «τι ψηλό θείο έχω»! Σήκωνα το κεφαλάκι μου και έψαχνα να τον δω γιατί έμοιαζε σαν γίγαντας στα μάτια μου. Μεγαλώνοντας κατάλαβα τη σπουδαιότητά του ενώ με το που ασχολήθηκα με τη μουσική συνειδητοποίησα πόσο μεγάλη διάνοια είναι.
Φοβόμουν τη σύγκριση μαζί του στο παρελθόν. Είχαμε το ίδιο επίθετο, ήμουν ανιψιά του και είμαι στο χώρο της μουσικής. Θεωρούσα πως έπρεπε να είμαι τέλεια, να είμαι σαν αυτόν. Αυτό όμως είναι ανέφικτο. Μικρότερη το ένιωθα να με πνίγει γιατί δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ. Κατάλαβα όμως ότι δεν μπορώ να τον φτάσω και έτσι άρχισε να μου φεύγει το βάρος.
Επέλεξα τη μουσική από πολύ μικρή. Ο θείος μου είπε στους γονείς μου να μας πάρουν ένα πιάνο. Έτσι, από πέντε χρονών ξεκίνησα μαθήματα. Στην εφηβεία που ήταν δύσκολα έβρισκα καταφύγιο στη μουσική. Ήταν ένα λιμάνι. Πρώτα λειτούργησε έτσι, σαν κάτι θεραπευτικό.
Πάντα έκανα προσεκτικά βήματα. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που ορμάνε. Υπάρχει σκέψη πριν. Δεν έχω αισθανθεί ποτέ ότι μου την έχουν στημένη για το όνομά μου παρά μόνο όταν έκανα τηλεόραση. Στο «Greek Idol» κάποιοι δημοσιογράφοι διερωτώντο πώς η ανιψιά του Θεοδωράκη πήγε να γίνει κριτής σε ένα talent show. Οι άνθρωποι δηλαδή που έχουν μια παραπάνω μόρφωση μουσικά δεν αξίζουν να είναι στην τηλεόραση;
Μου αρέσει πολύ η jazz. H jazz του ’20 με την Ella Fitzgerald, τη Nina Simone, τη Billy Holiday είναι η μουσική που με χαλαρώνει. Μου αρέσει πολύ η κλασική μουσική και ο Βιβάλντι. Ανάλογα με το κέφι και τη στιγμή ακούω και άλλου είδους μουσική.
Υπήρξα πολύ ευλογημένη και τυχερή. Και αυτό έγινε γιατί βρέθηκε μπροστά μου η μουσική. Πάντα είναι το καταφύγιο, το σπίτι μου. Θα ήμουν δυστυχισμένη να έκανα κάτι άλλο.
Το νέο βιβλίο της Μάρως Θεοδωράκη «Γιαγιά σ’ αγαπώ» κυκλοφορεί μέσα Απριλίου από τις εκδόσεις Μίνωας.