Στις παραστάσεις του εστιάζει στη μουσική και την ανάδειξη της μουσικότητας του ποιητικού λόγου. Δεν τον ενδιαφέρει μόνο να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή, αλλά και να προκαλέσει συγκίνηση, να αγγίξει τις αισθήσεις του. Τα έργα του 36χρονου ταλαντούχου σκηνοθέτη Άρη Μπινιάρη, το «Θείο Τραγί» και το «’21», απέσπασαν πολύ καλές κριτικές στην Αθήνα, χάρη στην ιδιαίτερη σκηνοθετική του προσέγγιση. Παρόλα αυτά, έχει μεγάλη αγωνία για τους «Πέρσες» του Αισχύλου, το έργο με το οποίο θα ταξιδέψει στην Επίδαυρο, για πρώτη φορά ο ίδιος, αλλά και ο ΘΟΚ έπειτα από καιρό.

-Προτείνατε στο Φεστιβάλ Αθηνών το ανέβασμα των «Περσών», και στη συνέχεια ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος  το εισηγήθηκε στον ΘΟΚ. Τι σας προκάλεσε το ενδιαφέρον σ’ αυτό το έργο; 
Το ότι αναφέρεται στην ελευθερία με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Ο Αισχύλος μιλά γι’ αυτήν, δείχνοντας πόσο σημαντική είναι η απουσία της σε έναν πολιτισμό, ο οποίος εστιάζει στο χρήμα και έχει ως θεότητά του την ύλη. Αυτό από μόνο του βρίσκω ότι είναι πολύ ενδιαφέρον.

-Αφήνει δηλαδή ένα αισιόδοξο μήνυμα η παράσταση; 
Ο Αισχύλος αφήνει μια θεραπευτική, αισιόδοξη προοπτική στο έργο, το οποίο δεν αφορά μόνο στους Έλληνες και στο πώς τους παρουσιάζει. Παρατηρούμε ότι, μετά τη συντριβή, ο χώρος των Περσών κλονίζεται. Οι αντιδράσεις εναλλάσσονται από συναισθήματα μίσους, αγωνίας, πανικού, οργής, απελπισίας. Ως ένα σημείο του έργου, δεν υπάρχει χώρος για θρήνο. Θα χρειαστεί η επέμβαση του νεκρού βασιλιά, του Δαρείου, σαν μια φωνή από τον χώρο των νεκρών και της προγονικής μνήμης. Ο Δαρείος επαναφέρει το μέτρο και σου λέει ότι δεν μπορείς να είσαι αλαζόνας, υπερόπτης και βέβηλος. Τελειώνει λέγοντας: «Να χαίρεστε την ηδονή της κάθε μέρας, γιατί τα πλούτη στους νεκρούς διόλου δεν ωφελούν.» Είναι συγκλονιστικό αυτό που φέρνει ο Δαρείος, προερχόμενος από μια άλλη διάσταση. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ ένας πολιτισμός που δεν εστιάζει στο χρήμα αλλά στην αξία της ελευθερίας.

-Θελήσατε η παράσταση να συνδέεται με τη σύγχρονη πραγματικότητα; 
Ναι, αλλά στον βαθμό που ο θεατής θα κάνει ελεύθερα τους συνειρμούς μέσω των στίχων και της πλοκής του έργου. Εμείς δεν έχουμε δομήσει την παράσταση αισθητικά, έτσι που να παραπέμπει ευθέως στο σήμερα. Κρατάμε τα στοιχεία του μύθου. Και το εικαστικό και το μουσικό κομμάτι αντλούνε από τον χώρο του αρχαίου δράματος, αλλά έχουν και στοιχεία Ανατολής, με τρόπο όμως που ο θεατής να μπορεί να κάνει συνειρμούς σε σχέση με το σήμερα.

-Έχετε κάνει άλλες δυο παραγωγές στην Ελλάδα που είχαν μεγάλη επιτυχία: Το «Θείο Τραγί» και το «’21». Και στα δύο έργα ήταν έντονο το στοιχείο της μουσικής. Είναι ένα είδος πειραματικού θεάτρου αυτό που προτείνετε; 
Όχι. Δεν θα χαρακτήριζα ποτέ τη δουλειά μου πειραματική. Είναι θέατρο εκατόν τοις εκατόν. Δεν είναι ο σκοπός μου να κάνω κάτι πειραματικό.

-Ωστόσο, η σκηνοθετική σας προσέγγιση έχει μια ιδιαίτερη ματιά. 
Στις παραστάσεις μου είναι σημαντική η μουσική και η ανάδειξη της μουσικότητας του λόγου. Και στα προηγούμενα έργα μου, και στους Πέρσες τώρα, είναι σημαντικό ότι η όλη μουσική προσέγγιση έχει να κάνει με το πώς αναδεικνύεται η ίδια η μουσικότητα του ποιητικού λόγου. Είναι σημαντικό να κρατήσουμε το ενδιαφέρον του θεατή αλλά και να προκαλέσουμε συγκίνηση. Η μουσική και οι ερμηνείες των ηθοποιών συντονίζουν τον θεατή ώστε να προσλαμβάνει το νόημα καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου και να βιώσει μια συγκίνηση, να αγγίξει τις αισθήσεις του.

-Έχετε κάνει κάποια έρευνα για την αρχαία μουσική; 
Ναι, τώρα στους Πέρσες κάναμε μια μετρική ανάλυση του κειμένου, με τον φιλόλογο Θεόδωρο Στεφανόπουλο. Βρήκαμε τους ρυθμούς που υπάρχουν στο κείμενο, οι οποίοι ευτυχώς έχουν διασωθεί. Κατάλαβα πώς ο Αισχύλος δομεί ρυθμικά το έργο, πώς το νόημά του αποτυπώνεται και ρυθμικά. Η άλλη βάση είναι οι παραδοσιακές μουσικές της Ανατολής, αλλά όλα αυτά ιδωμένα μέσα από μια σύγχρονη ματιά και με μια πιο ροκ διάθεση, δηλαδή δεν τα χρησιμοποίησα φολκλορικά ή αρχαιοπρεπώς. Η μετάφραση του Παναγιώτη Μουλά είναι μουσική μετάφραση. Αναδεικνύει πολύ τη μουσικότητα και τη ρυθμικότητα του κειμένου. Όλα αυτά μας βοήθησαν να αναδείξουμε την αλαζονεία της εξουσίας, την εστίαση στον πλούτο, την έλλειψη ελεύθερης έκφρασης και βούλησης.

-Εσείς ακούτε παραδοσιακή μουσική; 
Αγαπώ την παραδοσιακή μουσική και ακούω παραδοσιακά τραγούδια – και όχι μόνο. Θεωρώ ότι είναι αποκρυσταλλωμένα βιώματα αιώνων, τα οποία, και μόνο τραγουδώντας τα, ενσωματώνεις τις αξίες της εποχής εκείνης.

-Είναι η πρώτη φορά που πηγαίνετε στην Επίδαυρο και μάλιστα εκπροσωπώντας τον ΘΟΚ. Έχετε αγωνία για την παράσταση; 
Νιώθω το βάρος της ευθύνης και έχω αγωνία σχετικά με τις προσδοκίες που υπάρχουν. Αυτά ήταν πιο έντονα προτού αρχίσουμε τις πρόβες. Μετά, μεταστοιχειώθηκαν σε δημιουργικό ρυθμό, σε έμπνευση. 

-Με τους ηθοποιούς και τους άλλους συντελεστές συνεργάζεστε για πρώτη φορά. Πόσο δύσκολη ήταν αυτή η συνεργασία; 
Ο Νίκος ο Ψαρράς, η Καροφυλλιά Καραμπέτη, ο Χάρης ο Χαραλάμπους και ο Αντώνης ο Mυριαγκός, είναι άνθρωποι των οποίων θαυμάζω τη δουλειά τους και τη διαδρομή που έχουν στο ελληνικό θέατρο. Τα παιδιά του χορού έχουν αίσθηση της μουσικότητας και ενεργοποιούν τα εκφραστικά τους εργαλεία. Νιώθω μια συγκίνηση για τις συναντήσεις αυτές. Επίσης, και με τους άλλους συντελεστές τη Λία Χαράκη στην κίνηση, τον Κωνσταντίνο Λουκά στα σκηνικά και την Ελένη Τζιρκαλλή στα κουστούμια, έχουμε μια πολύ καλή συνεργασία, υπάρχει ένα πολύ όμορφο κλίμα. Μου αρέσει που γνωρίζω την Κύπρο μέσα από τη συνεργασία μου με τους καλλιτέχνες του τόπου. 

-Ο πατέρας σας είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης. Αυτός σας μύησε στον χώρο του θεάτρου;
Ναι, οι εικόνες που έχω από μικρός είναι από πρόβες και παραστάσεις. Όμως θεωρώ ότι η ουσιαστική επαφή μου με την τέχνη έγινε γύρω στα 13-14 χρόνια μου, μέσω της μουσικής. Ήταν η πρώτη τέχνη που αντιλήφθηκα και μου μίλησε, και μετά ακολούθησα το θέατρο. Έχω σπουδάσει κιθάρα και σύνθεση, μετά έκανα σπουδές στο θέατρο. Λόγω του πατέρα μου, ήμουν διαρκώς σε εργαστήρια και μαθήματα. Σημαντικός σταθμός για την εκπαίδευσή μου στάθηκε η επαφή μου με το Workcenter of Jerzy Grotowski and Thomas Richards στην Ιταλία. Ένα άλλο σημαντικό κομμάτι της εκπαίδευσής μου έγινε στα 18 μου, όταν μπήκα σε μια ομάδα θεάτρου δρόμου και εκπαιδεύτηκα σε διάφορες υποκριτικές τεχνικές. Θεωρώ την τριετή θητεία μου στον χώρο αυτό ως μέρος της εκπαίδευσής μου.

«Οι νεότερες γενιές να διεκδικήσουν αυτό που τους αξίζει» 

– Ασχολείστε και με τη διδασκαλία θεάτρου. Πόσο σας έχει βοηθήσει στη δουλειά σας; 
Διδάσκω στη σχολή της Νέλλης Καρά και διδάσκω και στο Kilombo, έναν χώρο όπου γίνονται μαθήματα θεάτρου μουσικής, κρουστών χορού. Διδάσκω θέατρο με όχημα το τραγούδι, δηλαδή δουλεύω με τραγούδια παραδοσιακά κυρίως, προσεγγίζοντας πτυχές του θεάτρου μέσα από τη μουσικότητα των κειμένων, τη χορικότητα, την αφήγηση. Η εκπαίδευση του ηθοποιού είναι κάτι που με απασχολεί τα τελευταία χρόνια και με ενδιαφέρει εξίσου με την καλλιτεχνική δημιουργία. Είναι κάτι που θέλω να εξελίξω. 

– Εσάς σας καθόρισαν κάποιοι δάσκαλοι; 
Όχι με την κλασική έννοια. Θεωρώ σημαντικό να προσπαθείς μέσα από την πράξη του θεάτρου να δώσεις λύσεις και απαντήσεις στα ερωτήματα. Αυτό το «ψήσιμο» είναι και το πιο σημαντικό. Παλιότερα υπήρχε ένας γκουρού δάσκαλος. Τώρα πια, η ίδια η διαδικασία, οι σχέσεις με τους ανθρώπους, τους συντελεστές, τους συνεργάτες, είναι όλα ένα σχολείο. Οι παραστάσεις είναι οι αφορμές και το μέσο για να γίνονται οι συναντήσεις αυτές και να εξελίσσεται ο καθένας στο δικό του κομμάτι. Η βασική μου εκπαίδευση είναι κυρίως μέσα από τη δουλειά. Εκεί μαθαίνεις, επαναπροσδιορίζεσαι και αυτό σε βοηθά να είναι φρέσκο αυτό που κάνεις. Είναι σημαντικό να μην πάρεις κάτι ως δεδομένο, να είσαι έτοιμος να προχωρήσεις και σε κάτι άλλο. Σαν τον άνθρωπο, δηλαδή, που μεγαλώνοντας αλλάζει. Δυναμικές σχέσεις είναι εκείνες οι οποίες αλλάζουν.

– Στην Ελλάδα γίνονται πολλά πράγματα στον χώρο του θεάτρου. Ωστόσο, οι νέοι κάνουν άλλες δουλειές για να χρηματοδοτούν τις παραστάσεις τους. Εσείς πώς βιώνετε αυτή την κατάσταση; 
Είναι αλήθεια ότι έχει αυξηθεί ο αριθμός των παραστάσεων, με τους συντελεστές να παίρνουν ελάχιστα χρήματα ή και καθόλου. Και υπάρχει μια μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό. Ίσως ο κόσμος ψάχνει να εκδραματίσει, μέσα από αυτό που βλέπει, κάποιες δικές του αγωνίες ή αναζητά μια κάλυψη της μοναξιάς του. Προσωπικά, σαν θεατής και ακροατής, με συγκινεί αυτή η πρόκληση συναισθημάτων που μπορεί να δημιουργήσει μέσα σου ένα έργο τέχνης. Το θεωρώ θεραπευτικό όλο αυτό. Η τέχνη απευθύνεται σε όλες σου τις αισθήσεις. Είναι σημαντικό οι νεότερες γενιές να διεκδικήσουν αυτό που τους αξίζει. Προσωπικά, έχω πολύ θυμό για όλο αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα.

– Και πώς χειρίζεστε αυτό τον θυμό; 
Ο θυμός αυτός μπορεί να εξωτερικεύεται αρχικά, αλλά μετά, όταν δεν υπάρξει άλλη αντίδραση από τα έξω, κοιτάς τι θα κάνεις εσύ. Έτσι προσπαθώ κι εγώ να τον μεταστοιχειώσω σε δράση.