Τάκης Χατζηγεωργίου, meta Xρόνος. Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2025

Ο Τάκης Χατζηγεωργίου είναι ένα ζωντανό παράδειγμα όχι ακριβώς ολιγογραφίας στην ποίηση, αλλά, κατά τη θεώρηση τού «ουκ εν τω πολλώ το ευ» αξιόλογων ποιητών, της τελεολογίας στην ποιητική γραφή με την Αριστοτελική έννοια της εντελέχειας, ήτοι της πραγμάτωσης τού δημιουργικού σκοπού («τέλους») και τού «ου ένεκα», που δεν έχει σχέση με την άσκοπη πολυλογία της στιχοπλοκίας και την ποσοτική απαρίθμηση συλλογών. Εξ ου και από το πρώτο του πόνημα Για τη μικρή και μακρινή Ακουάντα (1987) στο δεύτερο Και των Θεών τον ύπνο επόναγε (1999) παρήλθαν 12 έτη, ενώ η χρονική απόσταση υπερδιπλασιάζεται στα 26 για τη δημοσιοποίηση της τρίτης του συγκομιδής υπό τον φιλοσοφικό τίτλο meta Χρόνος. Η λατινογενώς αναγεγραμμένη επιρρηματική πρόταξη σκοπίμως, θεωρώ, ανακαλεί τη μετονομασθείσα δημοφιλή πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης.

Η ποίηση, ωστόσο, του Χατζηγεωργίου δεν ορίζεται μόνο από τις ως άνω τρεις συλλογές, αλλά και από την ευρύτερη ποιητική του παιδεία. Αν κατά τον μεγάλο Άγγλο ποιητή του «Απολεσθέντος Παραδείσου» John Milton «η ποίηση αρχίζει πάντα, όταν κάποιος που πρόκειται να γίνει ποιητής διαβάζει ένα ποίημα», ας αναλογιστούμε τον αριθμό των ποιημάτων που διάβαζε καθημερινά μεταδίδοντάς τα στο ραδιοφωνικό κοινό τού υπό τη διεύθυνσή του σταθμού astra από το 1995 έως το 2007. Πρωτίστως ήθελε να εμπνεύσει την αλήθεια αντί της λήθης και να μυήσει τους ακροατές στη μέθεξη ενός άλλου σκεπτόμενου κόσμου έναντι των απερίσκεπτων λωτοφάγων. Επειδή εν αρχή ην η Ποίησις, και το μέτρο του νοήμονος ποιητικού Λόγου, όπως αποτιμάται στα ποιήματά του, που συνυφαίνουν την άνευ γλαφυρής ποιητικολογίας καλλιέπεια με το σκωπτικό ύφος της λόγιας γλώσσας, διανθισμένης με το όπου δει Κυπριακό ιδίωμα. Προσφυής η Ηρακλείτεια ρήση «η ποίηση ούτε κρύπτει ούτε λέγει αλλά σημαίνει».

Ο ποιητής, λοιπόν, με την εμφανώς εγγενή του πεποίθηση  «την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ/[…]/και μες στην τέχνη πάλι ξεκουράζομαι από την δούλεψή της», για να παραπέμψουμε στον Καβάφη, επιστρέφει στην Ιθάκη του προορισμού του, ανεφοδιάζοντας τη σκευή του «με όσα κέρδισε στον δρόμο» από την ευδόκιμη δημοσιογραφική πορεία στα τηλεοπτικο-ραδιοφωνικά δρώμενα και τη μακρά του πολιτική θητεία. Πολλαπλώς σημειωτικές οι συνδηλώσεις της «Επιστροφής», έμφορτες των εμπειριών και των εκ διαδοχής αντιθετικών αισθημάτων στο ομώνυμο ποίημα, που ως αυτοαναφορικό οικόσημο κοσμεί το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Επέστρεψα/ κρατώντας ένα χαρτοφύλακα φθαρμένο/ στις γωνιές λίγη μελάνη/ κάποια ξεφτίσματα εδώ κι εκεί/ σκισμένες σημειώσεις που δεν έβγαζαν νόημα/ υπολείμματα θλίψης/ κι άλλα σπαράγματα της σιωπής μου// επέστρεψα/ με ένα χαρτοφύλακα φθαρμένο/ άδειο/ μα όταν τον άνοιξα/ με χτύπησε κάτι σαν έκρηξη/ χαράς.».

Η διαπίστωση αποκαλυπτική των πεπραγμένων, καθώς ο χαρτοφύλακας του απολογισμού με αναστοχαστική ευθυκρισία και ευθύβολες αλληγορικές σημάνσεις αφηγείται επώδυνες νεανικές μνήμες, νοσταλγικές μετέπειτα αναμνήσεις, προπάντων τρικυμιώδεις εντυπώσεις. Σαρκαστική ειρωνεία καταγγελτικής στηλίτευσης και συγχρόνως πικρή απογοήτευση από την κενότητα των ανθρώπων σε θέσεις εξουσίας ρίχνουν τις βαριές σκιές τους στις πρώτες σελίδες. Ο «Ακέφαλος» της παιδείας με Α κεφαλαίο και έπαρση περικεφαλαίας ουδεμία προξενεί έκπληξη σε υπνώττοντες και ξύπνιους, αλλά όχι αφυπνισμένους, καθότι έχει αναδειχθεί σε «Ένα ζήτημα ρουτίνας», σύμφωνα με το εκ προοιμίου ομώνυμο ποίημα. Μόνο ο ποιητής μπορεί να διακρίνει τους απρόσωπους ακέφαλους ή ανεγκέφαλους, με τα «μαύρα τους υποδήματα» και τις «Γυαλιστές στιλπνές στολές/ νεκρών ανθρώπων.», αφιερώνοντας το οικτρό τους απείκασμα στον Λόρκα. Τη συνάφειά τους με τους Αριστοφανικούς «κορυβαντιώντες», τους «αχρείους σφογγοκωλάριους» σκιαγραφεί στα τρία ομότιτλα συνεχόμενα ποιήματα «Ο Αρχηγός Α΄, Β΄, Γ΄», όπως και στα αφηγηματικά ποιήματα «Ψέματα. Ψέματα χοντρά» με προμετωπίδα «μνήμη “ηγετών”» και «Η συνεδρία», όπου με καγχασμό εκθέτει τη θριαμβολογία «του αναμηρυκασμού». Εντούτοις, ενσαρκώνοντάς τους στην αριστοτεχνική παραβολή «Ωδή στην Οχιά» «με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία», πάλι κατά τον Αλεξανδρινό, «κλαίγει την πτώση τους» και «γνωρίζοντας καλά από φίδια» τούς «δίνει την ευκαιρία να τον οσμιστούν ως θύμα», όμως όχι εσαεί, εφόσον ξέρει καλύτερα τους συκοφάντες, όπως αποφαίνεται και στο ποίημά του «Η καλή μωροκανέλλα» της επιτόπιάς μας οινικής ποικιλίας. Ελεεινολογεί συνάμα την εκφυλιστική αλλοτρίωση του ανθρώπινου είδους, ειδικότερα στους καιρούς μας, στο Οργουελικό ποίημα «Τα γουρούνια», όπου ψέγει «τα μίσθαρνα όργανά» τους και στο κατά παραφθοράν Αισώπειο «Η Αλώπηξ», όπου από φύλακες οι σκύλοι μεταπίπτουν σε θύματα εκφοβισμού από αλώπεκες. Παρεμφερείς οι προβληματισμοί στην παραλλαγή του ομότιτλου ποιήματος «Αγωγή» του Παντελή Μηχανικού.  

Εξόχως πολιτικοποιημένα τα πλείστα όσα ποιήματα. Στη «Λουκρούνου», το εγκαταλελειμμένο Τουρκοκυπριακό χωριό της Πάφου, με πόνο ψυχής ανακαλεί τα αιματηρά επεισόδια εξ αιτίας των διακοινοτικών ταραχών μετά την Τουρκανταρσία και στη «Ραζιέ» ποιείται μνείαν της πάλαι ποτέ αρμονικής συνύπαρξης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Διόπερ και απροκάλυπτους μύδρους οργισμένης κριτικής εξαπολύει το απερίφραστο ποίημα «Πύρινο» για όσα διέπραξαν εκείνο το αλήστου μνήμης καλο-κακοκαίρι οι υπαίτιοι και οι συναυτουργοί του εγκληματικού Πραξικοπήματος και της βάρβαρης Τουρκικής Εισβολής, οι «παραδομένοι άνθρωποι και κτήνη», κατά τον ποιητή, που συνοψίζει στον ακροτελεύτιο αιχμηρό στίχο: «Το καλοκαίρι αμείλικτο και σιωπηλό έσπαγε τις φρένες».

Περίοπτη θέση κατέχουν τα οιονεί ταξιδιογραφικά συνθέματα, στο επίκεντρο των οποίων αποτυπώνεται το εκτενέστερο και των 38 ποιημάτων της συλλογής, που τιμής ένεκεν στον Χιλιανό ποιητή επιγράφεται «Πάμπλο Νερούδα». Αν ο Θεοδωράκης μελοποίησε το μνημειώδες έργο του «Κάντο Χενεράλ», ο Χατζηγεωργίου εξυμνεί με εύστοχους μεταφορικούς συμβολισμούς την πολυκύμαντη ζωή του «εκεί στην άκρη του Ειρηνικού, στην Ίσλα Νέγρα». Εκεί που προσκαλούσε τον Ωκεανό σε δείπνο ή «νεκρόδειπνο», κατά το αρχαιοελληνικό έθος, «για να τον πάει μακριά/…μέσα στη σκοτεινή του σκέψη». Από την περικαλλή Κωνσταντινούπολη επίσης μάς ταξιδεύει στην Κόκκινη Πλατεία, σ’ ένα κατοικητήριο νεκρών στη Γενεύη έως και αλλαχού στο άπειρο του μεταχρόνου. Σαν σε «Ανάσα Ηφαιστείου», διαμηνύει ο καλός μας ποιητής Τάκης Χατζηγεωργίου: «Εκεί να λεχθούν τα ανάλεκτα/ τα πώς και τα γιατί/ ο θάνατος/ ο έρως/ ο λοιμός και ο πόλεμος/ και το βαθύ μαχαίρι να ανασυρθεί.».    

Φιλελεύθερος 27.4.2026