Ο ΘΟΚ φορτσάρει στη νέα θεατρική σεζόν και το κοινό έχει την ευκαιρία να πάρει μια γεύση από το πρώτο δείγμα γραφής του καλλιτεχνικού διευθυντή, όπως αποτυπώνεται στις επιλογές του ρεπερτορίου. Λίγο πριν κλείσει τους πρώτους έξι μήνες της θητείας του, ο Σάββας Κυριακίδης ανοίγει τα χαρτιά του στο Φιλgood, μιλάει για την καινούρια του ζωή στην Κύπρο και παραθέτει σκέψεις, ιδέες και προτεραιότητες.
– Πώς είναι η νέα ζωή στην Κύπρο; Ήρθα συνειδητά για μια πιο ήρεμη ζωή. Δεν έκανα έκπτωση στην ποιότητα ζωής μου, αλλά μια επιλογή με πλήρη συνείδηση ότι ο κύκλος της μεγαλούπολης είχε κλείσει μέσα μου. Σε προσωπικό επίπεδο αισθανόμουν απογοητευμένος από τη μητέρα Ελλάδα. Υπήρχε κι άλλο κίνητρο, δηλαδή, εκτός από την πρόκληση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Μπορώ πλέον να κάνω πιο ψύχραιμες σκέψεις και να συναναστραφώ με ενδιαφέροντες ανθρώπους που τηρούν τους κανόνες καλής κοινωνικής συμπεριφοράς.
Εντοπίζεις αλλαγές και στον τρόπο σκέψης σου; Είναι νωρίς για να το πω αυτό και πάντως θα προτιμούσα να κρατήσω τον τρόπο σκέψης πάνω στον τρόπο που ζω και εργάζομαι. Δεν θα ήθελα να με παρασύρουν οι συνθήκες.
Ποιες από τις πρώτες εμπειρίες ως θεατή σε καθόρισαν; Παρακολουθώ θέατρο ενηλίκων από πολύ μικρός. Γεννήθηκα το 1965, σε μια εποχή που στην Ελλάδα το παιδικό θέατρο δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο. Οι γονείς μου αγαπούσαν το θέατρο και μ’ έπαιρναν τακτικά κι εμένα, κυρίως στο Εθνικό. Πρέπει να ήμουν 6-7 ετών, μέσα στη δικτατορία, όταν είδα έναν «Δον Κιχώτη» με τον Κατράκη και με τον Παντελή Ζερβό ως Σάντσο Πάντσα. Θυμάμαι τις φιγούρες τους κι όπως καθόμουν κοντά στη σκηνή είχα την αίσθηση ότι ο Κατράκης είχε ύψος 5 μέτρα. Αργότερα, θυμάμαι έναν «Βασιλιά Ληρ» με τον Μινωτή κι έναν «Τζον Γκάμπριελ Μπόρκμαν» με την Χατζηαργύρη.
Σ’ εκπλήσσει το ίδιο έντονα σήμερα μια παράσταση; Η τόσο συστηματική και επαγγελματική σχέση με το θέατρο μάλλον έχει απομειώσει κάπως τη χαρά που ένιωθα στην αρχή. Έστω και άθελά μας, εμείς που νομίζουμε ότι είμαστε ειδικοί παρακολουθούμε με μια κριτική διάθεση κι επομένως απολαμβάνουμε λιγότερο το αποτέλεσμα. Πολλές φορές πηγαίνω στο θέατρο από επαγγελματική υποχρέωση και διαστροφή, επειδή αισθάνομαι ότι οφείλω να παρακολουθώ τα πάντα.
Πώς θα περιέγραφες την πρώιμη εικόνα που έχεις διαμορφώσει για το θεατρικό τοπίο στην Κύπρο; Σε μια μικρότερη διάσταση, είναι ανάλογη με της Ελλάδας. Έχω δει μία τουλάχιστον πολύ υψηλού επιπέδου δουλειά, έχω δει πολύ καλές παραστάσεις κι έχω δει και πράγματα που δεν τιμούν όχι μόνο το κυπριακό, αλλά κανένα θέατρο. Ανάλογη είναι η εικόνα και στην Ελλάδα. Θα ήθελα η ποσόστωση του λεγόμενου ποιοτικού να είναι μεγαλύτερη, να είχα στη ζυγαριά περισσότερες καλές παραστάσεις. Νομίζω ότι στην Κύπρο το πρόβλημα δεν είναι τόσο η υποκριτική, όσο η σκηνοθεσία. Υπάρχει δρόμος που πρέπει να διανυθεί. Οι σκηνοθέτες και κυρίως οι νεότεροι πρέπει να τολμήσουν να ανοιχτούν, να δοκιμαστούν περισσότερο. Έχω την αίσθηση ότι τους περιορίζει μια αντίληψη, μια νοοτροπία, ίσως ο φόβος ενός κοινού που δεν είναι ακόμα έτοιμο να δει καινούρια πράγματα.
– Σε αντιπροσωπεύει καλλιτεχνικά ο ΘΟΚ με τον τρόπο που λειτουργεί; Σε επίπεδο δομών, ο οργανισμός είναι καλοκουρδισμένος. Διοικητικά, οι ρόλοι όλων είναι ξεκάθαροι. Σε μεγάλο βαθμό αυτό είναι και λειτουργικό. Υπάρχουν όμως κάποιες αγκυλώσεις τις οποίες θα ήθελα να μπορούσαμε να τις επανεξετάσουμε. Είμαστε ένας «πρωινός» οργανισμός που δεν κάνει πρόβες μετά τις 3μ.μ. Δεν ξέρω αν αυτό είναι πανευρωπαϊκό ή παγκόσμιο φαινόμενο. Κατανοώ ότι υπάρχουν εργασιακά δικαιώματα και κατακτήσεις, αλλά θέλω ρητά να επισημάνω ότι το θεωρώ αντικαλλιτεχνικό, χωρίς αυτό να εκληφθεί ως προειδοποίηση ότι σκοπεύω να το ξηλώσω. Παράλληλα, θα ήθελα να ζωντανέψουμε λίγο το κτήριο.
-Πώς το εννοείς αυτό; Υπάρχει η αίσθηση πως όταν ο οργανισμός δεν λειτουργεί και δεν υπάρχει παράσταση, δεν υπάρχει και ζωή. Περνάς τη Δευτέρα και την Τρίτη μετά το μεσημέρι και τα πάντα είναι κλειστά. Ένας τρόπος να το αντιμετωπίσουμε αυτό είναι να αλλάξουμε τις ώρες των προβών. Να μπαινοβγαίνει κόσμος, να φαίνεται ότι κάτι παραπάνω συμβαίνει εδώ από μια δημόσια υπηρεσία. Ίσως πρέπει να «απλώσουμε» και το πρόγραμμα των παραστάσεων μέσα στην εβδομάδα. Επίσης, χρειάζεται ενδεχομένως ένας επανασχεδιασμός και στο κτήριο. Το φουαγιέ είναι χώρος ψυχρός, δεν κρατάει τον θεατή. Αρχιτεκτονικά δεν μπορούμε βέβαια να παρέμβουμε, αλλά πρέπει να βρούμε τρόπο να ζεστάνουμε τον χώρο π.χ. με μια έκθεση κοστουμιών. Να δώσουμε μια αίσθηση ότι υπάρχει ψυχή.

-Αισθάνεσαι έτοιμος να τάξεις τομές; Δεν βιάζομαι να το κάνω αυτό. Αν ο χρόνος και οι συνθήκες το επιτρέψουν, θα ήθελα σταδιακά να κάνω μερικές βασικές παρεμβάσεις. Δεν θα είναι και η ανακάλυψη του τροχού, αλλά για να λειτουργήσουμε λίγο- πολύ όπως η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατικών θεάτρων. Π.χ. να μπορούμε να δουλεύουμε σε ώρες εκτός από τις παραδοσιακές ή να κάνουμε παραστάσεις και σε άλλους χώρους εκτός από τους κλασικούς του ΘΟΚ. Αυτό είναι δύο φορές πιο δύσκολο για μας, διότι πρέπει σε επίπεδο ασφαλείας και διαμόρφωσης του χώρου να είναι τα πάντα στην εντέλεια. Και κάτι άλλο: Θα ήθελα να ανοιχτούμε περισσότερο σε μια λογική συμπαραγωγών- συνεργασιών τόσο με Κύπριους καλλιτέχνες όσο και με το εξωτερικό. Να γίνει συνείδηση, δηλαδή, ότι δεν είμαστε κλειστό κλαμπ, αλλά πάντα σε ανοιχτή επικοινωνία με τους άλλους.
-Πώς θα ήθελες να σε θυμούνται όταν κλείσει αυτός ο κύκλος; Θα ήθελα να αναδειχτεί η σχέση με τους ανθρώπους του θεάτρου στην Κύπρο ως σχέση συνεργασίας και εκτίμησης κι όχι ως σχέση οποιασδήποτε μορφής επιβολής εξουσίας ή ανταγωνισμού. Να λένε ότι εκείνος ο «καλαμαράς» ήταν ένας άνθρωπος με τον οποίο επικοινωνήσαμε. Επίσης, θα ήθελα μέχρι να φύγω να έχουν μπει οι βάσεις για τη Δραματική Σχολή.
-Ποιες οι σκέψεις σου σε σχέση με την ανάγκη δημιουργίας κρατικής δραματικής σχολής; Είναι το μεγάλο μου στοίχημα. Θα το λέω με κάθε αφορμή και δεν θα πάψω μέχρι να μπει το νερό στο αυλάκι. Ξέρω τι έχει προηγηθεί, μελετούσα αυτές τις μέρες ένα βουνό από ντοσιέ με όλη την προεργασία και προσπαθώ να καταλάβω γιατί κόλλησε. Θέλω να πείσω τους ανθρώπους που παίρνουν τις αποφάσεις ότι είναι μια τομή πολύ σημαντική για το κυπριακό θέατρο. Ο άνθρωπος που θα υπογράψει την ίδρυση της κρατικής δραματικής σχολής νομίζω ότι θα μείνει στην ιστορία. Χρειάζονται γενναίες αποφάσεις.
Υπάρχει όμως και ο αντίλογος, ότι μιλάμε για μια μικρή καλλιτεχνική «αγορά» κι ότι λειτουργούν ήδη κι άλλες δραματικές σχολές… Να μην παρεξηγηθώ. Καλώς υπάρχει ιδιωτική δραματική σχολή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το κρατικό θέατρο πρέπει να απεμπολήσει τη δυνατότητά του να προσφέρει με τον τρόπο που το αντιλαμβάνεται δωρεάν θεατρική παιδεία σε επιλεγμένους φοιτητές. Κάποιοι από αυτούς συνήθως πηγαίνουν στο εξωτερικό, στην Ελλάδα ή την Αγγλία, ίσως γιατί αισθάνονται ότι θα τους καλύψει περισσότερο. Ας μη γελιόμαστε, η δημόσια παιδεία σ’ αυτό το επίπεδο έχει την πολυτέλεια να κάνει πιο βαθιές και ουσιαστικές εκπαιδευτικές επιλογές.
Υπάρχει κάποιο μοντέλο διαχείρισης που θεωρείς ιδανικό; Ιδανικά μοντέλα με την αυστηρή έννοια του όρου δεν εφαρμόζονται πουθενά. Κάθε χώρα, χώρος και περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητές του. Ένα ενδιαφέρον μοντέλο διαχείρισης κρατικού θεάτρου είναι αυτό του Χουβαρδά. Όταν ήρθε στο Εθνικό, προσπάθησε να εφαρμόσει όσα είχε στο μυαλό του από το Αμόρε. Διαπιστώνοντας τις ειδικές συνθήκες, πολύ γρήγορα, από τη δεύτερη κιόλας χρονιά, προσάρμοσε ανάλογα τις ιδέες και τις αρχές του. Κάθε χρόνο είχε σαφή προσανατολισμό στο ρεπερτόριο κι έναν αυστηρό προγραμματισμό που ακολουθούσε με κάθε κόστος. Για να πείσει το κοινό για την αξιοπιστία του οργανισμού. Έδωσε προτεραιότητα στη συνεχή ανανέωση του κοινού, με νέο και νεανικό «αίμα». Σ’ αυτές τις τρεις παραμέτρους θα πρόσθετα άλλη μια, από την τωρινή περίοδο του Λιβαθινού στο Εθνικό, όπου το ζήτημα της θεατρικής παιδείας βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. Κρατικό θέατρο σημαίνει και μια συστηματική εκπαίδευση όχι μόνο των καλλιτεχνών αλλά και του κοινού, μέσα από παράλληλες δράσεις.
Υπάρχει μια άποψη ότι τα τελευταία χρόνια ο ΘΟΚ είχε γυρίσει την πλάτη στο εγχώριο δυναμικό. Πιστεύεις ότι είναι δικαιολογημένο το αρνητικό κλίμα που δημιουργήθηκε; Αν το δει κανείς αυστηρά με αριθμούς, είναι λίγο άδικη αυτή η διαπίστωση. Αλλά δεν είναι αδικαιολόγητη. Τα τελευταία χρόνια το δυναμικό που ήρθε από την Ελλάδα ήταν ίσως περισσότερο απ’ ό,τι σήκωναν οι ισορροπίες. Προσωπικά, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι θα δώσω γραμμή να έρχονται ή να μην έρχονται ηθοποιοί από την Ελλάδα ή από οπουδήποτε. Δεν έχω κανένα δικαίωμα. Ωστόσο, νομίζω πως φάνηκε από τη διάθεσή μου στο φετινό ρεπερτόριο ότι θέλω να δώσω με κάποιο τρόπο ευκαιρίες στους Κύπριους καλλιτέχνες. Είμαι ο πρώτος που εύχεται να με δικαιώσουν. Εννοείται ότι θέλω σαν τρελός να σκίσουν ο Κώστας (σ.σ. Σιλβέστρος) και η Αθηνά (σ.σ. Κάσιου), να βγει ένα ωραίο αποτέλεσμα με το έργο της Κωνσταντίας (σ.σ Σωτηρίου). Από την άλλη, είναι βέβαιο ότι δεν κλείνω την πόρτα. Πρόθεσή μου είναι κάθε χρόνο να προκύπτει τουλάχιστον ένας σκηνοθέτης από το εξωτερικό που θα μας δείχνει τη δουλειά του.
Θεωρείς ότι η πίστη στους Κύπριους είναι επιλογή ρίσκου; Μπορεί να είναι και το αντίθετο: Επιλογή ασφαλείας. Αφουγκράζομαι την ανάγκη να έχει το κυπριακό δυναμικό τις ευκαιρίες του και δεν έχω καμιά αντίρρηση να δοθούν. Είχα την πολυτέλεια μιας ευρείας γκάμας επιλογών και διάλεξα ανθρώπους που ένιωσα ότι μπορούσα να εμπιστευτώ. Ο Ούβε (σ.σ. Χάους) είναι ειδική περίπτωση, αλλά για τον Κώστα αισθάνομαι ήδη δικαιωμένος έχοντας παρακολουθήσει την πρόβα. Τόσο η επιλογή του έργου, όσο και ο τρόπος που δουλεύει με τα παιδιά, θα δικαιολογήσουν την επιλογή.
Σκέφτεσαι να συνεχίσεις σ’ αυτή τη λογική και την επόμενη σεζόν; Ήθελα να είχαν ωριμάσει μέσα μου κάποιες σκέψεις για την επόμενη χρονιά, αλλά δυστυχώς με φρέναραν ένα σωρό άλλες προτεραιότητες. Θα έχω πάντως την πολυτέλεια να στήσω ένα ρεπερτόριο με άνεση χρόνου. Δεν θα μπω σε λογική ποσόστωσης. Αν έρθουν κάποιοι από το εξωτερικό θα είναι επειδή θα έχουν να φέρουν κάτι που ανάλογο δεν μπορούμε να βρούμε εδώ. Κι όταν φύγουν να λέμε «κατάλαβα γιατί ήρθε αυτός», ακόμη κι αν αποτύχουν καλλιτεχνικά. Όλα στο παιχνίδι είναι. Για τους ηθοποιούς, πάντως, δεν έχω καμιά πρόθεση παρέμβασης στις επιλογές των σκηνοθετών. Αυτό θα έπρεπε να είναι αυτονόητο.
Η τυχόν αμφισβήτηση σε αγχώνει ή σε πεισμώνει; Δεν με αγχώνει. Ίσως με πεισμώνει. Μου δίνει κίνητρο να την καταστήσω δημιουργική. Αν προκύψει μια καλοπροαίρετη αμφισβήτηση θα προσπαθήσω να την επεξεργαστώ. Ούτε αιθεροβάμων είμαι, ούτε μπήκα προχτές στο θέατρο. Γνωρίζω τον χώρο και ξέρω πόσο δύσκολο πράγμα είναι η τέχνη και η διαχείρισή της. Οι άνθρωποι του χώρου είμαστε συχνά υπερευαίσθητοι, με ανοιχτές κεραίες και έντονο θυμικό. Βρίσκομαι ακόμα στον «μήνα του μέλιτος». Προς το παρόν δεν έχω εισπράξει κακή προαίρεση απέναντί μου. Ελπίζω να μην είμαι τόσο τυφλός. Πιστεύω, όμως, ότι αργά ή γρήγορα θα υπάρξουν αντιδράσεις. Εφόσον βασίζονται σε μια εποικοδομητική κριτική, μπορεί να είναι και δικαιολογημένες.
