Ο τόπος κατοικίας του αρχιτέκτονα Ζήνωνα Σιερεπεκλή εκφράζει έναν άνθρωπο πολύπλευρο. Εκτός από τα έργα τέχνης άλλων δημιουργών που βλέπεις στον χώρο, σου προκαλούν το ενδιαφέρον και τα δικά του έργα: τα μοναδικά ξύλινα γλυπτά, οι καλλιτεχνικές του φωτογραφίες αλλά και οι αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες του σπιτιού. Στη στεγασμένη βεράντα του σπιτιού του είναι το εργαστήριό του στο οποίο δημιουργεί τα ξύλινα γλυπτά του, αλλά και ξυλοπίνακες. Σε μια γωνιά του κήπου είναι τοποθετημένο ένα μοναδικό παγκάκι σε λιτές αφαιρετικές γραμμές. Μου εξηγεί πως το είχε σχεδιάσει για τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό της Πλατείας Ελευθερίας. Στα βραβευμένα με κρατικό βραβείο έργα του –που έκανε με τη σύζυγο του αρχιτέκτονα Χριστίνα Σιερεπεκλή– συγκαταλέγονται το Μουσείο της Αγίας Νάπας και το κτήριο Επιστημών της Αγγλικής Σχολής, καθώς και το Δημοτικό Σχολείο Αυγόρου που σχεδίασε μαζί με τον Μάριο Οικονομίδη.

Πέραν από την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη φωτογραφία, ο Ζήνωνας Σιερεπεκλής ασχολείται και με τη συγγραφή. Αυτή η τελευταία, άλλωστε, ήταν και η αφορμή για τη συνάντησή μας: Το τέταρτο βιβλίο του, «Τρεις φρυκτωρίες και μια εικασία», που κυκλοφόρησε πρόσφατα. 

-Το τελευταίο βιβλίο σας έχει τίτλο «Τρεις φρυκτωρίες και μια εικασία». Πώς επιλέξατε αυτό τον τίτλο; 
Είναι ένα βιβλίο θεωρητικό, ένα δοκίμιο με τέσσερα κείμενα. Το πρώτο αναφέρεται στους περίπτερους ναούς των αρχαίων Ελλήνων, το δεύτερο στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, το τρίτο έχει να κάνει με τους ξυλόστεγους ναούς του Τροόδους και το τέταρτο αναφέρεται στη χαμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Οι φρυκτωρίες ήταν ο τηλέγραφος των αρχαίων Ελλήνων: Με τη χρήση φωτιάς έστελναν μηνύματα από απόσταση. Ήθελα να βρω έναν τίτλο που να καλύπτει το περίεργο συνονθύλευμα των τριών κειμένων για τους ναούς και ενός κειμένου για μια βιβλιοθήκη που δεν υπάρχει. Αυτά τα έργα, όπως αναφέρω στον πρόλογό μου, είναι φωτεινά παραδείγματα για την ανθρωπότητα. 

-Ποια ιδιαίτερα στοιχεία έχουν οι περίπτεροι ναοί των αρχαίων Ελλήνων; 
Κατ’ αρχάς, να αναφέρω ότι τα κείμενα γράφτηκαν πριν από δέκα χρόνια για σκοπούς διδακτικούς, για τους φοιτητές μου. Το βιβλίο δεν απευθύνεται σε αρχιτέκτονες αλλά στο ευρύ κοινό, δεν είναι πραγματεία επιστημονική. Εξηγούνται οι ιδιότητες αυτών των ναών σε σχέση και με τον πολιτισμό. Οι αρχαίοι ελληνικοί περίπτεροι ναοί αποτελούν ύψιστους σταθμούς στην ιστορία της αρχιτεκτονικής και όχι μόνο. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους ναούς βρίσκεται ο Παρθενώνας, το πιο σημαντικό αρχέτυπο αρχιτεκτονικής για όλο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό μέχρι σήμερα. Κανένας αρχιτεκτονικός τύπος στην ιστορία δεν έχει επηρεάσει τόσο πολύ την αρχιτεκτονική όσο ο Παρθενώνας. 

-Και την Αγία Σοφία για ποιους λόγους την επιλέξατε; 
Κατά τη γνώμη μου, είναι το σπουδαιότερο αρχιτεκτονικό έργο στον πλανήτη. Αυτό το έργο έγινε τον 6ο αιώνα μ.Χ. και διαθέτει έναν χώρο που χωρά 23.000 άτομα, χωρίς να έχει ένα υποστύλωμα. Μιλούμε για ένα έργο απίστευτης δύναμης, τόσο συνθετικά όσο και στατικά. Το ρηξικέλευθο και το επαναστατικό της Αγίας Σοφίας είναι ανεπανάληπτο. Αυτό το έργο οφείλεται στη συγκυρία δυο παραγόντων της Ιστορίας: του αποστάγματος του ελληνιστικού επιστημονικού λόγου από τη μια και της νέας θριαμβεύουσας τότε θρησκείας, του χριστιανισμού, από την άλλη.

-Αναφέρεστε στο βιβλίο και στους ξυλόστεγους ναούς του Τροόδους που γνωρίζουμε κυρίως για τις τοιχογραφίες τους. 
Ναι, ο πολύς κόσμος νομίζει ότι είναι εξαιρετικά κτίσματα λόγω των τοιχογραφών τους. Οι στέγες τους, ωστόσο, αποτελούν μοναδικό παράδειγμα παγκοσμίως. Αυτές είναι που τους χαρακτηρίζουν και τους δίνουν αξία, επειδή δεν υπάρχει κάτι ανάλογο σε κανένα μέρος ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου, περιλαμβανομένου του καθολικισμού και του προτεσταντισμού. Οι στέγες τους είναι ένας πολύπλοκος μηχανισμός ανάληψης των τεράστιων φορτίων τους, το στατικό τους σύστημα δηλαδή είναι εντελώς μοναδικό πρωτότυπο.

-Στη χαμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας τι σας προκάλεσε το ενδιαφέρον; 
Το κείμενο για τη χαμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας είναι μεταγραφή από το έργο ενός σπουδαίου Ιταλού διανοητή, του Λουτσιάνο Κάνφορα, που προσπαθεί να στηρίξει μια υπόθεση για την τυπολογία της. Στο κείμενο αναφέρομαι και στην καταστροφή της βιβλιοθήκης, επειδή υπάρχει μια μεγάλη μυθολογία ως προς το ποιος την κατέστρεψε. Συγκεντρώνω δηλαδή ιστορικές μαρτυρίες για ένα από τα λαμπρότερα πνευματικά κατασκευάσματα του ανθρώπου. Το έργο αυτό του Πτολεμαίου ήταν η απαρχή και η ολοκλήρωση της ιδέας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, να συγκεντρώσει δηλαδή όλο τον μέχρι τότε πλούτο των συγγραμμάτων από όλους τους λαούς σε μια κεντρική βιβλιοθήκη.

-Είναι άλλα έργα διεθνώς που σας έχουν συγκινήσει; 
Η γη είναι διάσπαρτη από κορυφαία παραδείγματα λαμπρής αρχιτεκτονικής. Αναφέρω το Πάνθεον στη Ρώμη, την εκκλησία του Μικελούτσι έξω από τη Φλωρεντία, τη Βίλα Αντριάνα, το κτηριακό συγκρότημα του Σπλιτ με το Παλάτι του Διοκλητιανού στην Κροατία, το εκκλησάκι του Λε Κορμπιζιέ, το σπίτι στους καταρράκτες το Φ. Λ. Ράιντ, το περίπτερο του Μις Βαν Ντερώ. Είναι πολλά τα παραδείγματα που μπορεί να αναφέρει κάποιος, και σύγχρονα και ιστορικά, που δείχνουν το μεγαλείο της αρχιτεκτονικής.

Το ταλέντο είναι προϋπόθεση 

-Σας ενδιέφερε η δουλειά σας να έχει ένα συγκεκριμένο ύφος; 
Δεν επιδίωξα να κάνω ένα δικό μου στυλ, επειδή ήξερα πως αν έχω κάτι δικό μου να πω, αυτό θα βγει. Διά μέσου των έργων μου, όμως, μπορεί να αναγνωριστεί κοινή γραμμή που τα συνδέει. Είμαι άνθρωπος που αναζητά και ψάχνει συνεχώς, γι’ αυτό από περίοδο σε περίοδο υπάρχουν διαφοροποιήσεις ως προς τη μορφή. Όμως οι βασικοί άξονες της δουλειάς μου χαρακτηρίζουν όλο το έργο μου.

-Και ποιοι είναι αυτοί οι βασικοί άξονες; 
Ξεκινώ από την απόλυτη πεποίθηση ότι η αρχιτεκτονική είναι ανθρωποκεντρική. Για μένα είναι πολύ σημαντικός ο χρήστης. Η δεύτερη παράμετρος που είναι σημαντική είναι ο τόπος. Δεν πιστεύω ότι την αρχιτεκτονική μπορείς να τη μεταφυτεύεις από τον έναν τόπο στον άλλο. Η αρχιτεκτονική πρέπει να είναι συνάρτηση του τόπου, του χρήστη και αυτού που έλεγαν οι Ρωμαίοι «Genius Loci», δηλαδή να δώσεις μια ατμόσφαιρα στον χώρο. Εκεί ακριβώς βάζεις τον προσωπικό σου λόγο, μια προσωπική αισθητική.

– Πιστεύετε στο ταλέντο; 
Για μένα είναι προϋπόθεση στην αρχιτεκτονική, όπως και στη μουσική και σε άλλες μορφές τέχνης, χωρίς να σημαίνει ότι δεν μπορεί κάποιος να κατακτήσει την ικανότητα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης μέσα από πολλή δουλειά. 

– Ασχολείστε με τη φωτογραφία και τη γλυπτική. Αυτά τα δύο αλληλεπιδρούν με την αρχιτεκτονική; 
Είναι μέρος ενός συνολικού τρόπου με τον οποίο βλέπω τον κόσμο. Αυτή η τρομερή εξειδίκευση, ο κατακερματισμός που έφερε η επιστημονική «πρόοδος», δεν με πείθει, γι’ αυτό δεν έμεινα σε μια έκφραση της ζωής μόνο. Ο λόγος που ασχολήθηκα με τη φωτογραφία, τη γλυπτική και άλλες μορφές τέχνης, είναι γιατί πιστεύω στη διαρκή αναζήτηση, στην έρευνα. Είναι θέμα και φύτρας για μένα. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έθετα πάντα ερωτήματα. Και πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου να κατασκευάζει πράγματα. 

Μ’ ενδιαφέρει η συνεχής έρευνα

-Το ενδιαφέρον σας για την αρχιτεκτονική πώς ξεκίνησε; 
Στα 16 μου είχα βρει στη βιβλιοθήκη ενός ξαδέλφου μου ένα βιβλίο του Λε Κορμπιζιέ με τίτλο «Le Corbusier, My work» το οποίο λειτούργησε σαν μια αποκάλυψη για μένα. Από τότε αντιλήφθηκα ότι με ενδιαφέρει πάρα πολύ η αρχιτεκτονική.

-Σε τι περιβάλλον μεγάλωσατε; 
Είμαι γέννημα-θρέμμα του κτήματος στην Πάφο. Τότε η Πάφος δεν μπορούσε καν να φέρει τον τίτλο πόλης. Μιλούμε για μια μικρή κοινότητα με κάτω από 5.000 κατοίκους, απομονωμένη από την υπόλοιπη Κύπρο και τον κόσμο. Το μόνο παράθυρο προς τον υπόλοιπο κόσμο ήταν ο κινηματογράφος. Είχαμε δυο κινηματογράφους, τον Αττικόν και τον Τιτάνια. Ο πατέρας μου ήταν ξυλουργός. Ήταν ένας εξαιρετικά καλός τεχνίτης που έκανε αρκετά πράγματα στη ζωή του. Ταυτόχρονα, ήταν ένας από τους λίγους επιδιορθωτές κυνηγετικών όπλων. Ασχολήθηκε με τη μελισσοκομία και κατέκτησε όλη την επιστημονική πλευρά της. Λέγοντας όλα αυτά, ήθελα να πω ότι μεγάλωσα ουσιαστικά μέσα σε ένα εργαστήρι, οπόταν οι όποιες δεξιοτεχνίες έχω στα χέρια και η σχέση μου με τα υλικά έχoυν να κάνουν με τα βιώματα της πρώτης ηλικίας. 

-Σπουδάσατε πολιτικές επιστήμες. Στη συνέχεια στράφηκατε στην αρχιτεκτονική; 
Στην Αθήνα έκανα αρχικά δυο χρόνια σπουδές αρχιτεκτονικού σχεδίου στη Σχολή Δοξιάδη και στη συνέχεια δούλεψα σε ένα γραφείο. Έπειτα ήρθα στην Κύπρο το 1972 και έμεινα μέχρι το ’76 λόγω των γεγονότων του πραξικοπήματος και της εισβολής. Το ’76, στα 29 μου, πήγα στη Ρώμη για να σπουδάσω. Η έντονη πολιτική δράση εκείνων των χρόνων με οδήγησε να γραφτώ στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών και Δημοσιογραφίας, αλλά σύντομα μεταπήδησα στη Σχολή Αρχιτεκτονικής, από όπου αποφοίτησα το 1981. 

-Οι σπουδές στη Ρώμη πόσο επηρέασαν την αρχιτεκτονική σας σκέψη;  
Αυτό που με επηρέασε ήταν η ευρύτερη πολιτισμική και πολιτική κατάσταση. Σπούδασα σε μια εποχή με έντονη πολιτική αστάθεια. Ήταν τα χρόνια της δολοφονίας του Άλντο Μόρο, της δράσης των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Τότε είχε χιλιάδες Ελλαδίτες σπουδαστές, που ήρθαν στην Ιταλία λόγω της δικτατορίας. Ήταν τα χρόνια μετά την επανάσταση του Μάη του ’68. Οι επιδράσεις που είχα από την Ιταλία επηρέασαν έμμεσα την αρχιτεκτονική μου φιλοσοφία. Η πλούσια ιστορία της χώρας, η ιστορική αρχιτεκτονική και οι διανοούμενοι αρχιτέκτονες, οι συγγραφείς της Ιταλίας και η Τέχνη ευρύτερα, σίγουρα επηρέασαν τον δικό μου τρόπο σκέψης.

-Είχατε κάποιες επιρροές από άλλους αρχιτέκτονες; 
Εκτός από τον Λε Κορμπιζιέ, έχω μελετήσει και άλλους αρχιτέκτονες του μοντέρνου κινήματος, που φώτισαν τη σκέψη μου και επηρέασαν τον τρόπο που βλέπω την αρχιτεκτονική. Όμως η προσπάθειά μου ήταν να μη γίνω οπαδός καμιάς σχολής ή αντίληψης, αλλά να βρω τον δικό μου προσωπικό λόγο. Όταν επέστρεψα από τις σπουδές μου, άρχισα νέες σπουδές για να γνωρίσω τον τόπο μου, την ιστορία και την παράδοσή μας, αφού κανείς δεν μας τα δίδαξε στις σχολές.