Με ρίζες από την Κύπρο ο Γιάννης Ιορδανίδης, ένας από τους πιο αξιόλογους σκηνοθέτες της Ελλάδας, νιώθει ότι είναι «πολίτης του κόσμου»: Έζησε στο Κάιρο, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και στο Παρίσι. Αυτή την περίοδο είναι στην Κύπρο, σκηνοθετώντας το «Έγκλημα και Τιμωρία», που ανεβαίνει από το θέατρο Διόνυσος. Συναντηθήκαμε και μιλήσαμε σε ένα διάλειμμα από τις εντατικές πρόβες. Μου τόνισε ιδιαίτερα πως, όταν καλείσαι να σκηνοθετήσεις από ένα θεατρικό σχήμα σε έναν τόπο, οφείλεις να δεις πρώτα το έμψυχο δυναμικό που υπάρχει εκεί. «Με βρίσκει αντίθετο το γεγονός να έρχεται κάποιος σκηνοθέτης από την Ελλάδα και να φέρνει ηθοποιούς μαζί του, τη στιγμή που εφάμιλλοι και ίσως καλύτεροι ηθοποιοί υπάρχουν στην Κύπρο», λέει. 

-Η σχέση σας με το θέατρο στην Κύπρο ξεκίνησε πριν από 25 χρόνια. Θυμάστε την πρώτη σας παράσταση; 
Η πρώτη μου παράσταση ήταν η «Μαρία Στιούαρτ» το 1995 στον ΘΟΚ, με το πολύ βαρύ πυρολοβολικό του κυπριακού θεάτρου, τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη, την Τζένη Γαϊτανοπούλου και πολλούς άλλους. Ακολούθησαν πολλές άλλες παραστάσεις με τον ΘΟΚ. Με τη Δέσποινα έχουμε και τώρα μια μικρή συνεργασία στο «Έγκλημα και Τιμωρία», όπου βασικά δανείζει τη φωνή της. Εκτός από συνεργάτιδα, η Δέσποινα είναι και πολύ στενή φίλη. Συνεργαστήκαμε πολλές φορές, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα. 

-Γεννηθήκατε στο Κάιρο. Είναι αλήθεια ότι έχετε ρίζες από την Κύπρο; 
Ναι, έχω και κυπριακές ρίζες. Η μητέρα μου κατάγεται από την Πάφο. Ο πατέρας της ήταν δάσκαλος εκεί και είχαν μια μακρινή συγγένεια με τον Μακάριο. Είμαι πολίτης του κόσμου: Έζησα στο Κάιρο, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και στο Παρίσι.

-Το θέατρο πότε μπήκε στη ζωή σας; 
Ο πατέρας μου είχε θίασο στην Αίγυπτο. Ήτανε ηθοποιός και σκηνοθέτης, άρα ήταν φυσικό το μήλο να πέσει κάτω από τη μηλιά. Έτσι, από πέντε χρόνων έπαιζα σε παραστάσεις που ανέβαζε ο πατέρας μου. Όταν μετακομίσαμε στην Ελλάδα, ο πατέρας μου διορίστηκε γενικός γραμματέας στο Θέατρο Βορείου Ελλάδας και έτσι συνέχισα να παίζω παιδικούς ρόλους σε έργα του Βολανάκη, του Μιχαηλίδη, του Θεοδοσιάδη. Έβγαλα τη Δραματική Σχολή στην Ελλάδα και μετά πήγα στο Παρίσι.

-Στη Γαλλία συνεργαστήκατε με σημαντικές προσωπικότητες του θεάτρου. Επηρέασαν τη θεατρική σας σκέψη; 
Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ανοιχτοί και λάτρεις του ελληνικού. Ο Ζαν Λουί Μπαρό είναι ο άνθρωπος που μου έδωσε την ευκαιρία να κάνω την πρώτη μου σκηνοθεσία σε ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα του Παρισιού. Για μένα ήταν μια card visit που μου άνοιξε πολλές πόρτες για άλλα θέατρα. Οι συνεργασίες που είχα μου έδωσαν πολλά πράγματα. Αυτά τα 20 χρόνια του Παρισιού διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα μου αλλά και τις απόψεις μου στο θέατρο. Εκεί μπήκαν τα θεμέλια στη δουλειά μου. Είχα πολύ σπουδαίους δασκάλους και επηρεάστηκα πολύ στον τρόπο με τον οποίο σκηνοθετώ. 

-Με ποιο τρόπο σας επηρέασαν; 
Εκεί έμαθα ότι ο σκηνοθέτης δεν πρέπει να είναι επιδειξίας. Δηλαδή δεν χρειάζεται η παράσταση να δείχνει «μην ξεχνάτε, είμαι και εγώ εδώ». Ο σκηνοθέτης πρέπει να έχει άποψη και όραμα, αλλά καλό είναι να φαίνεται όσο γίνεται λιγότερο. Δεν θέλω να λειτουργώ σαν μονάδα στην παράσταση, ανεξάρτητα από το υπόλοιπο σύνολο. Ποτέ δεν μου άρεσαν οι επιδειξίες σκηνοθέτες. Στο Παρίσι και στην Ελλάδα έβλεπες ένα σημαντικό χέρι να κατευθύνει τα πράγματα, δεν έβλεπες όμως σκηνοθετικούς εξυπνακισμούς. 

-Κρατάτε ακόμη επαφές με ανθρώπους στο Παρίσι; 
Πηγαίνω συχνά και βλέπω θέατρο, βλέπω εκθέσεις. Έχω φίλους καλούς με τους οποίους συνεργάστηκα. Βέβαια, αρκετοί φίλοι μου έφυγαν από τη ζωή και όταν πηγαίνω εκεί νιώθω λίγο περίεργα.

-Εσείς φοβάστε τον θάνατο; 
Όχι, είμαι εξοικειωμένος με την ιδέα. Αυτό που φοβάμαι είναι η πνευματική αναπηρία. Πρόσφατα, η αγαπημένη μου φίλη, η Λούλα Αναγνωστάκη, έφυγε μέσα στον ύπνο της. Αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να σου συμβεί. 

 

 

Σε κάποια εγκλήματα υπάρχει μια εσωτερική τιμωρία

-Σας ενδιαφέρει να έχουν μια σύγχρονη προσέγγιση τα έργα που ανεβάζετε;
Νομίζω τελικά ότι, κυρίως τα κλασικά κείμενα, πρέπει να αντιμετωπίζονται με ένα σύγχρονο τρόπο, διότι η κοινωνία αλλάζει, όπως και η αισθητική του κοινού. Το να ανεβάσεις το «Έγκλημα και Τιμωρία» και να φορέσεις στον πρωταγωνιστή ένα μπλου τζην δεν προσφέρει τίποτε. Αυτό που έχει σημασία είναι να βάλεις το κλασικό κείμενο να λειτουργήσει στη σύγχρονη εποχή και να μιλήσει το ίδιο στον θεατή.

-Έχετε ανεβάσει ξανά το «Έγκλημα και Τιμωρία»;
Όχι, είναι η πρώτη φορά. Έχω δει μια πολυπρόσωπη παράσταση με το έργο στη Γαλλία, η οποία δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που κάνω. Ο πατέρας μου με είχε πάει όταν ήμουν πιτσιρικάς να δω το «Έγκλημα και Τιμωρία», στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Όμως έχω πολύ αμυδρές εικόνες.

-Γι’ αυτό αφιερώνετε την παράσταση που ανεβάζετε τώρα στον Αλεξανδράκη;
Ναι, γιατί ήταν συνεργάτης μου και φίλος. Και γιατί ήταν από τους πρώτους στην Ελλάδα που υποδύθηκαν με επιτυχία τον ρόλο του Ρασκόλνικοφ.

-Έχετε κάνει ακροάσεις για την παράσταση στον Διόνυσο;
Πολλές ακροάσεις. Όταν ανεβάζεις ένα τέτοιο κείμενο, είναι πολύ σημαντικό να κάνεις μια πολύ καλή διανομή, είναι το 70% της παράστασης. Έχω επίσης την άποψη ότι, όταν καλείσαι ως σκηνοθέτης από ένα θεατρικό σχήμα, πρέπει να δεις πρώτα το έμψυχο δυναμικό που υπάρχει. Με βρίσκει αντίθετο το γεγονός να έρχεται κάποιος σκηνοθέτης από την Ελλάδα και να φέρνει μαζί του ηθοποιούς από εκεί, τη στιγμή που εφάμιλλοι ηθοποιοί, ίσως και καλύτεροι, υπάρχουν στην Κύπρο.

-Γιατί επιλέξατε αυτό το θεατρικό;
Μοιάζει με αστυνομική ιστορία, με τη διαφορά ότι από την αρχή της παράστασης ξέρουμε ποιος είναι ο δολοφόνος. Αυτό που με γοήτευσε λοιπόν είναι ότι βλέπουμε όλη τη διαδικασία της ανάκρισης και της αντίστασης του Ρασλκόνικοφ μέχρι τη στιγμή που σπάει και υποχρεώνεται να ομολογήσει το έγκλημά του. Αυτή η διαδικασία είναι εξαιρετικά γοητευτική. Με γοήτευσε και η ιδέα ότι είναι παγκύπρια πρώτη η παράσταση, δεν έχει ξανανέβει στην Κύπρο ποτέ. Επίσης, στο έργο παίζει ένας βετεράνος ηθοποιός, ο Ανδρέας ο Τσουρής, ο οποίος κάνει μια σημαντική επιστροφή με έναν κλασικό ρόλο, περιτριγυρισμένους από νέους, ταλαντούχους ηθοποιούς που δοκιμάζονται σε δύσκολους ρόλους.

-Έχετε επιλέξει και ένα μαθητή σας στο έργο, τον Γιώργο Αναγιωτό.
Ο Αναγιωτός, αν και μαθητής μου, πέρασε τρεις φορές από οντισιόν για να πάρει τον ρόλο. Ο Ρασκόλνικοφ είναι ρόλος αθλητικός, εξαιρετικά δύσκολος. Είναι σαν έναν αθλητή, που χύνει ιδρώτα για να φτάσει σε ένα αποτέλεσμα. Ήξερα ότι ο Αναγιωτός είναι ηθοποιός με ικανότητες. Δυο μήνες δεν έχει σηκώσει κεφάλι από τον ρόλο.

-Ποια θέματα αγγίζει η παράσταση;
Στο έργο στοχεύεται ο άνθρωπος, στοχεύεται η θρησκεία, στοχεύεται ο Θεός και κυρίως το αιώνιο ζήτημα: Γίνεται ένα έγκλημα, και αυτός που το διαπράττει κάποια στιγμή πρέπει να πληρώσει το τίμημα της πράξης του. Σε κάποιου είδους εγκλήματα, υπάρχει μια εσωτερική τιμωρία που επιβάλλει ο ίδιος ο δράστης στον εαυτό του.
 

Έχει μια γοητεία η ζωή στο θέατρο

-Έχετε σκηνοθετήσει πάνω από 100 παραστάσεις μέχρι σήμερα. Τι κρατάτε από αυτή την πορεία; 
Κάνοντας έναν απολογισμό μετά από 35 χρόνια στο θέατρο, μια φίλη μου στην Αθήνα υπολόγισε ότι πέρασα 250.000 ώρες σε πρόβες μέσα σε θέατρα. Δεν συνειδητοποίησα πώς πέρασαν αυτά τα χρόνια. Είχα τη χαρά να συνεργαστώ με σπουδαίους ηθοποιούς. Να γνωρίσω κορυφαίες προσωπικότητες. Στο Παρίσι, όπου έζησα 19 χρόνια, συνεργάστηκα και με τον Ευγένιο Ιονέσκο, ο οποίος με βοήθησε ιδιαίτερα στις σπουδές μου και μου στάθηκε πάρα πολύ. 

-Τώρα πια είστε πιο επιλεκτικός στα έργα που ανεβάζετε; 
Είναι αλήθεια ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν είχα ιδιωτική ζωή. Τώρα όμως, τα τελευταία 3-4 χρόνια, είμαι πολύ επιλεκτικός. Προσπαθώ να έχω λίγο ελεύθερο χρόνο για μένα, να διαβάζω, να είμαι με τους φίλους μου, να ακούω μουσική. Επί χρόνια ήμουν μέσα σε μια αίθουσα να κάνω πρόβες υπό πίεση. Έχω απαγορεύσει πλέον στον εαυτό μου να μην περνώ καλά στο θέατρο. Έτσι, αναλαμβάνω μόνο έργα στα οποία ξέρω ότι θα περάσω καλά με επαγγελματίες και θα ευχαριστιέμαι τη διαδικασία. Αν δεν περνώ καλά, την κοπανάω. Φανταστείτε, 100 παραστάσεις μέσα σε 35 χρόνια… δεν ήταν πάντα εύκολα τα πράγματα και οι συνεργασίες.

-Τι στερηθήκατε όλα αυτά τα χρόνια; 
Στερήθηκα τη ζωή. Ήταν μια ζωή μέσα στο θέατρο, ενώ υπάρχει και ζωή έξω από αυτό. Ακούω κάποιους να λένε θέλω να πεθάνω πάνω στη σκηνή. Μου φαίνεται παράλογο αυτό. Εγώ δεν θέλω να πεθάνω στο θέατρο, θέλω να πεθάνω σε ένα αεροπλάνο που με πάει σε μια άλλη χώρα. Δεν έχω αυτή τη μονομανία. Το θέατρο είναι μέρος της ζωής μου, δεν είναι όλη μου η ζωή. Η ζωή με έχει κάνει να βλέπω τα  πράγματα με ένα διαφορετικό τρόπο. Το θέατρο μού πρόσφερε εξηγήσεις για ορισμένα από αυτά. Για να κάνεις θέατρο, χρειάζεσαι εμπειρίες από τη ζωή. Έχει μια γοητεία να χρησιμοποιείς τη ζωή και να τη βάζεις στο θέατρο. 

-Η μεγάλη πείρα που έχετε σας κάνει να νιώθετε σιγουριά ανεβάζοντας ένα έργο ή έχετε πάντα μια αγωνία; 
Είμαι τελειομανής και κάθε φορά που ανεβάζω ένα έργο νιώθω σαν να είμαι πρωτάρης που δεν ξέρει τίποτα. Προσπαθώ να κατανοήσω το έργο να το μεταδώσω στους ηθοποιούς, δεν ξέρω όμως το τελικό αποτέλεσμα της παράστασης. Βέβαια, στη συγκεκριμένη παράσταση έχω τους καλύτερους συντελεστές. 

-Έχετε μια αγωνία μήπως επαναλαμβάνετε τον εαυτό σας; 
Βέβαια, την έχω αυτή την αγωνία. Αλλά να σας πω ότι, όσο και να μην ήθελε ο Τσαρούχης να επαναλαμβάνεται, όταν βλέπεις ένα πίνακά του δεν μπορείς να μην τον αναγνωρίσεις. Έτσι και στην παράσταση, μπορεί να υπάρχει ένα ύφος ανεβάσματος που ίσως είναι αναγνωρίσιμο. Βέβαια, κάθε έργο είναι διαφορετικό. Αλλιώς ανεβάζεις Σαίξπηρ, αλλιώς ανεβάζεις Ντοστογιέφσκι, αλλιώς Μολιέρο. Πιστεύω ότι, κάπου στο βάθος της παράστασης, διαφαίνεται αχνά μια υπογραφή.