Το είπαμε και χθες μέσα στα πολλά, αλλά το ξαναλέμε γιατί μας φαίνεται ότι πολλοί «δικοί μας», δημοσιογράφοι, πολιτικοί και πολίτες, αδυνατούν (ή, δεν θέλουν) να καταλάβουν ποιο είναι το πραγματικό μήνυμα από τις αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων και ειδικά του Μουσταφά Ακιντζί, για τον κανονισμό που ενέκρινε η Βουλή για την επέτειο του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950. Κάνουν σχόλια κι επιπόλαιες αναλύσεις, παρεμβάσεις του ποδαριού χωρίς καν να μετρούν ούτε τα λόγια τους, ούτε τη σοβαρότητα του ζητήματος και βγάζουν τα νεύρα τους στα κόμματα που ψήφισαν τον κανονισμό, στον ΔΗΣΥ που τήρησε αποχή, στο ΕΛΑΜ, που «παρέσυρε» τους υπόλοιπους… Κυρίως, δικαιολογούν τις αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων. Έστω κι αν τις χαρακτηρίζουν υπερβολικές. Θα έπρεπε να τις περιμένουμε, λένε, ως πάνσοφοι που απευθύνονται σε ηλίθιους. Μιλούν βέβαια για έναν κανονισμό, που αν όλα τα κόμματα στη Βουλή είχαν επίγνωση της ιστορικής τους ευθύνης και τον ψήφιζαν ομόφωνα και χωρίς κόντρες, ως μια παράλειψη που όφειλαν να διορθώσουν, δεν θα το παίρναμε πρέφα ούτε εμείς οι δημοσιογράφοι που τους παρακολουθούμε λόγω επαγγέλματος. Αλλά, πού τέτοια σοβαρότης! Εδώ, κάποιοι νομίζουν ότι το κορυφαίο στην υπόθεση είναι ότι την πρόταση την κατέθεσε το ΕΛΑΜ, που συνδέεται με τη Χρυσή Αυγή, η οποία είναι χιτλερική, και ό,τι και να προτείνει θα έπρεπε να θεωρείται εγκληματικό. Βέβαια, την πρόταση θα μπορούσε να την καταθέσει και ο ΔΗΣΥ, ως το κόμμα των ελληνοφρόνων, που δεν δέχεται μαθήματα εθνικοφροσύνης, αλλά σε αυτή τη φάση έχουν αντικαταστήσει τις βαριές φουστανέλες με πιο ανάλαφρες ενδυμασίες και είναι αναμενόμενο ότι το κενό θα το καλύψουν άλλοι. Όμως, ακόμα κι αν είναι λογικό να υπάρχουν διαφωνίες για την ενέργεια της Βουλής (προσωπικά διαφωνώ γενικότερα με το να αποφασίζει η Βουλή τι θα διδάσκεται στα σχολεία, αλλά φαίνεται ότι δεν έχουμε υγιή Πολιτεία για να εφαρμόσουμε και υγιείς ρόλους για την κάθε εξουσία), η ουσία του ζητήματος είναι αλλού:
 
Πρώτο, οι Τουρκοκύπριοι δεν έχουν λόγο στην Παιδεία των Ελληνοκυπρίων, ούτε στις αποφάσεις του κοινοβουλίου και ουδείς θα έπρεπε να δικαιολογεί την απόπειρα παρέμβασής τους, που ανοίγει τον ασκό του Αιόλου. Και δεν είναι η πρώτη φορά. Τον Φεβρουάριο του 2010, ο Δημήτρης Χριστόφιας ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Νίκος Αναστασιάδης ως αρχηγός της αντιπολίτευσης αποδέχτηκαν και δικαιολόγησαν παρέμβαση του Ταλάτ, που ζήτησε να μην εγκριθεί ψήφισμα της Βουλής, που θα υπογράμμιζε την αντίθεση των κομμάτων στη συνέχιση των εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων της Τουρκίας. Για να μην χαλάσει το κλίμα. Τώρα φτάσαμε στην Παιδεία.
 
Δεύτερο, οι αντιδράσεις από τα κατεχόμενα, και όχι τόσο οι αντιδράσεις των ακραίων και των φονιάδων, ακόμα και του Ερχάν Αρικλί, ενός εκ των δολοφόνων του Τάσου Ισαάκ, που σήμερα είναι ηγέτης κόμματος, όσο του Μουσταφά Ακιντζί και της Σιμπέλ Σιμπέρ, είναι η απόλυτη αποκάλυψη του οράματος που έχουν για την Κύπρο αυτοί στους οποίους προσδοκούμε για συνεννόηση σε κοινή πατρίδα. Και κυρίως, της μοίρας που ονειρεύονται για τους Ελληνοκύπριους αδελφούς τους. Κι αυτό δεν αφορά την εκπαίδευση των Ελληνοκυπρίων, αφορά το μέλλον των Ελληνοκυπρίων και της Κύπρου. Η αμετροεπής αντίδραση του κ. Ακιντζί, δεν περιορίστηκε στις δηλώσεις. Ακύρωσε και τη χτεσινή συνάντηση των διαπραγματευτών, προειδοποίησε ότι στην επόμενη συνάντησή του με τον Πρόεδρο θα πάει μόνο για να συζητήσει αυτό το θέμα διότι δεν έχει νόημα να κάνει διαπραγματεύσεις και κατήγγειλε τον Πρόεδρο στα Ηνωμένα Έθνη. Για ένα ΜΗ θέμα. Ή, έστω, για ένα θέμα που τον ενόχλησε, πλην όμως δεν έχει την ίδια βαρύτητα που έχουν οι συνεχείς προκλήσεις της τουρκικής πλευράς την ώρα των διαπραγματεύσεων. Το ερώτημα, επομένως, που πρέπει να μας απασχολήσει είναι τι θα γίνει σε ανάλογη περίπτωση μετά τη λύση. Πού θα καταγγείλει την ελληνοκυπριακή πολιτεία ως αντιπρόεδρος ή ο ως πρόεδρος (εκ περιτροπής) της ΔΔΟ, όταν δεν θα του αρέσει μια απόφαση; Προφανώς στην Τουρκία. Ακόμα, πιο προφανές αν η Τουρκία συνεχίζει να είναι εγγυήτρια. Κι αν υπάρχει ΤΟΥΡΔΥΚ, πώς το σκέφτεται; Θα καλεί την ΤΟΥΡΔΥΚ να παρέμβει για να αποκαταστήσει την τάξη;