Ρένη και όχι Ρένα ‘η Ειρήνη. Από μικρή σε αυτό το όνομα επέλεξε να ακούει. Όπως επέλεξε να ζήσει τη ζωή που ήθελε. Ταγμένη στο θέατρο, μακριά από συμβάσεις και κοινωνικά πρέπει. Κι ας της έλεγαν εκείνο το πρωινό που εμφανίστηκε στο θέατρο με κραγιόν πως αν τη δει έτσι ο μεγάλος δάσκαλος θα είναι σαν να βάζει ταφόπλακα στην καριέρα της. Αυτή κράτησε το κραγιόν της και έγινε μια απ’ τις πιο αγαπημένες μαθήτριες και εμβληματικές πρωταγωνίστριες του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν.
Φωτογραφίες: Δημήτρης Βαττής
Γιατί Ρένη και όχι Ρένα; Κανονικά το όνομά μου είναι Ειρήνη. Είχα όμως μια μητέρα που έψαχνε τα πράγματα… Είχε δει λοιπόν ένα φιλμ –νομίζω «Πριγκίπισσα Ρένη» λεγόταν η ταινία– και ήθελε αυτό για μένα αντί το Ρένα, που είναι κανονικά το υποκοριστικό του ονόματός μου.
Θα μπορούσε να πει κανείς λοιπόν ότι οι γονείς σας ήταν προοδευτικοί άνθρωποι; Ήταν, ναι. Κανένα παιδί βέβαια δεν βλέπει τους γονείς του προοδευτικούς, γιατί πάντα υπάρχει το χάσμα γενεών. Μεγαλώνοντας αντιλήφθηκα ότι ήταν άνθρωποι ανοικτόμυαλοι.
Άλλα χαρακτηριστικά τους; Ο πατέρας μου καταγόταν απ’ το Κορδελιό Σμύρνης και είχε έρθει νεαρός στην Ελλάδα με τον παππού μου. Η μητέρα μου ήταν Αθηναία με καταγωγή απ’ το Άργος. Ο πατέρας μου λοιπόν ήταν στρατιωτικός. Ερχόμενοι κατεστραμμένοι απ’ τη Σμύρνη, δεν υπήρχε περίπτωση να ακολουθήσει την κλίση του την καλλιτεχνική. Ήταν ένας ευαίσθητος άνθρωπος, καλλιτέχνης. Επέλεξε όμως τον στρατό, κάτι εντελώς αντίθετο απ’ αυτό. Έπρεπε να επιλέξει κάτι σταθερό και προσοδοφόρο. Ή θα ήταν τραπεζικός ή στρατιωτικός. Διάλεξε το δεύτερο, γιατί εκείνη την εποχή δούλευε στους ανθρώπους η Μεγάλη Ιδέα. Έτσι, η καλλιτεχνική πλευρά συμπιέστηκε και πνίγηκε μέσα στις συνθήκες της σκληρής, στρατιωτικής ζωής, με την πειθαρχία. Αυτά μου τα κληροδότησε και μένα.
Εντοπίζετε στοιχεία δικά του σε σας; Είμαι κι εγώ πειθαρχημένη και καταναγκαστική. Απ’ την άλλη είχα τη μητέρα μου, που ήταν ένας άνθρωπος που τραγουδούσε, διάβαζε ποιήματα… Ήταν μια νοικοκυρά της εποχής, αλλά η φύση της ήταν κάπως ποιητική. Έχω και στοιχεία δικά της στον χαρακτήρα μου.
Ως οικογένεια ακολουθούσατε τον πατέρα σας στις μετακινήσεις του; Ως στρατιωτικός θα πρέπει να άλλαζε συνεχώς πόστα… Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στα Εξάρχεια, στο σπίτι της μητέρας μου. Έζησα τον χωματόδρομο, τα παιχνίδια στον δρόμο. Είχαμε όμως συχνές μετακινήσεις με τον πατέρα μου. Έκανα κάποιες τάξεις στη Θεσσαλονίκη, στη Φλώρινα, στην Κοζάνη, στα Τρίκαλα, στη Λάρισα. Βασικά γινόταν ένα πήγαινε έλα. Πότε ήμασταν μαζί του και πότε μέναμε στην Αθήνα με τη μητέρα.
Αυτά τα συνεχή ταξίδια και οι μετεγκαταστάσεις σε διαφορετικά μέρη σάς επηρέασαν; Έπαιξε αυτό κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα σας; Σαφέστατα! Με όλες αυτές τις μετακινήσεις γνώρισα μια άλλη Ελλάδα. Είδα τη φύση, τους ανθρώπους της επαρχίας, με τα καλά και τα κακά τους. Ήμουν προστατευμένη βέβαια, γιατί ήμουν κόρη στρατιωτικού. Υπήρχε ένας απόηχος απ’ τον εμφύλιο, που τον εισέπραττα, αλλά όχι έντονα. Σε αυτές τις μετακινήσεις είδα το Πήλιο, τα μακεδονικά βουνά, το Περτούλι. Έζησα σε ένα παρθένο περιβάλλον –φανταστείτε πώς ήταν εκεί τέλη της δεκαετίας του ’50. Είμαι ευγνώμων γιατί δεν ήμουν ένα παιδί κλεισμένο σε ένα σπίτι στην Αθήνα. Είδα μια Ελλάδα ωραία.
Υπήρξατε μοναχοκόρη. Σωστά; Είμαι μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι. Ήμουν η βασίλισσα του σπιτιού, το κέντρο του κόσμου για τους γονείς μου. Είχα όλη αυτή την προσοχή και δεν στερήθηκα κάτι. Ήταν μια δύσκολη περίοδος, όπου η χώρα έβγαινε απ’ τον εμφύλιο. Και παρόλο που ήμουν προστατευμένη, έβλεπα στη λαϊκή της γειτονιάς μου τη φτώχεια, τα πράγματα που ήταν μετρημένα. Ίσως γι’ αυτό και αργότερα, όταν όλοι είχαμε μια άνεση, δεν λιμπίστηκα ούτε ζήλεψα πράγματα. Δεν ήθελα σπίτια, κοσμήματα και αυτοκίνητα.
Είχα διαβάσει ότι είχατε κι έναν δίδυμο αδελφό. Εγώ δεν τον γνώρισα, γιατί στους έξι μήνες πέθανε. Ήταν και άλλες εποχές, δεν σωζόντουσαν εύκολα τα άρρωστα παιδιά, δεν υπήρχαν τα μέσα. Γεννηθήκαμε δίδυμα με το αγοράκι αυτό, αλλά πέθαινε από καρδιά.
Η απώλεια του αδελφού σας επηρέασε τους γονείς σας; Αυτό το εισέπραξα περισσότερο απ’ τη μητέρα μου. Τη θλίψη της την άκουγα από πολύ μικρό παιδί και μου μιλούσε γι’ αυτό και έκλαιγε.
Εσάς, κατ’ επέκταση, σας επηρέασε με κάποιον τρόπο; Βέβαια…
Σας έλειψε ένας αδελφός, μια αδελφή; Δεν ένιωσα στέρηση, γιατί είχα τα ξαδέλφια μου, τις φίλες μου. Απολάμβανα αυτό το μονοπώλιο και την εξουσία ως μοναχοκόρη. Αργότερα βέβαια το πλήρωσα.
Πώς το πληρώσατε; Οι γονείς μου ήταν αταίριαστοι και εξαιτίας μου δεν χώρισαν. Ήταν λοιπόν αυτό το βάρος πάνω μου… Υπήρξα ο μοναδικός συνδετικός κρίκος δύο τέτοιων ανθρώπων. Την πρώτη χρονιά που τέλειωσα τη σχολή βγήκα σε αυτή την καταπληκτική περιοδεία, το καλοκαίρι του 1966, σε όλη την Ελλάδα με τους «Όρνιθες». Τότε ήρθα πρώτη φορά στην Κύπρο και έπαιξα στο Κούριο, όπου παρών ήταν και ο Μακάριος. Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν οι γονείς μου ήταν κλεισμένοι μέσα στο σπίτι και περίμεναν πότε θα ακούσουν νέα μου.
Είχαν μια εξάρτηση από εσάς. Και ήταν ένα βάρος να ξέρω ότι αυτοί οι άνθρωποι εξαρτώνται πλήρως από μένα, γιατί δεν είχαν μεταξύ τους σύνδεσμο και ζωή.
Αλήθεια, η υποκριτική πότε μπήκε στη ζωή σας; Μέχρι να αποφασίσω να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό ή στο Τέχνης, μπαινόβγαινε στη ζωή μου, είτε με κάποιες απαγγελίες είτε σε σχολικές παραστάσεις. Το άφηνα, το ξέχναγα…
Θυμάστε τις πρώτες επιρροές σας; Ήταν το θέατρο ή ο κινηματογράφος; Οι γονείς μου δεν έβλεπαν πολύ θέατρο. Απ’ την άλλη, η Πατησίων ήταν γεμάτη με αίθουσες κινηματογράφου, που ήταν ξέχειλες από κόσμο. Δεν υπήρχε ακόμα η τηλεόραση. Εγώ μεγάλωσα με τα αμερικάνικα τα μιούζικαλ και τις ταινίες, ενώ ύστερα άρχισε να μπαίνει και το πιο καλτ σινεμά. Αργότερα, όταν μετακομίσαμε στην Ιουλιανού, ανέβαινα στην ταράτσα και έβλεπα τις ταινίες που πρόβαλλε ο γειτονικός κινηματογράφος Άτλας. Εκεί είδα για πρώτη φορά το «Χιροσίμα, αγάπη μου».
Επομένως, πότε αποφασίσατε ότι θέλατε να ασχοληθείτε με το θέατρο; Όταν τέλειωνα το γυμνάσιο ήμουν ανάμεσα στην υποκριτική και τη Φιλοσοφική, έχοντας απώτερο στόχο την αρχαιολογία. Υπήρχε και μια κληρονομία από τη μεριά του πατέρα μου. Οι παππούδες μου και οι προπάπποι μου ήταν αρχαιολόγοι. Μάλιστα υπάρχει και η οδός Πιττάκη στου Ψυρρή προς τιμήν τους. Μπήκα στο πανεπιστήμιο και παράλληλα ξεκίνησα και τη σχολή. Τότε είχα πάει θέατρο με τη μητέρα μου και είδαμε μια παράσταση. Ήταν καθοριστική εκείνη η παράσταση…
Με ποιο τρόπο; Γιατί ενώ το έργο δεν ήταν σπουδαίο –ήταν ένα γαλλικό μελό της εποχής, εμπορική επιτυχία, «Τα νέα παιδιά» ονομαζόταν νομίζω– για μένα ήταν αποκάλυψη. Μας πήγαν εκεί κάποιοι γείτονές μας απ’ την πολυκατοικία, αστοί, προοδευτικοί. Στο μικρό θεατράκι είδα μια τετράγωνη σκηνή με τέσσερα σπίτια, μια πλατεία, και αυτά άλλαζαν, μετακινούνταν, έφευγαν, ερχόντουσαν. Είδα τη μαγεία του θεάτρου. Παρόλα αυτά, ήμουν πολύ επιφυλακτική με το θέατρο.
Γιατί αυτό; Ήμουν ένας ντροπαλός άνθρωπος, κλειστός και όχι ιδιαίτερα κοινωνικός. Σκεφτόμουν ότι δεν θα προχωρούσα, γιατί ήμουν πολύ συνεσταλμένη, δεν είχα την τόλμη. Εκεί με έσπρωξε η μητέρα μου. Μου είπε να το προσπαθήσω…
Οι γονείς σας δεν είχαν αντιρρήσεις; Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελαν να ακολουθήσω μόνο τον δρόμο του θεάτρου. Ήθελαν να έχω την ασφάλεια του πανεπιστημίου, να κάνω και ένα γάμο για να αποκατασταθώ. Μετά όμως άφησα το πανεπιστήμιο, γιατί δεν μπορούσα να ξυπνάω νωρίς και να τρέχω από τις έξι στα μαθήματα και μετά να πηγαίνω στου Κουν. Και έτσι έμεινα στο θέατρο.
Είχα διαβάσει σε μια συνέντευξή σας για ένα επεισοδιακό περιστατικό απ’ τις εξετάσεις σας, γιατί εμφανιστήκατε με κραγιόν. Στο Θέατρο Τέχνης υπήρχε αυτός ο μύθος ότι έπρεπε να ήσουν στα μαύρα ντυμένη για να σε πάρει ο Κουν στη σχολή. Επέστρεφα όμως από διακοπές και αντί να είμαι χλωμή και με τσεμπέρι, εμφανίστηκα με κολιέ, κραγιόν και ένα πορτοκαλί φόρεμα. Πέσαν πάνω μου να με φάνε, ότι ο Κουν δεν θα με πάρει, ότι θα με διώξει, ήθελαν να βγάλω το κραγιόν. Δεν υπήρχε περίπτωση όμως να προσποιηθώ κάτι άλλο. Πήγα αυτή που ήμουν, όπως θα έβγαινα να πάω σε έναν καφέ, σε μια γνωριμία. Ήμουν περιποιημένη, προσεγμένη, καθαρή. Και αυτός ο άνθρωπος κάτι είδε σε μένα. Δεν είχα ιδέα όμως, δεν είχα επίγνωση. Δεν είναι ότι έκανα κάτι επαναστατικό…
Ο Κουν τι άνθρωπος ήταν; Απίστευτος, απίθανος. Ήταν μια εκρηκτική προσωπικότητα, παθιασμένη. Τον γνώρισα στο πικ του. Είχε πάρει ήδη το Βραβείο των Εθνών με τους «Όρνιθες», επέστρεφε με δάφνες απ’ το Λονδίνο. Τον γνώρισα λοιπόν στην ακμή του. Απ’ το ’66 που ξεκίνησα τη σχολή, έμεινα μαζί του μέχρι το τέλος, το ’87, ζώντας μαζί του και τη βιολογική και τη δημιουργική κάμψη του.
Σε αυτά τα είκοσι χρόνια που ανήκατε στο δυναμικό του Θεάτρου Τέχνης δεν θελήσατε να δοκιμάσετε τις δυνάμεις σας αλλού; Δεν σας κρύβω πως υπήρξαν στιγμές που ένιωθα την επανάληψη. Μάλιστα, το ’80 είχα μια επαφή με τους ανθρώπους που έκαναν τη Νέα Σκηνή, αλλά δεν τόλμησα να φύγω. Αισθανόμουν πολύ δεμένη, σαν να ήταν ένας δεύτερος πατέρας μου. Εκείνη την περίοδο μάλιστα, είπα στον Κουν ότι θα δοκίμαζα κάτι στην τηλεόραση. Αργότερα έμαθα ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν με ανέφερε στη διαθήκη του.
Απ’ την άλλη, είναι γνωστό ότι απαγόρευε τους έρωτες στο θέατρό του. Αλλά μάλλον έριχνε λάδι στη φωτιά. Έτσι; Ίσχυε αυτό, αλλά σε μένα λειτούργησε κάτι άλλο. Δεν εκδιώχθηκα όταν έμαθε για μένα και τον Μίμη (σ.σ. Κουγιουμτζή). Είχα λοιπόν ένα προνόμιο που ήταν πρωτοφανές, ενώ αργότερα μάλιστα μας πάντρεψε.
Πώς αντιδρούσε που αναπτύσσονταν κάτω από τη στέγη του ένας έρωτας; Θύμωνε πολύ. Θεωρούσε ότι τα ζευγάρια συνιστούσαν κίνδυνο για τις καλλιτεχνικές του ισορροπίες.
Ήταν έντονη προσωπικότητα και όταν θύμωνε; Ήταν εκρηκτικός. Υπήρχε μεγάλη αυστηρότητα στο θέατρο. Απαιτούσε την απόλυτη αφοσίωση.
Ο κινηματογράφος δεν σας ενδιέφερε; Ήταν σειρήνα, αλλά αισθανόμουν τέτοια πληρότητα, που δεν είχα χώρο για κάτι άλλο. Με ενδιέφερε το θέατρο και ήθελα να είμαι εκεί. Ξέρετε, αυτό το σκεφτόμουν σε σχέση με το έργο που κάνω τώρα στον ΘΟΚ. Υποδύομαι τη Μαίρη Ταϊρόν, που ονειρευόταν να γίνει καλόγρια, ήταν και αυτή καλοθρεμμένη, ντροπαλή. Εγώ ήμουν καλόγρια στον Διόνυσο, αυτή ήταν η θρησκεία μου. Ήμουν αφιερωμένη και απόλυτα δοσμένη στο θέατρο. Όλη η ζωή μου, ακόμα και ο γάμος μου, ήταν με έναν άνθρωπο του Θεάτρου Τέχνης. Ήταν η οικογένειά μου το θέατρο.
Βαρεθήκατε να παίζετε ρόλους; Όχι! Όταν έχει κάτι ενδιαφέρον, το θέλω. Υπάρχουν βέβαια κάμψεις, φάσεις που κουράζομαι. Είναι ένα ρεπερτόριο που δεν έχω κάνει και θέλω να προλάβω. Δεν είχα κάνει Ο’Νηλ ποτέ και ήθελα πολύ να κάνω. Σαίξπηρ δεν έκανα, Τσέχωφ λίγο. Όταν βγήκα στο θέατρο, ο Κουν τα άφησε αυτά και έκανε μοντέρνο θέατρο: Πίντερ, Ιονέσκο, αρχαίο δράμα, ελληνικό ρεπερτόριο. Με αυτά καταπιάστηκα κι εγώ.
Τι χαρά σας προσφέρει το θέατρο, κυρία Πιττακή; Απερίγραπτη! Είναι το παίδεμα, η αγωνία, τα σκαμπανεβάσματα με την απογοήτευση και τη χαρά. Είναι η εναλλαγή συναισθημάτων και συνθηκών. Και αυτό γίνεται συνέχεια. Είναι η επικοινωνία με τους ανθρώπους. Ήταν ένας άλλος τρόπος να ζήσω τα πράγματα.
Τον εαυτό σας έξω απ’ το θέατρο τον σκέφτεστε; Κατά καιρούς ναι. Και το κάνω, αλλά πάντα υπάρχει κάποιος ρόλος, μια συνεργασία που σε κάνει να επιστρέφεις. Όπως αυτό που ετοιμάζουμε για τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου.
Πώς προέκυψε η συμμετοχή στο «Ταξίδι μεγάλης μέρας προς τη νύχτα»; Υπήρξαν διάφορες προτάσεις, αλλά δεν αποφάσιζα τι θέλω να κάνω. Μου τηλεφώνησε όμως ο Χουβαρδάς και μετά που έπαθα ένα μικρό σοκ, ήξερα ότι θα το έκανα αυτό, παρόλο που είναι ένα μεγάλο έργο και είχα και το ξεσήκωμα απ’ την Αθήνα. Με ιντρίκαρε όμως, γιατί είναι η πρώτη μου συνεργασία με τον Γιάννη σε ένα υπέροχο κλασικό θεατρικό. Είναι ένα δύσκολο έργο και θέλω να το δουλέψουμε πολύ. Είναι ένα ταξίδι που για να μπορείς να μπεις και να βρεις τα κρυφά φάρδητα και τα βάθη, τις αποχρώσεις, θέλει αφοσίωση. Εδώ είμαι πολύ ήσυχη, συγκεντρωμένη απόλυτα.
Γίνεται πολύς λόγος τελευταία για τις μετακλήσεις ηθοποιών από την Ελλάδα, με ένα μεγάλο μέρος Κύπριων ηθοποιών να αντιτίθενται σε αυτές. Είναι φυσικό να υπάρχουν αντιδράσεις. Ο σκηνοθέτης όμως έκανε μια επιλογή. Θα το πάρω με ποσοστά και θα σκέφτομαι έτσι; Δεν μπορώ να μπω σε αυτή τη διαδικασία. Το κατανοώ ως παράπονο, αλλά αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσλαμβάνονται Ελλαδίτες; Δεν είναι αυτός ο πολιτισμός μας, ούτε λειτουργεί έτσι το θέατρο. Υπάρχει χρόνια ανεργία στην Ελλάδα και υπάρχει μια στροφή στην κυπριακή αγορά. Είναι λογικό, γιατί μιλάμε την ίδια γλώσσα, υπήρχε πάντα αυτό το αλισβερίσι. Δηλαδή θα έπρεπε να διωχθεί ο Κατσαρής και ο Καυκαρίδης απ’ τον Κουν, γιατί είναι Κύπριοι;
Αλήθεια, υπάρχει κάτι που λείπει απ’ τη ζωή σας σήμερα; Όχι, είμαι πλήρης θεωρώ…
Μια συμβατική οικογένεια, με παιδιά, δεν θελήσατε ποτέ; Όχι. Ακόμα και τον γάμο με τον Μίμη τον κάναμε για να ικανοποιήσουμε τους γονείς μας περισσότερο. Απ’ την άλλη, το καμπανάκι της μητρότητας δεν χτύπησε για μένα ποτέ. Συνειδητά δεν έκανα παιδιά, ούτε ένιωσα κάποια έλλειψη.
Δεν θέλατε τη συντροφιά ενός παιδιού; Η συντροφιά είναι κάτι που μπορεί να καλυφτεί από τον δικό σου άνθρωπο, από φίλους. Αυτό με καλύπτει. Άλλωστε, πάντα κυνηγούσα μια ελευθερία, μια ανεξαρτησία.
Ίσως να φταίει αυτό που είπατε στην αρχή. Ότι οι γονείς σας δεν ήταν καλά μαζί; Νομίζω πως αυτό ήταν καθοριστικό. Δεν ήταν μια οικογένεια όπου ένιωθες δυο ανθρώπους ερωτευμένους. Η μητέρα μου ήταν δυστυχισμένη με το παιδί που έχασε, με τον γάμο που είχε. Με τρόμαζε να έχω τη ζωή της. Κι έτσι, αποφάσισα να έχω τη δική μου.
INFO: Η παράσταση «Ταξίδι μεγάλης μέρας προς τη νύχτα» κάνει πρεμιέρα στον ΘΟΚ στις 22 Απριλίου. Πληροφορίες / Εισιτήρια: 77772717
Επιμέλεια: Shona Muir/ Μαλλιά: Αντρέας Παπαντρέου / Μακιγιάζ: Κατερίνα Κυριαζή (Tereza Manti makeup artistry) / Σακάκι Mango, παπούτσια Stradivarius.