Ο πατέρας του ήταν βιβλιοπώλης και από μικρός ο Χάρης προτιμούσε να περνά τις ώρες του ανάμεσα στα ράφια με τα βιβλία αντί να παίζει μπάλα στις αλάνες. Όλως παραδόξως, δεν είχε επιλέξει να σπουδάσει κάτι σχετικό αλλά ακολούθησε ένα νέο και άγνωστο για τη δεκαετία του ’80 κλάδο σπουδών, που ονομαζόταν πληροφορική. Μάταια προσπαθούσε να εξηγήσει στους συμπατριώτες και φίλους του, τι ήταν αυτός ο παράξενος αλλά και αστείος στα μάτια τους κλάδος για τον οποίο νυχτοξημερωνόταν σε σκοτεινές αίθουσες με οθόνες και τεράστια κουτιά, πληκτρολογώντας, ένας θεός ξέρει τι ή κουνώντας ένα κουτάκι που ονόμαζε «ποντίκι», κάνοντας «προγράμματα» που φύλαγε στον «σκληρό δίσκο», τους εξηγούσε κι αυτοί γελούσαν.
Τον λίγο ελεύθερο του χρόνο τον περνούσε διαβάζοντας γαλλική λογοτεχνία, θέλοντας να μάθει καλύτερα τη χώρα που θα τον φιλοξενούσε τα επόμενα χρόνια. Πολλούς συγγραφείς τους γνώριζε ήδη, αλλά τώρα έβρισκε μια άλλη μαγεία, όντας σε θέση να τους διαβάζει στην αυθεντική τους γλώσσα, έτσι που αποκτούσαν στα μάτια του μια άλλη υπόσταση, την πραγματική τους.
Μόνο τα Σάββατα δεν κλεινόταν στη «σπηλιά» του, αλλά συναντούσε τη Θέμιδα και τη Νέλλη και το έριχναν έξω. Οι δυο κυπριοπούλες φίλες του, αφού έκαναν τις μπουγάδες και καθάριζαν το στούντιο τους, έπαιρναν το λεωφορείο για την πόλη, αφήνοντας για λίγο την άδεια φοιτητούπολη, αφού οι γάλλοι φοιτητές επέστρεφαν στην οικογένειά τους τα Σαββατοκύριακα. Το κέντρο έσφυζε από ζωή, τα μαγαζιά, τα καφέ και τα εστιατόρια στην κεντρική πλατεία ήταν γεμάτα με τραπεζάκια έξω, ειδικά τις ηλιόλουστες μέρες.
Εκεί στην Place de la Comédie, συναντούσαν τον Χάρη για καφέ και τάρτα φράουλας με μπόλικη σαντιγί στο πλάι. Τους μιλούσε παθιασμένος για το νέο βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του, αλλά τους μετέφερε και δισκογραφικά νέα από Ελλάδα. Εκστασιασμένος ανακοίνωσε μια μέρα πως ο Μάνος Χατζιδάκις κυκλοφόρησε νέο δίσκο, τη Ρωμαϊκή Αγορά, με καινούργιες ενορχηστρώσεις παλιών τραγουδιών του. Θα έπρεπε να κάνουν υπομονή μέχρι τις διακοπές που θα επέστρεφαν για να τον ακούσουν. Οι άνθρωποι τότε είχαν υπομονή, ένιωθαν λαχτάρα και ευγνωμοσύνη για κάθε τι νέο που συνέβαινε και τους αφορούσε. Είχανε τον χρόνο να επεξεργαστούν τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις ανάγκες τους.
Μετά τον καφέ, η επόμενη τους «έξοδος» ήταν στο Fnac, το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο της πόλης όπου περνούσαν το υπόλοιπο τους απόγευμα, μετροφυλλώντας ανενόχλητοι βιβλία και κοιτάζοντας τις νέες εκδόσεις. Τι ευτυχία να ανακαλύπτουν πως το νέο βιβλίο της Marguerite Duras και της Annie Ernaux ήταν ήδη στα ράφια και διαθέσιμο μάλιστα σε «βιβλίο τσέπης», έκδοση σε προσιτή τιμή για τους φοιτητές. Οι αγαπημένοι συνθέτες και ποιητές ήταν ζωντανοί, συνέθεταν και συνέγραφαν, και ήταν θέμα χρόνου να κυκλοφορήσουν τα έργα τους στα ράφια του βιβλιοπωλείου ή στα δισκάδικα.
Αφού τελείωναν με την πνευματική τους τροφή, πήγαιναν να ψωνίσουν τα απαραίτητα φαγώσιμα της εβδομάδας στην υπεραγορά που όμοιά της δεν υπήρχε στο νησί τη δεκαετία του ’80. Περνώντας από το τμήμα με τις parfumeries δοκίμαζαν και κάποιο νέο άρωμα με το οποίο οι όμορφες πωλήτριες δελέαζαν τις γυναίκες «Θέλετε να σας παρφουμάρω;». Μια μέρα η Θέμις έπαθε την πλάκα της με ένα νέο άρωμα, που λεγόταν Paris, και το οποίο έπρεπε να περιμένει μέχρι τον Ιούνιο για να το αγοράσει, όταν μια έξτρα επιταγή θα ερχόταν από τον πατέρα, προορισμένη αποκλειστικά για ψώνια. Θα το έπαιρνε δώρο στην αδελφή της. Εκείνο το καλοκαίρι οι νυχτερινές τους έξοδοι στο νησί πλημμύριζαν με ρόδα της Δαμασκού, σανταλόξυλο και κέδρο.
Ένα Σάββατο απόγευμα βρήκαν τον Χάρη με δάκρυα στα μάτια. Φοβήθηκαν τα χειρότερα οπότε και ανακουφίστηκαν και γέλασαν όταν τους είπε πως μόνο σήμερα συνειδητοποίησε πως όλη του η ζωή, ακόμη κι αν πέθαινε σε βαθειά γεράματα ή και αν είχε την πολυτέλεια να μην εργάζεται, δεν θα ήταν αρκετή για να διαβάσει τους συγγραφείς και τους ποιητές που ήθελε. Του είπαν πως, έτσι κι αλλιώς, με όσα είχε ήδη διαβάσει ως τότε, ήταν σα να είχε ζήσει άπειρες ζωές. Κάθε βιβλίο κι ένα σύμπαν, ένας κόσμος που ανήκει αποκλειστικά στον αναγνώστη ο οποίος έχει την τύχη και την ευχέρεια σε μια μέρα καύσωνα για παράδειγμα να βρίσκεται σε ένα καταπράσινο δροσερό τοπίο και ν’ αφουγκράζεται τον φλοίσβο της θάλασσας, μέσω της ανάγνωσης.
Αποπερατώνοντας τις σπουδές του και επιστρέφοντας στην Ελλάδα, επέκτεινε το βιβλιοπωλείο του πατέρα. Ήταν ο πρώτος που εγκατέστησε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και διέθετε πρόσβαση στο διαδίκτυο. Εκεί έβρισκες όλους τους Έλληνες και ξένους συγγραφείς, δίσκους βινυλίου και αργότερα cds. Επίσης τον καλύτερο γαλλικό καφέ της πόλης, την εποχή που ο κόσμος στην Ελλάδα δεν έπινε παρά ελληνικό και φραπέ. Ο Χάρης χαμογελαστός, άφηνε την ανάγνωσή του για να καλαμπουρίσει με ένα πελάτη και να του προτείνει νέα ή παλιά βιβλία, ακόμη και αυτά που ο ίδιος δεν πρόλαβε να διαβάσει αλλά προτίθετο να το κάνει, όταν θα εύρισκε τον χρόνο, ο οποίος έγινε πια σύμμαχός του και δεν τον φοβόταν, όπως στα νιάτα του.