Μας έχουν καταστρέψει κι εμείς ακόμα καταθέτουμε στεφάνια στη μνήμη τους. Δεκαετίες ολόκληρες από τον θάνατό τους -με τις πληγές που άνοιξαν στην Κύπρο να έχουν μολυνθεί σε βαθμό τέτοιο που το σώμα της να απειλείται πλέον με οριστικό ακρωτηριασμό- εμείς πιπιλούμε τις... παρακαταθήκες τους. Δίνουμε όρκους αιώνιας πίστης στα... οράματά τους, ερίζουμε πάνω από τα μνήματά τους και κονταροχτυπιόμαστε για το ποιος είναι ο πιο άξιος συνεχιστής τους, ο πιο γνήσιος εκφραστής τους. Είτε έχουμε σαλέψει όλοι σ’ αυτό το νησί, είτε έχουμε μνήμη χρυσόψαρου, είτε είμαστε αθεράπευτα μαζοχιστές. Ποιο απ’ όλα συμβαίνει; Το αφήνω στην κρίση σας. Με εκπλήσσει, όμως, που εν έτει 2017 υπάρχουν ακόμη άνθρωποι με παρωπίδες, άνθρωποι κολλημένοι στη μονόχνωτη αφήγηση της παράταξής τους, προσωπολάτρες που αρνούνται να κοιτάξουν κατάματα την ιστορία, άνθρωποι που δεν έχουν απογαλακτιστεί από την επιρροή των «μεγάλων» αυτών ηγετών, τους οποίους τιμήσαμε και πάλι τις προηγούμενες ημέρες. Πόσο «μεγάλοι» ηγέτες ήταν στ’ αλήθεια; Μήπως υπήρξαν σοφοί; Μήπως υπήρξαν διορατικοί; Μήπως υπήρξαν προνοητικοί; Τίποτα απ’ αυτά. Ούτε προνοητικοί, ούτε διορατικοί. Κοντόφθαλμοι; Ναι. Εγωιστές; Ναι. Αφελείς; Κυρίως. Τυχοδιώχτες; Αναμφισβήτητα. Αυτό ήταν. Αυτά δείχνουν τα αποτελέσματα των πράξεών τους. Δυστυχώς. Χωρίς να μηδενίζω, χωρίς να εξισώνω, χωρίς να παραγνωρίζω τους εξωτερικούς παράγοντες. Ο καθένας τους με το βάρος της ευθύνης που του αναλογεί και τον ρόλο που επέλεξε να παίξει. Αλλά, αν θέλετε μια ζωή να παριστάνουμε απλώς τα θύματα συνομωσιών τρίτων -που ναι, υπήρξαμε και τέτοια, όπως υπήρξαν πολλοί λαοί και πολλές χώρες- αφήνοντας στο απυρόβλητο τους «ηγέτες» και τις ενέργειές τους, βολεμένοι πίσω από το «ιστορικό πλαίσιο της εποχής», θα μείνουμε κολλημένοι για πάντα στα μυαλά του ‘60. Και ναι, οι πολιτικοί και τα κόμματα, έχουν τους ψηφοθηρικούς λόγους τους να φορούν ακόμα τις κονκάρδες στο πέτο, αλλά εμείς τι ανάγκη έχουμε; Ποια ανάγκη έχουμε να μην πούμε ότι εν τη αφελεία τους υπηρέτησαν τα σχέδια των Άγγλων και των Τούρκων; Για ποιο λόγο, 44 χρόνια μετά, να μην μπορούμε να πούμε ότι η πολιτική κρίση τους αποδείχτηκε λανθασμένη; Καταστροφικά λανθασμένη. Δεν ήταν πατριώτες; Σαφώς και ήταν. Αναμφισβήτητα. Αλλά... «Αι ενέργειαι των οπαδών του Γρίβα αποτελούν βλεδυράς πράξεις αι οποίαι μόνον από ανθρώπους άνευ συνειδήσεως ήτο δυνατόν να διαπραχθούν. Εφόσον ο Στρατηγός Γρίβας και μετά τη συζήτησιν εις την Βουλήν και την έγκρισιν ψηφίσματος διά του οποίου καλείται να καταδικάση την βίαν και να διαλύση τας παρανόμους ομάδας του δεν πράξη τούτο και οι οπαδοί του συνεχίζουν τα παρανόμους των ενεργείας και τας ανάνδρους δολοφονίας, τότε θα ζητήσω από την Βουλήν και τον Κυπριακόν Λαόν να τον καταδικάσουν ως δολοφόνον». Αυτά ο Γλαύκος Κληρίδης. Τον Ιανουάριο του 1974. Και σημείωνε πως «πράττων ούτω πως, ουδόλως εστάθμισε ή έλαβεν υπόψιν τας επιπτώσεις της παρανομίας επί του εθνικού μας θέματος […], οπλίσας ούτω το σύνοικον στοιχείον με ακαταμάχητα επιχειρήματα επί θεμάτων εσωτερικής ασφάλειας». Αλλά και ο Τάσσος Παπαδόπουλος την ίδια περίοδο, στις 17.1.1974 συγκεκριμένα, έλεγε «ο κτίστης Διγενής έγινε τώρα ο χαλαστής Γρίβας. Δεν χωρεί σήμερα δίλημμα νομιμοφροσύνης μεταξύ Διγενή και Γρίβα, διότι τον θρύλο του Διγενή της ΕΟΚΑ κατέστρεψε και διέλυσε η ΕΟΚΑ Β». Λίγες μέρες αργότερα η Βουλή θα τον ανακήρυττε «άξιον τέκνον της ιδιαιτέρας του πατρίδος Κύπρου» και ο Μακάριος θα κήρυττε τριήμερο πένθος. Το δε κόμμα του Γλαύκου Κληρίδη δεν έπαψε στιγμή να διοργανώνει «χοροσπερίδες ελληνικής λεβεντιάς» στη μνήμη του... Προχθές, μόλις, έστειλε τον καημένο τον Παμπορίδη να καταθέσει, εκ καθηκόντως, στεφάνι γι’ άλλη μια χρονιά στο μνημόσυνό του... Αλλά, όπως έγραφε και στο βιβλίο του ο μακαρίτης Σπύρος Παπαγεωργίου, εκ των στενών συνεργατών του στρατηγού, ο οποίος αποκάλυψε ότι ο Γρίβας είχε αποφασίσει «εξόντωση του Μακαρίου και πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας» από το καλοκαίρι του 1973, «τώρα προκαλεί οργή στους φανατικούς Γριβικούς που εγώ γράφω αυτά, αλλά πώς να το κάνουμε, αφού αυτή είναι η ιστορία;».
Ο δε Μακάριος, με τη μυωπική πολιτική κρίση που δεν του επέτρεψε να λάβει υπόψη ή να εκτιμήσει σωστά τον τουρκικό παράγοντα, η βεβιασμένη και αψυχολόγητη απόφασή του να ανατρέψει μονομερώς το Σύνταγμα του ‘60 χωρίς σοβαρό προβληματισμό, όπως σημειώνουν ακόμα και στενοί συνεργάτες του, όπως ο Πόλυς Πολυβίου, τη στιγμή που οποιοδήποτε εναλλακτικό σενάριο δεν ήταν με το μέρος μας, η αδράνεια και η πεποίθησή του ότι η ντε φάκτο κατάσταση μετά το 1963 δεν τον πίεζε χρονικά να βρει λύση και να φθάσει σε συμφωνία, οι παλικαρισμοί και οι μεγαλοϊδεατισμοί του ότι οι Τουρκοκύπριοι θα γονατίσουν και αργά ή γρήγορα θα «παραδοθούν», η εμμονή του να συμπεριφέρεται σαν ηγέτης της ελληνοκυπριακής κοινότητας παρά ως πρόεδρος του κράτους... Ποιες ακριβώς «υποθήκες», λοιπόν, μπορεί να μας έχει κληροδοτήσει, τις οποίες 40 χρόνια από τον θάνατό του να πρέπει να ανεμίζουμε με καύχημα δηλώνοντας πίστη και αφοσίωση;